Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment on unjust enrichment claim regarding delayed hiring.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by five former employees against a labor court judgment. The employees argued that the company was unjustly enriched by their delayed hiring, but the court found the claim vague regarding the specific nature of the enrichment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 904 of the Civil Code: An appeal against a labor court judgment fails if the claim for unjust enrichment lacks specific factual basis regarding the source of the respondent's enrichment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 751 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 751/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Σ. Τ. του Μ., κατοίκου ... Αττικής, 3) Γ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Δ. Σ. του Ν., κατοίκου ... και 5) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαγδαληνής Γλαβίνα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1833/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3233/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-7-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 12-7-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2023) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 3233/13-7-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 29-12-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 142035/4904/2014) αγωγή κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι υπέβαλαν αίτηση συμμετοχής στη διαδικασία για την πλήρωση πενήντα (50) θέσεων κλάδου ΔΕ, ειδικότητας εισπρακτόρων, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 1/2013 προκήρυξη της ...
Α.Ε. (στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η αναιρεσίβλητη κατόπιν συγχώνευσης με απορρόφηση της ... Α.Ε. από την εταιρεία "... Α.Ε.", η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και στη συνέχεια σε "..."). Ότι αυτοί αρχικά περιελήφθησαν στους προσωρινούς πίνακες επιτυχόντων που αναρτήθηκαν από την ...
Α.Ε. στις 12-1-2004, όμως κατά τον επακολουθήσαντα έλεγχο από το ΑΣΕΠ ακυρώθηκε ο πίνακας με την υπ' αριθ. ...2004 απόφαση του τελευταίου, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε, κατά το μέρος που αφορούσε τους ενάγοντες, από το Συμβούλιο της Επικρατείας με σχετικές αποφάσεις του, που εκδόθηκαν επί αντίστοιχων αιτήσεων ακύρωσης που άσκησαν οι τελευταίοι.
Ότι ακολούθως η εναγομένη τους προσέλαβε κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες που ανάγονται στα έτη 2009 έως 2011, ενώ έπρεπε να τους έχει προσλάβει από 12-1-2004, οπότε αναρτήθηκαν οι προσωρινοί πίνακες επιτυχόντων. Ζήτησαν δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά ως μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και αδείας, για το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο 2005 έως την πρόσληψή τους όσον αφορά τους 1η, 3ο, 4ο και 5ο και από Νοέμβριο 2006 έως την πρόσληψή της όσον αφορά τη 2η, υπολογιζόμενα βάσει των ισχυουσών κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα επιχειρησιακών ΣΣΕ, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1833/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια βάση της και ως αόριστη κατά την επικουρική. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες με την από 24-2-2020 έφεση, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ' αριθ. 3233/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση, καθόσον το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της και αόριστη κατά την επικουρική.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 192, 201, 361 και 648 του ΑΚ προκύπτει ότι η προκήρυξη διαγωνισμού για πρόσληψη προσωπικού, με εξετάσεις ή αξιολόγηση δικαιολογητικών ή και με τους δύο τρόπους, συνιστά πρόταση του εργοδότη προς αόριστο αριθμό προσώπων για κατάρτιση σύμβασης, ενώ η υποβολή υποψηφιότητας και η συμμετοχή σ' αυτόν επέχει θέση αποδοχής της εργοδοτικής πρότασης, από την περιέλευση δε της δήλωσης του υποψηφίου στον εργοδότη, για την αποδοχή της πρότασής του, θεωρείται ότι καταρτίστηκε η σύμβαση εργασίας, η οποία τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της επιτυχίας του ενδιαφερομένου στον διαγωνισμό.
Με την έκδοση και ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του διαγωνισμού, εφόσον ο ενδιαφερόμενος πέτυχε σ' αυτόν, πληρώνεται η αίρεση και επέρχονται τα αποτελέσματα της σύμβασης, ο δε επιτυχών θεωρείται αυτοδικαίως και οριστικά μισθωτός του εργοδότη που προκήρυξε τον διαγωνισμό, υπό την προϋπόθεση ότι ο υποψήφιος συμμετείχε νόμιμα στο διαγωνισμό, σύμφωνα με τους όρους που έθεσε ο εργοδότης.
Η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης ελέγχεται, βάσει του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, κατά το οποίο η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε, αντίθετα προς την καλή πίστη, εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της (ΑΠ 305/2023, 147/2023, 1859/2022, 1617/2022). Μετά την τελείωση της σύμβασης, κατά τα ανωτέρω, ο εργοδότης μη αποδεχόμενος τις υπηρεσίες του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος, με τις συνέπειες που ορίζουν σε βάρος του οι διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ (ΑΠ 305/2023, 147/2023, 1859/2022, 1617/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, "Οι αμιγείς και μικτές επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού, στις οποίες ο Ο.Τ.Α. κατέχει άμεσα ή έμμεσα το 50% τουλάχιστον του εταιρικού τους κεφαλαίου, οι πάσης μορφής δημόσιες επιχειρήσεις και οι θυγατρικές τους εταιρείες, καθώς και οι θυγατρικές εταιρείες τραπεζών υπάγονται στο σύστημα προσλήψεων του Ν. 2190/1994 ως προς την πρόσληψη τακτικών και με σύμβαση ορισμένου χρόνου διοικητικών υπαλλήλων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ και τακτικού και με σύμβαση ορισμένου χρόνου προσωπικού της κατηγορίας ΥΕ, με εξαίρεση το εργατοτεχνικό προσωπικό ΥΕ.
Ως διοικητικοί υπάλληλοι για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης νοούνται οι προσλαμβανόμενοι για την άσκηση της διοικητικοοικο-νομικής λειτουργίας της επιχείρησης (όπως γραφείς, γραμματείς, δακτυλογράφοι, στενογράφοι, λογιστές, υπάλληλοι για θέματα προσωπικού, οικονομικής διαχείρισης κλπ.). Η πρόσληψη του τακτικού διοικητικού προσωπικού από τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α., τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις θυγατρικές τους εταιρείες και τις θυγατρικές εταιρείες τραπεζών γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 18 του παρόντος νόμου από τις ίδιες τις εταιρείες.
Η σχετική προκήρυξη δημοσιεύεται ολόκληρη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.) και περίληψή της σε δύο τουλάχιστον εφημερίδες των Αθηνών. Η προκήρυξη αποστέλλεται πριν τη δημοσίευσή της στο ΑΣΕΠ, το οποίο οφείλει να την ελέγξει από άποψη νομιμότητας εντός δέκα (10) ημερών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία των δέκα (10) ημερών τεκμαίρεται η σύμφωνη γνώμη του Α.Σ.Ε.Π.
Οι σχετικοί πίνακες κατάταξης των υποψηφίων αποστέλλονται στο Α.Σ.Ε.Π., το οποίο ασκεί έλεγχο αυτεπαγγέλτως ή κατ' ένσταση των υποψηφίων. Μετά τον έλεγχο η επιτροπή του οικείου φορέα καταρτίζει τους οριστικούς πίνακες κατάταξης, καθώς και τους πίνακες διοριστέων, τους οποίους και αποστέλλει για δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Προκηρύξεων Α.Σ.Ε.Π.).
Η πρόσληψη όμως του προσωπικού μπορεί να γίνεται αμέσως μετά την κατάρτιση των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων και πριν τον αυτεπάγγελτο ή κατ' ένσταση έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π. Μετά τη δημοσίευση των οριστικών πινάκων διοριστέων οι τυχόν ήδη προσληφθέντες που δεν περιλαμβάνονται σ' αυτούς απολύονται...". Σύμφωνα, δε, με επόμενη διάταξη της ίδιας παρ. 3, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 7 του Ν. 2839/2000, οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν μεταξύ άλλων και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων και τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στο Κράτος ή επιχορηγούνται τακτικά από κρατικούς πόρους κατά 50% του προϋπολογισμού τους.
Εξάλλου, κατά την παρ. 17 του άρθρου 17 του Ν. 2190/1994, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 61 παρ. 1α του Ν. 4765/2021, "Υποψήφιος ο οποίος επιτυγχάνει, βάσει αμετάκλητης απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ακύρωση της σειράς εγγραφής του στον πίνακα επιτυχίας, η οποία συνεπάγεται κατάταξή του σε ανώτερη σειρά, εντάσσεται στη οικεία σειρά του πίνακα επιτυχίας.
Εφόσον η νέα σειρά παρέχει σε αυτόν δικαίωμα εγγραφής του στον πίνακα διοριστέων, διορίζεται σε κενή θέση της υπηρεσίας ή νομικού προσώπου, στην οποία βάσει της δήλωσης προτίμησής του θα διοριζόταν, αν εξαρχής είχε εγγραφεί στη σειρά αυτή. Αν δεν υπάρχει κενή θέση διορίζεται σε προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την απόφαση διορισμού και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον οικείο φορέα, οπότε καταργείται αυτοδικαίως η προσωποπαγής θέση.
Επίσης αντί διορισμού του σε προσωποπαγή θέση, μπορεί να ζητήσει με νέα δήλωσή του προς το Α.Σ.Ε.Π. το διορισμό του σε κενή θέση άλλου φορέα, στον οποίο διατίθεται με απόφαση του Προέδρου του Α.Σ.Ε.Π.". Ο φορέας οφείλει συμμορφούμενος προς την πράξη του ΑΣΕΠ, με την οποία αναμορφώνεται ο πίνακας των διοριστέων, να διορίσει τον επιτυχόντα την ακύρωση του πίνακα.
Εάν ο φορέας εσφαλμένως δεν είχε εξαρχής κατατάξει τον διορισθέντα στον οικείο πίνακα και από το ΣτΕ ακυρώθηκε η απορριπτική της ένστασής του πράξη της Επιτροπής του ΑΣΕΠ, ο φορέας οφείλει μισθούς υπερημερίας - αποζημίωση στον διορισθέντα (ΑΠ 1617/2022, 1402/2021), αντιθέτως, εάν ο φορέας είχε ορθώς κατατάξει τον διορισθέντα, αλλά εν συνεχεία εσφαλμένως η κατάταξη ανετράπη από το ΑΣΕΠ και η σχετική πράξη της Επιτροπής του ΑΣΕΠ ακυρώθηκε από το ΣτΕ, υποχρέωση αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, υπέχει το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ ο φορέας δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 305/2023, 147/2023, 1617/2022), αφού η παρεμπόδιση της πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η πρόσληψη, δεν οφείλεται σε ενέργειες των οργάνων του φορέα εναντίον της καλής πίστης, αλλά σε εσφαλμένη κρίση του ΑΣΕΠ.
Η δε αποζημίωση κατά του Δημοσίου, από την προαναφερόμενη αιτία, περιλαμβάνει ως διαφυγόν κέρδος το σύνολο των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών του υπαλλήλου, μεταξύ των οποίων και τα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών, τα οποία θα έπρεπε να παρακρατηθούν από τον μισθό του και να αποδοθούν στον ασφαλιστικό φορέα, αφού τα εν λόγω ποσά αποτελούν ζημία αυτού, καθόσον θα πρέπει να τα καταβάλει ο ίδιος με δική του δαπάνη, άλλως θα στερηθεί την αντίστοιχη ασφαλιστική κάλυψη (ΑΠ 305/2023, 174/2008, 1050/ 2000).
Περαιτέρω, ο φορέας δεν οφείλει μεν, κατά τα ανωτέρω, αποζημίωση, εάν δεν παρεμπόδισε αυτός την πλήρωση της αίρεσης, υπέχει όμως την υποχρέωση όχι από την ακυρωτική απόφαση, η οποία δεν παράγει εκτελεστότητα έναντι αυτού (ΑΠ 305/2023, 1617/2022, ΣτΕ 9/2014), αλλά κατ' έμμεση αντανακλαστική συνέπεια της απόφασης του ΑΣΕΠ και κατ' ανάλογη εφαρμογή των πανομοιότυπων διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4 Ν. 3320/2005 και 17 παρ. 8 Ν. 2839/2000, κατά τις οποίες "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους.
Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", να προσδώσει αναδρομικότητα στον διορισμό, υπό την έννοια όχι της οφειλής των μισθών υπερημερίας του προ του διορισμού χρονικού διαστήματος, αλλά της θεώρησης, κατά πλάσμα, του εν λόγω χρόνου ως διανυθέντος υπό σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και της κατάταξης εντεύθεν του διορισθέντος στο αντίστοιχο βαθμολογικό και μισθολογικό κλιμάκιο.
Η παράλειψη πρόσδοσης της κατά τα ανωτέρω αναδρομικότητας συνιστά αδικοπραξία, από την οποία η ζημία δεν εκδηλώνεται άπαξ, αλλά συνεχίζει να γεννάται καθ' όλο το διάστημα, ενόσω ο υπόχρεος εξακολουθεί την παράνομη συμπεριφορά και δεν προσδίδει αναδρομικότητα (ΑΠ 305/2023). Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Ν. 3920/2011 "Εξυγίανση, αναδιάρθρωση και ανάπτυξη των αστικών συγκοινωνιών Περιφέρειας Αττικής και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 33/3-3-2011) ορίζεται ότι: "Οι δημόσιες συγκοινωνίες, που εκτελούνται μέσα στα όρια της Περιφέρειας Αττικής, όπως αυτή ορίζεται στο ν. 3852/2010 (ΦΕΚ 87 Α'), εκτός από τις νήσους, οι οποίες εξυπηρετούν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, αναδιαρθρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Όπου στον παρόντα νόμο γίνεται μνεία στον "Όμιλο ..." ή στις "Εταιρείες του Ομίλου ..." νοούνται ο ... και οι εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 7 (παρ. 1). Προκειμένου να εξυπηρετηθεί το υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, που συνίσταται στην αποδοτικότερη λειτουργία των ακόλουθων φορέων - εταιρειών προς όφελος του επιβατικού κοινού και της Εθνικής Οικονομίας με την παράλληλη τεχνικοοικονομική εξυγίανσή τους, οι εταιρείες "..." ("..."), "...
Ανώνυμη Εταιρεία" ("..."), "... Ανώνυμη Εταιρία" ("..."), "... Ανώνυμη Εταιρεία" ("...") και "... Εταιρεία" ("...") μετασχηματίζονται κατά τις ειδικές διατάξεις του παρόντος νόμου (παρ. 2). Από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: α).... β) Η ... τίθεται σε διαδικασία συγχώνευσης με τον ... και την ... με απορρόφηση των τελευταίων από την πρώτη.
Με τη συντέλεση της συγχώνευσης, σύμφωνα με την παράγραφο 6, η ... μετονομάζεται σε "... Ανώνυμη Εταιρεία" ("...") (παρ. 5 περ. β'). Για τις συγχωνεύσεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ 134 Α') και των άρθρων 68 επ. του κ.ν. 2190/1920 (ΦΕΚ 216 Α'), με τις ακόλουθες παρεκκλίσεις: ...."(παρ.6). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η ...2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ Β' 1454/17-6-2011), με την οποία συγχωνεύθηκαν οι ανώνυμες εταιρείες "...
ΑΕ", "... ΑΕ" και "... ΑΕ" και μετονομάσθηκε η νέα εταιρεία, που προέκυψε από τη συγχώνευση αυτή, σε "... ΑΕ". Τέλος, με το άρθρο 7 παρ. 1 του ανωτέρω Ν. 3920/2011, ορίζεται ότι ο ..., οι …. και ... υπάγονται στο Ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α') "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)" (ΟλΑΠ 1/2021, ΑΠ 495/2022, 328/2022).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος βάλλει κατά του σκέλους της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά την απόρριψη ως μη νόμιμης της ένδικης αγωγής κατά την κύρια βάση της, προσάπτονται σ' αυτήν οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 50 του Π.Δ. 18/1989, 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977, 17 παρ. 17 και 18 του Ν. 2190/1994 και 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος κατά το δεύτερο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, καθόσον ο λόγος αυτός, με τον οποίο ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, όπως εν προκειμένω, αφού στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 32/2022, 103/2017, 684/2017).
Περαιτέρω, κατά το πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος όσον αφορά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των άρθρων 50 του Π.Δ. 18/1989 και 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977, καθόσον πρόκειται για δικονομικές διατάξεις, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, ο οποίος ιδρύεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ή αν παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ειδικότερα, το άρθρο 50 του Π.Δ. 18/1989 "Κωδικοποίηση νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας" αναφέρεται στις συνέπειες της απόφασης που δέχεται την αίτηση ακύρωσης και απαγγέλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ενώ το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977 αφορά τη "δικονομία εκδίκασης αίτησης ακύρωσης ενώπιον διοικητικών εφετείων", όπως αναφέρει ο τίτλος του.
Όσον αφορά τις λοιπές αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 17 παρ. 17 του Ν. 2190/1994 και 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997, λεκτέα τα εξής: Υπό το ανωτέρω εκτεθέν περιεχόμενό της, η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.
Και τούτο διότι, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες περιελήφθησαν στους προσωρινούς πίνακες επιτυχόντων, που αναρτήθηκαν από την ... Α.Ε. στις 12-1-2004, όμως κατά τον επακολουθήσαντα έλεγχο από το ΑΣΕΠ ακυρώθηκε ο πίνακας με την υπ' αριθ. ...2004 απόφαση του τελευταίου, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε, κατά το μέρος που αφορούσε τους ενάγοντες, από το Συμβούλιο της Επικρατείας με σχετικές αποφάσεις του, που εκδόθηκαν επί αντίστοιχων αιτήσεων ακύρωσης που άσκησαν οι τελευταίοι, υποχρέωση αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, υπέχει το Ελληνικό Δημόσιο και όχι η ανώνυμη εταιρεία "...
Α.Ε." στην θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η αναιρεσίβλητη, που δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας, αφού η παρεμπόδιση της πλήρωσης της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία τελούσε η πρόσληψη των εναγόντων, δεν οφείλεται σε ενέργειες των οργάνων της ... Α.Ε., αλλά σε εσφαλμένη κρίση του ΑΣΕΠ. Tο Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, με το ακόλουθο σκεπτικό "Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή τυγχάνει μη νόμιμη και εντεύθεν απορριπτέα, διότι, όπως αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 Ν. 2527/1997, οι ρυθμίσεις της οποίας ισχύουν και για τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παραγράφου 1 άρθρου 14 Ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων και οι δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμοί και ανώνυμες εταιρείες που προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005 και μάλιστα η εναγόμενη εταιρεία (από την οποία απορροφήθηκε η εταιρεία Η.Σ.Α.Π.
Α.Ε.), κατ' άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 3920/2011, η πρόσληψη του προσωπικού μπορεί να γίνεται αμέσως μετά την κατάρτιση των πινάκων κατάταξης των υποψηφίων και πριν τον αυτεπάγγελτο ή κατ' ένσταση έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π., δηλαδή προκύπτει ότι δεν ήταν υποχρεωτική για την εναγομένη η άμεση πρόσληψη των εναγόντων, είχε δε αυτή απλώς τη δυνατότητα και όχι την υποχρέωση να τους διορίσει αμέσως μετά την κατάρτιση των (προσωρινών) πινάκων κατάταξης των υποψηφίων, δίχως να αναμείνει τον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.
και άρα δεν κατέστη υπερήμερη εργοδότρια από τις 12-1-2004 που αναρτήθηκαν οι προσωρινοί πίνακες κατάταξης, απέχοντας νόμιμα από τον διορισμό τους, μέχρι να αποφανθεί οριστικά το Α.Σ.Ε.Π., εκδοθείσης δε κατόπιν της υπ' αριθ. 76/2004 απόφασής του, με την οποία έγινε αναμόρφωση των πινάκων κατάταξης, ούτως ώστε οι υποψήφιοι με εμπειρία να εγγραφούν και στους πίνακες υποψηφίων χωρίς εμπειρία, αφαιρουμένων των μονάδων που αντιστοιχούσαν στην εμπειρία τους, με αποτέλεσμα να μην είναι πια διοριστέοι οι ενάγοντες, νομίμως και πάλι η εναγομένη δεν προέβη στον διορισμό τους, συμμορφούμενη προς την εν λόγω απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., και επομένως ουδέποτε κατέστη αυτή υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας των εναγόντων, δεν τους οφείλει, άρα, μισθούς υπερημερίας από τις 12/1/2004 έως την πρόσληψή τους κατά τα έτη 2009 και 2010 και αφού δικαιώθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας, απορριπτομένης της αγωγής ως νόμω αβάσιμης", ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με εσφαλμένη εν μέρει αιτιολογία, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 17 παρ. 17 του Ν. 2190/1994 και 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς το πρώτο σκέλος του για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 17 παρ. 17 του Ν. 2190/1994 και 1 παρ. 3 του Ν. 2527/1997. Από τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1α' ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας (επιβάρυνσης) και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Επομένως, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου και επιπλέον να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακίνησης (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 19/2024, 640/2024 858/2020).
Με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αληθώς δε του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αφού με την υπό κρίση αίτηση προσβάλλεται απόφαση εφετείου, η οποία (πλημμέλεια) συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, κρίνοντας ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν, όσον αφορά την επικουρική βάση αυτής, τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας μας, για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες μας, ενώ σύμφωνα με όσα διέλαβαν οι ανωτέρω αναφερόμενες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, έπρεπε να έχουμε καταταγεί εξ αρχής στους πίνακες των επιτυχόντων και να εργαζόμαστε ήδη από την 12η Ιανουαρίου 2004.
Επομένως, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε έκαστο εξ ημών τα ακόλουθα ποσά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού". Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή κατά την επικουρική βάση της, με το εξής σκεπτικό: ".... το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο....
ορθά, επίσης, απέρριψε, προεχόντως ως αόριστη, κατά την επικουρική περί αδικαιλογήτου πλουτισμού βάση της, την αγωγή, καθόσον ουδόλως αναφέρθηκε, προς θεμελίωσή της, σε τι συνίστατο ο πλουτισμός της εναγομένης από την καθυστέρηση πρόσληψης των εναγόντων ούτε διελήφθησαν πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από αυτά στα οποία ερείδεται η κύρια βάση της αγωγής".
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, κρίνοντας ότι η αγωγή είναι αόριστη ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επειδή δεν αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής, προς θεμελίωση της εν λόγω επικουρικής βάσης, σε τι συνίσταται ο πλουτισμός της εναγομένης από την καθυστέρηση πρόσληψης των εναγόντων.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης ... 2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3233/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ