Supreme Court dismisses appeal on car accident damages for insufficient evidence and improper assessment of facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member Court of Appeal's final judgment regarding damages for a car accident. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence and improperly assessed witness testimonies, claiming the court's evaluation of the collision conditions was flawed. The court rejected these claims, ruling that the Court of Appeal correctly evaluated the evidence and the appellant's negligent driving behavior without violating the principle of unreviewable factual assessment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c), 335, 338-340, 346, 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the lower court's failure to consider evidence or its assessment of facts is inadmissible if the lower court's evaluation remains unreviewable and the appellant's arguments do not demonstrate a clear error in the formation of judicial conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 731 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 731/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κατσά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ο. του Γ., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χρόνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-12-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2014 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-4-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Φραγκάκη διάβασε την από 20-11-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8-4-2015 και με αρ. κατάθ. 9/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 56/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 8.4.2015 και με αριθμό κατάθ. 9/2015 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 56/2014 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1999/2017).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με την με αριθμό 56/2014 προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 15-4-2008 και περί ώρα 14:45 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ...93 Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε στην ιδιοκτησία της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...
Ο.Ε" και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του κατόχου του στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της Εθνικής Οδού ..., με κατεύθυνση από ... προς ... Κατά τον αυτό ως άνω τόπο και χρόνο, ο ενάγων οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ...03 δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, εκινείτο επί της αυτής οδού ομόρροπα με τον πρώτο εναγόμενο.
Η ανωτέρω Εθνική οδός στον κόμβο "..." προς ... διακλαδίζεται με την οδό Αθηνών και μάλιστα αριστερά σε σχέση με την πορεία των οχημάτων που έχουν κατεύθυνση από ... προς ... Η Εθνική Οδός είναι στο σημείο εκείνο σε μεγάλο μήκος ευθεία, ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, οι οποίες διαχωρίζονται με διπλή συνεχόμενη γραμμή, ενώ το πλάτος του οδοστρώματος είναι 10,20 μέτρα για τα οχήματα που κινούνται προς …..και 7,60 μέτρα για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα.
Επίσης κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς ….. είχε νομίμως διακόψει την πορεία του, προτιθέμενος να ενεργήσει ελιγμό αριστερά και να εισέλθει στην οδό ….. ο Γ. Β., οδηγός του υπ' αριθμ. κυκλ. ...48 Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, ενώ όπισθεν αυτού είχαν σταθμεύσει και άλλα αυτοκίνητα.
Όταν ο πρώτος εναγόμενος οδηγός έφθασε στο ύψος του κόμβου "...", κινούμενος στο μέσον σχεδόν του οδοστρώματος της ως άνω Ε.Ο., προτιθέμενος να κατευθυνθεί προς ….., κράτησε σταθερή την πορεία του και κινήθηκε ευθεία. Την στιγμή που ο πρώτος εναγόμενος πλησίαζε το σημείο όπου βρισκόταν αριστερά σε σχέση με την πορεία του ακινητοποιημένο προσωρινά το όχημα του Γ.
Β., ο ενάγων οδηγώντας την προαναφερόμενη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του κινούμενος πίσω αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου, επιχείρησε υπέρβαση από την αριστερή πλευρά του οχήματος του πρώτου εναγομένου, όμως μη υπολογίζοντας ορθά την απόσταση μεταξύ του οχήματος του τελευταίου και του σταθμευμένου οχήματος του Γ.
Β. και δεδομένου ότι δεν επαρκούσε ο μεταξύ αυτών υπάρχων χώρος για να ενεργήσει ασφαλή προσπέραση, προσέκρουσε με το τιμόνι της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του στην αριστερή πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, όπως ευκρινώς απεικονίζεται στις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες, όπου αποτυπώνονται ευμεγέθεις χαραγές οι οποίες ξεκινούν από το πίσω μέρος του οχήματος, στο ύψος του αριστερού φτερού και εκτείνονται έως την πόρτα του οδηγού.
Στη συνέχεια ο ενάγων απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και προσέκρουσε στο οπίσθιο μέρος του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σε όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και πρωτίστως στο αντίγραφο της από 15-4-2008 έκθεσης αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας ….
και του υπό την αυτή ημερομηνία σχεδιαγράμματος που συνέταξε για το ατύχημα ο Ανθυπαστυνόμος Π. Μ., στο οποίο απεικονίζεται η πορεία των εμπλεκομένων οχημάτων, η παρεμβολή της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο ενάγων μεταξύ του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και του εξ αριστερών αυτού σταθμευμένου οχήματος του Γ.
Β., η επαφή του τιμονιού της ως άνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας με την αριστερή πλευρά του οχήματος του ενάγοντα καθ' όν χρόνο ο τελευταίος επιχειρούσε υπέρβαση καθώς και το σημείο όπου τελικά αυτά ακινητοποιήθηκαν, αλλά και από την ληφθείσα στα πλαίσια της διενεργηθείσας προανάκρισης από 15-4-2008 κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α.
Τ., ο οποίος επιβεβαιώνει ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε σταθερή πορεία κατευθυνόμενος προς …., ενώ ο έτερος αυτόπτης μάρτυρας Δ. Γ. στην υπό ιδία ημερομηνία ένορκη κατάθεσή του αναφέρει ότι δεν αντιλήφθηκε την κατεύθυνση της πορείας και της θέσης στο οδόστρωμα των οχημάτων του ενάγοντα και του πρώτου εναγομένου και ότι το μόνο που υπέπεσε στην αντίληψή του ήταν ότι τη στιγμή της σύγκρουσης τρία οχήματα βρίσκονταν σε επαφή μεταξύ τους, μη κρινομένης πειστικής της δοθείσας, μετά την πάροδο τριών ετών, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκης κατάθεσης αυτού, στο σημείο όπου λεπτομερώς περιγράφεται η θέση και πορεία των οχημάτων επί του οδοστρώματος καθώς και η ταχύτητα αυτών.
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή ποια πορεία προτίθετο να ακολουθήσει και τούτο διότι σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να δικαιολογήσει για πιο λόγο εκινείτο στο συγκεκριμένο σημείο του οδοστρώματος, διότι εάν ήθελε να κινηθεί αριστερά και να εισέλθει στην οδό …. θα έπρεπε να βρίσκεται πίσω από τα υπόλοιπα ακινητοποιημένα οχήματα και όχι να κινείται δεξιά αυτών, ενώ αν ήθελε να συνεχίσει την πορεία του ευθεία θα έπρεπε να κινείται στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας προς ….
και όχι ανάμεσα στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας όπου εκινείτο. Ενόψει των ανωτέρω ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα όταν ο πρώτος εναγόμενος επιχείρησε αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά, όταν έφθασε στον κόμβο "...", χωρίς να χρησιμοποιήσει τους δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματός του και χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους λοιπούς χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και να χτυπήσει τον ενάγοντα στο δεξιό πόδι του, ο οποίος στη συνέχεια απώλεσε την ισορροπία του και επέπεσε στο σταθμευμένο φορτηγό αυτοκίνητο και τούτο διότι όπως ήδη προαναφέρθηκε οι χαραγές που εμφαίνονται στην αριστερή πλευρά του υπ' αριθμ.
κυκλ. ...93 Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και εκτείνονται όπως περιγράφεται ανωτέρω, δεν δύναται να έχουν προκληθεί από το πόδι του ενάγοντα αλλά από το τιμόνι της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του. Αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης και τον εντεύθεν τραυματισμό του ενάγοντα είναι ο τελευταίος, ο οποίος, δέον να σημειωθεί ότι δεν ήταν εφοδιασμένος με άδεια ικανότητας οδήγησης, δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και επιχείρησε υπέρβαση του οχήματος του πρώτου εναγομένου χωρίς να εκτιμήσει σωστά την απόσταση μεταξύ του εν λόγω οχήματος και του εξ αριστερών αυτού σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου, σε κάθε δε περίπτωση δεν έπρεπε να κινείται με το όχημά του στο ανωτέρω σημείο του οδοστρώματος, αλλά είτε θα έπρεπε να βρίσκεται όπισθεν των ακινητοποιημένων οχημάτων αν προτίθετο να εισέλθει στην εξ αριστερών του κειμένη οδό ….
είτε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος αν η πρόθεσή του ήταν να κατευθυνθεί προς την ... Αντίθετα από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα τον πρώτο εναγόμενο στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και τούτο διότι αυτός δεν επιχείρησε κανένα προς τα αριστερά ελιγμό αποκλείοντας την κίνηση του οχήματος του ενάγοντα, αλλά αντίθετα εκινείτο εντός του προορισμένου για την κατεύθυνση του οχήματός του ρεύματος πορείας με κανονική για τις επικρατούσες κυκλοφοριακές συνθήκες ταχύτητα και με την επιμέλεια που διακρίνει κάθε συνετό οδηγό, έχοντας τεταμένη την προσοχή του και ασκώντας τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί κάθε στιγμή τους απαραίτητους χειρισμούς".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 10/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία κρίνοντας ομοίως, απέρριψε, την ένδικη με αριθμό κατάθεσης 213/24.11. 2009 αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά των αναιρεσιβλήτων.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, το οποίο είχε ως επακόλουθο τον σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ...03 δίκυκλης μοτοσυκλέτας είναι ο ίδιος, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε, αποδεικτικά μέσα που ο τελευταίος επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα προς απόδειξη ότι το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια, άλλως σε συγκλίνουσα κατά 95% αμέλεια του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου οδηγού του με αριθμό κυκλ. ...93 Ι.Χ.Φ αυτοκινήτου.
Ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι για το σχηματισμό της ως άνω κρίσης του δεν έλαβε υπόψη τη με αρ. 705/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας, τα πρακτικά της ποινικής δίκης, τις περιεχόμενες σ' αυτά καταθέσεις των μαρτύρων, την απολογία του κατηγορουμένου πρώτου αναιρεσιβλήτου και τέλος, το με αριθμό πρωτ. 546/30.4. 2014 πιστοποιητικό τελεσιδικίας του αρμοδίου προς τούτο γραμματέως του ως άνω δικαστηρίου, τα οποία είχε προσκομίσει ενώπιόν του με νόμιμη επίκληση, ως σχετικό με τις κατ' έφεση προτάσεις του (σελ. 2), παραδεκτά, ως νέα αποδεικτικά μέσα (άρθρ. 529 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι με την ως άνω ποινική απόφαση που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης εκκαλουμένης απόφασης και έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη, ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, κηρύχθηκε ένοχος για τη σε βάρος του αναιρεσείοντος πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και συνεπώς, όπως υποστηρίζει ο τελευταίος, το Εφετείο όφειλε να την αξιολογήσει, εφόσον κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση προκύπτει, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση του προκείμενου λόγου αναιρέσεως ζήτημα, έλαβε υπόψη του "τις ένορκες ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης Δ.
Γ. και Β. Μ., την ανωμοτί εξέταση του πρώτου εναγομένου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του ίδιου δικαστηρίου, τις υπ' αριθμ. ….8/16-5-2011 και ….9/16-5-2011 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Β. Μ. και Π. Γ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Μ. Ζ., οι οποίες ελήφθησαν με πρωτοβουλία του ενάγοντα, κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων, την επισκόπηση των φωτογραφιών των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ) και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".
Δεν καταλείπεται συνεπώς αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης έλαβε υπόψη του, εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα παραπάνω φερόμενα, ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας τα οποία συνεκτίμησε ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρ. 395 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο .561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των προτάσεων που ο αναιρεσείων ως εκκαλών κατέθεσε στο Εφετείο, προκύπτει ότι είχε πράγματι επικαλεστεί νόμιμα την ως άνω καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μνημονεύει ειδικά, ούτε αξιολογεί χωριστά, εφόσον άλλωστε, δεν είχε ειδική προς τούτο υποχρέωση, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη.
Όμως, παρά την απουσία ειδικής αναφοράς στα παραπάνω έγγραφα, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα παραπάνω έγγραφα τα οποία συνεκτίμησε μαζί με όλες τις λοιπές αποδείξεις.
Ειδικότερα, από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτής και ειδικότερα στις σελίδες 6 και 7 αυτής, όπου παρατίθεται το σκεπτικό του ποινικού Δικαστηρίου, προκύπτει ότι, μεταξύ άλλων, κατά το ενδιαφέρον ως προς την αμέλεια του αναιρεσιβλήτου μέρος, έγιναν δεκτά τα εξής: "Όταν ο κατηγορούμενος έφθασε στον κόμβο "...", εκινείτο στο μέσο περίπου του οδοστρώματος, προτιθέμενος να κατευθυνθεί προς …., κράτησε σταθερή την πορεία του με ελαφρά κλίση προς τ' αριστερά προκειμένου αμέσως μετά τoν κόμβο να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος.
Την στιγμή που ο κατηγορούμενος πλησίαζε το σημείο όπου βρισκόταν αριστερά σε σχέση με την πορεία του ακινητοποιημένο προσωρινά το όχημα του Γ. Β., ο πολιτικός ενάγων οδηγώντας την υπ' αριθμ ...03 δίκυκλη μοτοσυκλέτα του κινούμενος πίσω αριστερά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του κατηγορουμένου, επιχείρησε υπέρβαση από την αριστερή πλευρά αυτού και από τη δεξιά πλευρά των ακινητοποιημένων οχημάτων που είχαν πρόθεση να στρίψουν αριστερά, πλην όμως δεν υπολόγισε σωστά την απόσταση μεταξύ του οχήματος του κατηγορουμένου και του οχήματος του Γ.
Β., του οποίου το πλάτος ήταν μεγαλύτερο σε σχέση με τα όπισθεν αυτού ακινητοποιημένα οχήματα, και αφού δεν υπήρχε αρκετός χώρος για να ενεργήσει την προσπέραση, προσέκρουσε με το τιμόνι της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του στην αριστερή πλευρά του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος ουδόλως είχε αντιληφθεί την παρουσία και την προπεριγραφόμενη πορεία του οχήματος του πολιτικώς ενάγοντος.
Εν συνεχεία ο πολιτικώς ενάγων απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του και προσέκρουσε στο οπίσθιο δεξιό μέρος του σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να εκτιναχθεί επί του οδοστρώματος και να υποστεί σωματικές βλάβες. Ειδικότερα πολιτικώς ενάγων υπέστη... Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά οι σωματικές βλάβες του πολιτικώς ενάγοντος οφείλονται και σε αμέλεια του κατηγορουμένου, ο οποίος...
δεν πραγματοποίησε μέσω των καθρεπτών του οχήματός του τους απαιτούμενους οπτικούς ελέγχους των όπισθεν αυτού και ομόρροπα κινουμένων οχημάτων, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την παρουσία και την ανωτέρω κίνηση του οχήματος του πολιτικώς ενάγοντος καίτοι ο τελευταίος κατά, παράβαση του άρθρου 16 ΚΟΚ, δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας προς ….., και να προκαλέσει με το όχημά του τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες στον πολιτικώς ενάγοντα, την επέλευση των οποίων δεν είχε προβλέψει και θα είχε αποφύγει εάν αντιληφθείς την πορεία του οχήματος του πολιτικώς ενάγοντος παραχωρούσε στον τελευταίο χώρο ικανό προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του προς .....".
Η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, σε σχέση με την αμέλεια του αναιρεσίβλητου, πλην όμως, αν και δεν μνημονεύει αριθμητικά την παραπάνω ποινική απόφαση, εντούτοις την αντικρούει εν τοις πράγμασι με τις αντίθετες παραδοχές της, με τις οποίες δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά περί των πραγμάτων, ότι α) ο αναιρεσίβλητος δεν επιχείρησε κανένα προς τα αριστερά ελιγμό αποκλείοντας την κίνηση του οχήματος του ενάγοντα, αλλά αντίθετα εκινείτο εντός του προορισμένου για την κατεύθυνση του οχήματός του ρεύματος πορείας με κανονική για τις επικρατούσες κυκλοφοριακές συνθήκες ταχύτητα και με την επιμέλεια που διακρίνει κάθε συνετό οδηγό, έχοντας τεταμένη την προσοχή του και ασκώντας τον προσήκοντα έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτελεί κάθε στιγμή τους απαραίτητους χειρισμούς και β) ότι δεν αποδείχθηκε η πορεία που προτίθετο να ακολουθήσει ο ενάγων, την οποία, εξάλλου, ο ίδιος δεν διευκρινίζει στην αγωγή του, ώστε πράγματι να κριθεί ότι, εάν ήθελε να κινηθεί αριστερά και να εισέλθει στην οδό ……, θα έπρεπε να βρίσκεται πίσω από τα υπόλοιπα ακινητοποιημένα οχήματα και όχι να κινείται δεξιά αυτών, ενώ αν ήθελε να συνεχίσει την πορεία του ευθεία θα έπρεπε να κινείται στο άκρο δεξιό του ρεύματος κυκλοφορίας προς ….
και όχι ανάμεσα στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας, όπου εκινείτο. Επομένως, ο ως άνω πρώτος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος. Οι περαιτέρω, ωστόσο στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντα ότι, αν το Δικαστήριο λάμβανε υπόψη το αληθές περιεχόμενο των καταχωρημένων στα πρακτικά του ως άνω ποινικού δικαστηρίου μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά και όσων ο κατηγορούμενος απολογούμενος ανέφερε, θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα, που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Πρέπει επιπλέον να επισημανθεί, ότι η, κατά τον αναιρεσείοντα, ειδικότερη αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, η καταγεγραμμένη στα πρακτικά της ποινικής δίκης "ομολογία" του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, εκτός του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ως άνω πρακτικών, δεν περιέχει την από μέρους του αναιρεσιβλήτου ως κατηγορουμένου, αποδοχή επιβαρυντικών γεγονότων ικανών να στοιχειοθετήσουν την αποδιδόμενη σ' αυτόν αμελή συμπεριφορά, φέρει, σε κάθε περίπτωση, χαρακτήρα "εξώδικης ομολογίας" διότι δεν έγινε κατά τη διάρκεια της ένδικης πολιτικής δίκης και συνεπώς συνεκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο ουσίας μαζί με τα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 91/2019, ΑΠ 1164/2017, ΑΠ 964/2013).
Ενόψει αυτών ο πρώτος αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις των επί μέρους αιτιάσεων αυτού.
Με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι υπάρχουν αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι:
α) ενώ η προσβαλλομένη αναφέρει ότι το δίκυκλο όχημα που οδηγούσε ο ενάγων ήταν μοτοσικλέτα, 111 κυβικών, η αιτιολογία που παραθέτει για την θέση και την κίνησή του επί του οδοστρώματος προσιδιάζει σε μοτοποδήλατο 50 κυβικών, β) παρατίθενται αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την ανεπάρκεια του υπάρχοντος μεταξύ του αριστερά σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου και του, επί της ως άνω εθνικής οδού κινουμένου, αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος, χώρου, στον οποίο εκινείτο ομορρόπως, οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του ο ενάγων, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα για το πλάτος της οδού του προς ….
ρεύματος πορείας της αναφέρονται στο σκεπτικό της (πλάτος 10,20 μ.), υπήρχε αρκετός χώρος για να ενεργήσει προσπέραση το δίκυκλο όχημα του αναιρεσείοντος, διερχόμενο ανάμεσα από τα δύο οχήματα, γ) ότι σε αντίθεση με την κρίση του Εφετείου, από τη θέση του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος μετά την πρόσκρουση, αλλά και το σημείο των ιχνών της σύγκρουσης στο αμάξωμά του, καταδεικνύεται εμφανώς ότι ο τελευταίος επεχείρησε αιφνιδίως και χωρίς προειδοποίηση ελιγμό προς τα αριστερά, αποκλείοντας την πορεία της μοτοσικλέτας, την οποία στη συνέχεια εγκλώβισε στο μεταξύ αυτού και του σταθμευμένου από αριστερά αυτοκινήτου διάστημα, δ) ότι το είδος και η έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος καταδεικνύουν τη δύναμη της πρόσκρουσης της μοτοσικλέτας στο ομόρροπα κινούμενο αυτοκίνητο, η οποία δεν δικαιολογείται από τις περιγραφείσες στην προσβαλλομένη συνθήκες του ατυχήματος, και ε) τέλος ότι, εκτός των άλλων, η εκτίμηση του περιεχομένου των προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων, όπως εξειδικεύονται σ' αυτήν, δεν ενισχύει το αποδεικτικό της πόρισμα αλλά αντιθέτως το αποδυναμώνει.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι υπό την επίφαση της από τον αριθμό. 19 πλημμέλειας του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς οι ως άνω αιτιάσεις αφορούν στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, ενώ εξάλλου ανάγονται σε επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτόν εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Σε κάθε περίπτωση όμως οι παραπάνω αιτιάσεις για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία πρέπει να απορριφθούν και ως ουσιαστικά αβάσιμες, καθώς το Εφετείο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφέρει, ότι ο αναιρεσείων, δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, διότι επιχείρησε υπέρβαση του οχήματος του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου χωρίς να εκτιμήσει σωστά την απόσταση του διάκενου που παρεμβαλλόταν μεταξύ του, εν κινήσει ευρισκομένου, οχήματός του και του εξ αριστερών αυτού σταθμευμένου φορτηγού αυτοκινήτου και πάντως ο ίδιος (ο αναιρεσείων), επέδειξε αμελή οδηγική συμπεριφορά, καθώς δεν έπρεπε να κινείται με την μοτοσικλέτα του ενδιαμέσως των δύο ευρισκομένων αυτοκινήτων, χωρίς να έχει επιλέξει να κινηθεί σε μία εκ των δυο λωρίδων κυκλοφορίας της οδού, αλλά θα έπρεπε να βρίσκεται είτε όπισθεν των ακινητοποιημένων οχημάτων, αν προτίθετο να εισέλθει στην εξ αριστερών του κειμένη οδό ….., είτε στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, αν η πρόθεσή του ήταν να κατευθυνθεί προς την ...
Η δε κρίση του Δικαστηρίου ουσίας περί της συγκεκριμένης οδηγικής συμπεριφοράς του ενισχύεται, όπως ειδικώς επισημαίνεται στην προσβαλλομένη, από το ότι δεν διευκρινίζεται στην ένδικη αγωγή ποιά ήταν η κατά τον χρόνο του ατυχήματος πορεία του. Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 56/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ