Legislator Case Law & Legislation
752/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against lower court ruling on property acquisition via usucapion and contract.

Case Number 752/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by the Greek State and a private company against a Third Instance Court decision. The appellants argued for various legal errors, but the Court found their arguments inadmissible because they failed to demonstrate a legal interest in avoiding res judicata or were accessory to valid grounds. Consequently, the appeals were rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 246 KPolD; Art. 573 KPolD; Art. 559 KPolD; Art. 1033 AC: Appeals must demonstrate a legal interest in avoiding res judicata, and arguments attacking only one of several independent grounds supporting a judgment are inadmissible as accessory.

Keywords

AI generated
res judicata usucapion accessory appeal legal interest property acquisition independent grounds legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 246 KPolD
Art. 573 KPolD
Art. 559 KPolD
Art. 1033 AC
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 KPolD
Art. 22 of Law 3693/1957
Art. 2 of Law 3986/2011
Common Decision 134423/1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 752 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 752/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

α) Του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα Υπουργό των Οικονομικών, που εκπροσωπήθηκε από την πάρεδρο του ΝΣΚ Όλγα Παπαχρήστου.

Της αναιρεσίβλητης Μ. χας Γ. Β., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αθανασακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

β) Της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και έδρα την ..., όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Χαιρετάκη.

Της αναιρεσίβλητης Μ. χας Γ. Β., το γένος Ε. Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αθανασακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-1997 αγωγή της αναιρεσίβλητης και την από 14-1-2015 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσείουσας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2612/1999 μη οριστική και 1526/2016 οριστική του παραπάνω Δικαστηρίου και 124/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 30-4-2018 και 2-5-2018, αντίστοιχα, αιτήσεις τους, η συζήτηση των οποίων ορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά εγγραφής τους στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιες δικηγόροι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεων και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Συνεπώς, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης των υπό κρίση αιτήσεων: α) από 30-4-2018 του Ελληνικού Δημοσίου και β) από 2-5-2018 της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που στρέφονται κατά της 124/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά και οι οποίες συζητήθηκαν στη δικάσιμο που αναφέρεται την αρχή της απόφασης αυτής, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.

Όπως προαναφέρθηκε, οι παραπάνω αιτήσεις στρέφονται κατά της 124/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Με την απόφαση αυτή απερρίφθησαν, αντιμωλία των διαδίκων, εφέσεις των αναιρεσειόντων κατά της 1526/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία αφενός μεν είχε γίνει δεκτή αρνητική αναγνωριστική αγωγή κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου της αναιρεσίβλητης, ήτοι αγωγή αναγνώρισης μη οφειλής ποσού πρωτοκόλλου αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος, αφετέρου δε είχε απορριφθεί πρόσθετη, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, παρέμβαση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ". Οι αιτήσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη των οποίων εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, της ενεργείας, δηλαδή, του δικαστηρίου με πρωτοβουλία των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης που προσκομίζονται και στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών". Για την ταυτότητα, όμως, του νομικού λόγου, εφαρμόζεται, αναλογικά και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση αποδεικτικού εγγράφου, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις στο Εφετείο περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτόδικα, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεων που επανυποβάλλει, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000).

Εξάλλου, για την επίκληση του αποδεικτικού μέσου, δεν είναι απαραίτητη η χρησιμοποίηση πανηγυρικών όρων, αλλά αρκεί να προκύπτει σαφώς η βούληση του διαδίκου για την εκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου από το δικαστήριο (ΑΠ 1348/2017, 168/2006), ενώ ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται και όταν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε, για την απόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, κυρίως, σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποια αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (ΑΠ 1348/2017, 257/2008).

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ, λόγος της πρώτης παραπάνω αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, ότι έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως (συγ)κυρία του επιδίκου ακινήτου την αναιρεσίβλητη, με παράγωγο τρόπο, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με όσα στην απόφασή του αυτή αναφέρει και αναγνώρισε, για το λόγο τούτο, ότι δεν οφείλει αυτή το ποσό του αναφερόμενου πρωτοκόλλου αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του παραπάνω ακινήτου, στηρίζοντας, όμως, την εν λόγω κρίση του στα παρακάτω έγγραφα, καίτοι η αναιρεσίβλητη δεν τα είχε επικαλεστεί με τις προτάσεις της στο Εφετείο με κάποιον από τους παραπάνω νόμιμους τρόπους, ήτοι: 1) στο ….74/1967 συμβόλαιο με το πιστοποιητικό μεταγραφής του, 2) στην …23/1967 πράξη αποδοχής κληρονομίας και στο ….41/2014 πιστοποιητικό μεταγραφής της του Υποθηκοφύλακα …., 3) στο …2/1967 συμβόλαιο με το πιστοποιητικό μεταγραφής του, 4) στα …29/1974 και …66/1988 συμβόλαια με τα πιστοποιητικά μεταγραφής τους, 5) στο …65/1989 συμβόλαιο με το πιστοποιητικό μεταγραφής του, 6) στην …06/1968 οικοδομική άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας ….. 7) στις ….12/12/1970 και …12/3701/1983 άδειες λειτουργίας εστιατορίου της Χωροφυλακής …., 8) στην ….758/1983 άδεια χρήσης εκρηκτικών και 9) στις 580, 581 και 648/1997 ένορκες βεβαιώσεις προηγούμενης δίκης.

Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των από 14-3-2017 προτάσεων της αναιρεσίβλητης στο Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), στις οποίες ενσωματώνονται κατ' αντιγραφή και οι προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της αυτές κάνει ειδική αναφορά στα συγκεκριμένα μέρη των πρωτόδικων προτάσεών της, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των πιο πάνω εγγράφων, ενώ, ως προς τις παραπάνω τρεις ένορκες βεβαιώσεις, γίνεται ρητή και σαφής επίκληση τούτων στις προτάσεις της (σελ. 14 και 5 προτάσεων).

2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 του νόμου 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", "1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τμ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τμ, οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή". Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται, ότι θεσπίζεται με αυτές εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του Ν.

Δ/τος της 22.4/16.5.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" (που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων"), σύμφωνα με τον οποίο στα δημόσια κτήματα νομέας είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα νομής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός αν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία στα ακίνητα του Δημοσίου.

Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003, μπορεί κάποιος να αποκτήσει με χρησικτησία κυριότητα δημοσίου κτήματος που βρίσκεται σε σχέδιο πόλης ή σε προϋφιστάμενο του έτους 1923 οικισμό ή σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2.000 τμ, εφόσον νέμεται αδιατάρακτα το εν λόγω ακίνητο μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003:

α) για δέκα έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστης ή β) για τριάντα έτη, εκτός αν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, εφόσον, δηλαδή, κατά το χρόνο κτήσης της νομής, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή, ως ειδική και εξαιρετική, επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται τούτο αδιατάρακτα για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19.3.2003, με τις λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 περ.

α' και β' και όχι εφόσον έχει συμπληρωθεί οποτεδήποτε η τριακονταετής αυτή αδιατάρακτη νομή πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου. Εξάλλου, οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια κτήματα, ήτοι σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 1813/2017, 4/2013, 1271/2011) και προστατεύουν εκείνον που προβάλλει κυριότητα σε δημόσιο, με την παραπάνω έννοια, κτήμα, παρέχοντάς του τη δυνατότητα, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων, να αποκτήσει την κυριότητα του κτήματος αυτού έναντι του Δημοσίου, την οποία, άλλως, χωρίς, δηλαδή, τις διατάξεις αυτές, μόνο με τη συνδρομή των ανωτέρω αυστηροτέρων προϋποθέσεων του, προ του νόμου αυτού, νομικού καθεστώτος, θα μπορούσε να αποκτήσει.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).

Επίσης, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016, ΑΠ 509/2013).

Η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 24/1992).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), πλην άλλων και ότι στις 16-4-1997 το Ελληνικό Δημόσιο μετέγραψε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου …..

την 10/1973 απόφαση του Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε αναγνωρισθεί μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος, στην έκτη τάξη της κληρονομικής διαδοχής, της Μ. Κ., που είχε πεθάνει στις 3-5-1945 και την 2939/1979 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, με την οποία είχε γίνει αποδεκτή η παραπάνω κληρονομία, στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ότι, μέχρι της μεταγραφής αυτής, ουδέποτε το Δημόσιο είχε το επίδικο στη νομή και κατοχή του, ούτε είχε αποκτήσει την κυριότητά του και ότι από τις 4-5-1967 συνεχώς μέχρι και της παραπάνω μεταγραφής είχαν το επίδικο στη διανοία κυρίου συννομή τους, με καλή πίστη και τους αναφερόμενους μεταγραμμένους νόμιμους τίτλους, ασκώντας σε αυτό, με τη θέλησή τους να είναι συγκύριοί του, όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, που αναφέρονται, μεταξύ των οποίων και η ανέγερση οικοδομής, η αναιρεσίβλητη και ο πατέρας της Ε.

Μ. και από τις 9-2-1974 και μετέπειτα η αναιρεσίβλητη και ο αδελφός της Α. Μ., οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ως κατάστημα τμήματα του ισογείου της παραπάνω οικοδομής και ότι, λόγω της νομής της αυτής, η αναιρεσίβλητη είχε αποκτήσει, κατά το χρόνο της παραπάνω μεταγραφής (16-4-1997), τη συγκυριότητα του επιδίκου με τον παράγωγο τρόπο που αναφέρεται, αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, κρίνοντας το Εφετείο ότι το επίδικο δεν περιήλθε με την παραπάνω μεταγραφή στην κυριότητα του Δημοσίου, λόγω του ότι, κατά το χρόνο της μεταγραφής, είχαν ήδη αποκτήσει την κυριότητά του η αναιρεσίβλητη και ο αδελφός της, επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που, έχοντας δεχτεί τα ίδια, είχε αναγνωρίσει, ότι η αναιρεσίβλητη δεν όφειλε την αποζημίωση χρήσης, που με το οικείο πρωτόκολλο της είχε επιβάλει το Δημόσιο, λόγω χρήσης από μέρους της του παραπάνω ακινήτου.

Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος της πρώτης παραπάνω αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση από το Εφετείο της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003 που προαναφέρθηκε, καθόσον δεν την εφάρμοσε, ενώ, αν την εφάρμοζε, όπως, βάσει των ανωτέρω παραδοχών του, όφειλε, δεν θα δεχόταν συγκυριότητα της αναιρεσίβλητης και του αδελφού της στο επίδικο, λόγω μη συνδρομής στα πρόσωπά τους των ανωτέρω προϋποθέσεων του άρθρου αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη παραδοχή του Εφετείου για συγκυριότητα της αναιρεσίβλητης και του αδελφού της στο επίδικο βάσει του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003.

Αβάσιμος, επίσης, είναι ο λόγος αυτός, διότι, ενόψει των παραπάνω παραδοχών του Εφετείου, το ανωτέρω άρθρο 4 δεν ήταν εφαρμοστέο στην εκδικαζομένη υπόθεση, αφού η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε με την αγωγή της, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της και έγινε δεκτό από το Εφετείο, ότι απέκτησε τη συγκυριότητα του επιδίκου, όχι βάσει του παραπάνω άρθρου, αλλά με τον παράγωγο τρόπο που προαναφέρθηκε και με χρησικτησία τακτική και έκτακτη κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041-1045 και 1051 ΑΚ και, συνεπώς, το Εφετείο, μη εφαρμόζοντας το ανωτέρω άρθρο, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.

3. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ, των ν. 12 πανδ. (18.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7), ν. 69 πανδ. (29.2), οι οποίες, κατ' άρθρο 92 παρ. 1 ΕισΝΑΚ, εφαρμόζονται, όταν ο κληρονομούμενος πέθανε, όπως στην υπόθεση που εκδικάζεται, πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, που ορίζει ο νόμος 2310/1920 "Περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής", εκτός από τους οικείους, δηλαδή τα τέκνα που τελούσαν υπό την πατρική εξουσία κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αποκτούν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής (υπεισέλευση στην κληρονομία), που αποτελεί μη απευθυντέα δικαιοπραξία.

Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, να συνάγεται, δηλαδή, από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξή του σε αυτή και απόκτησή της, χωρίς να απαιτείται πανηγυρικός γι' αυτή τύπος. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν την αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, δεν είχε προθεσμία και, επειδή ήταν προσωπικό, χανόταν με το θάνατο του κληρονόμου.

Επίσης, κατά το ίδιο δίκαιο, αν στην κληρονομία υπήρχε ακίνητο, για την απόκτηση εμπραγμάτου δικαιώματος σε αυτό από τον κληρονόμο, δεν απαιτούταν μεταγραφή της παραπάνω δήλωσής του για αποδοχή - υπεισέλευση στην κληρονομία και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του νόμου 2310/1920 που προαναφέρθηκε, "εάν κατά την επαγωγήν της κληρονομίας δεν υπάρχει ούτε συγγενής, ούτε σύζυγος του κληρονομουμένου καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος το Δημόσιον". Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1868 και 1870 ΑΚ για τη σχολάζουσα κληρονομία, τα οποία, κατ' άρθρο 92 παρ. 2 ΕισΝΑΚ, εφαρμόζονται και στους πριν από την εισαγωγή του ΑΚ θανάτους, η αναγνώριση του Δημοσίου ως κληρονόμου, βεβαιώνεται με απόφαση του δικαστηρίου της κληρονομίας.

Η βεβαίωση αυτή παράγει μαχητό τεκμήριο, ότι το Δημόσιο είναι ο μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος, το οποίο μπορεί να ανατραπεί με ανταπόδειξη σε κάθε δίκη, ακόμη και στη δίκη έκδοσης κληρονομητηρίου. Πριν από τη βεβαίωση αυτή, δεν μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα από το Δημόσιο ή κατά του Δημοσίου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, η δε αναδρομική ενέργεια της αποδοχής δεν συνεπάγεται και την κατάλυση των δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, τα οποία αποκτήθηκαν νόμιμα μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, όπως η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτότυπα με χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε μέχρι του χρόνου της αποδοχής - υπεισέλευσης του Δημοσίου στην κληρονομία.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, που καταλαμβάνουν την υπόθεση που εκδικάζεται, σε θανάτους πριν την εισαγωγή του ΑΚ, το Δημόσιο, όταν καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, δεν αποκτά την κληρονομία και την κυριότητα των ακινήτων αυτής άνευ ετέρου από της επαγωγής της κληρονομίας, παρά μόνο αν αποδεχθεί - υπεισέλθει στην εν λόγω κληρονομία με κάποιον από τους παραπάνω νόμιμους τρόπους, ενώ δεν θίγονται τα εμπράγματα δικαιώματα που απέκτησαν τρίτοι στα κληρονομιαία ακίνητα μέχρι την υπεισέλευσή του αυτή (ΑΠ 69/2018, 1746/2012).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που προαναφέρθηκε, έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή, διότι κρίθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη είχε καταστεί εξ αδιαιρέτου συγκυρία του επιδίκου και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, επειδή το είχε στη διανοία κυρίου συννομή της με καλή πίστη και τον αναφερόμενο μεταγραμμένο νόμιμο τίτλο, για το μεγαλύτερο της εικοσαετίας χρονικό διάστημα από 4-5-1967 μέχρι και 16-4-1997, οπότε κατέστη δημόσιο κτήμα, με τη μεταγραφή την ημερομηνία αυτή από το Ελληνικό Δημόσιο στα οικεία βιβλία μεταγραφών της 10/1973 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία αναγνωρίστηκε τούτο κληρονόμος στην έκτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της θανούσης στις 3-5-1945, αρχικής κυρίας του επιδίκου, Μ.

Κ. και της 2939/326/1979 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία έγινε αποδεκτή η κληρονομία της ανωτέρω. Οι αναιρεσείοντες, με τις από 14-10-2016 εφέσεις τους, προσέβαλαν την παραπάνω πρωτοβάθμια κρίση, ισχυριζόμενοι ότι "αρκεί μόνον η επαγωγή της κληρονομίας στο Δημόσιο, ώστε να καταστεί το καταλειπόμενο δημόσιο κτήμα" και, συνεπώς, κατά το λόγο αυτό έφεσης, το επίδικο, με μόνη την επαγωγή της κληρονομίας της Μ.

Κ. στο Δημόσιο, κατέστη, από το χρόνο του θανάτου αυτής (3-5-1945), δημόσιο κτήμα και, λόγω της ιδιότητάς του αυτής, ανεπίδεκτο έκτοτε χρησικτησίας, την οποία είχε επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη ως τρόπο κτήσης της κυριότητάς του. Το Εφετείο, επαναλαμβάνοντας την παραπάνω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμο τον ανωτέρω λόγο έφεσης.

Ο λόγος, όμως, αυτός και ο παραπάνω ισχυρισμός που πρόβαλαν με αυτόν οι αναιρεσείοντες, ήταν μη νόμιμος. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, υπό το προϊσχύσαν βρδ, το Δημόσιο, όταν καλούταν στην έκτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, δεν αποκτούσε με μόνη την επαγωγή της κληρονομίας την κυριότητα των ακινήτων αυτής, όπως ισχυρίσθηκαν οι αναιρεσείοντες με τον παραπάνω λόγο έφεσής τους, αλλά με την υπεισέλευσή του στην εν λόγω κληρονομία με κάποιον από τους νόμιμους τρόπους που προαναφέρθηκαν και εφόσον, μέχρι της υπεισέλευσης αυτής, τρίτος δεν είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με κάποιον νόμιμο τρόπο, την οποία, όμως, υπεισέλευση του Δημοσίου στην επίμαχη κληρονομία δεν επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες με τις παραπάνω εφέσεις τους.

Επομένως, εφαρμόζοντας, το Εφετείο, τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστές στην υπόθεση που δίκασε, έπρεπε να απορρίψει ως μη νόμιμο τον ανωτέρω λόγο έφεσης. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αντικατασταθεί η παραπάνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης με την ανωτέρω και να απορριφθούν ως αβάσιμοι, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, οι λόγοι των παραπάνω αναιρέσεων τέταρτος της πρώτης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και μοναδικός της δεύτερης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αφού πλήττεται με αυτούς η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, προϋπόθεση αναγκαία για να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΟλΑΠ 11/2017).

4. Εξάλλου, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με το λόγο αναίρεσης πλήττεται μία μόνο από αυτές, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης. Το ίδιο συμβαίνει, όταν με τους λόγους αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ 1005/2014, 823/2012).

Εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη συγκυρία του επιδίκου τόσο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, όσο και με το 974/1967, νόμιμα μεταγραμμένο, συμβόλαιο, με το οποίο της μεταβίβασε την κυριότητά του, με αιτία την πώληση, ο Θ. Κ., κύριός του μέχρι τότε με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας και το χρόνο νομής της δικαιοπαρόχου του Α.

Κ., ενώ σε άλλο σημείο της απόφασης αναφέρεται ως δικαιοπάροχος του τελευταίου η Α. Κ.. Κατόπιν αυτών, ο τρίτος λόγος της πρώτης αναίρεσης, με τον οποίο, βάσει των παραπάνω παραδοχών της, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθ. 19β ΚΠολΔ), αφού δεν καθίσταται σαφές αν στο χρόνο νομής του Θ.

Κ. προστίθεται ο χρόνος νομής της Α. ή της Α. Κ. και για παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1033 ΑΚ (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αφού, ενόψει της παραπάνω ασάφειας, ο Θ. Κ. δεν είχε καταστεί κύριος του ακινήτου που μεταβίβασε στην αναιρεσίβλητη, ακολούθως δε ούτε και αυτή, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι πλήττει μόνο την αιτιολογία που αναφέρεται στον παράγωγο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας του επιδίκου από την αναιρεσίβλητη, όχι, όμως και την επάλληλη αιτιολογία που αφορά την κτήση της συγκυριότητας από αυτή με τακτική και έκτατη χρησικτησία, καίτοι, κατά τα προεκτεθέντα, η τελευταία αιτιολογία, η οποία δεν πλήττεται, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, οι αιτήσεις πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη, όμως, σύμφωνα με τα άρθρα 22 παρ. 1 νόμου 3693/1957 και 2 παρ. 13 νόμου 3986/2011 και την, κατ' εξουσιοδότηση του πρώτου νόμου, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 30-4-2018 και 2-5-2018 αιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", αντίστοιχα, για αναίρεση της 124/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ