Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment as procedurally admissible but substantively unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Deposit and Credit Fund against a first-instance judgment regarding the debtor's debt restructuring. The court confirmed the appeal was timely and admissible but found the appellant's arguments regarding the debtor's lack of intent and procedural errors were unsupported by evidence. Consequently, the lower court's decision upholding the debtor's financial inability without fraud was upheld, and the appeal was rejected.
Legislator headnote
AI generatedArticles 564, 577, 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a debt restructuring judgment is admissible if filed within the statutory period, but will be dismissed if the appellant fails to prove the debtor acted with intent or if the lower court did not commit reversible errors affecting the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 750 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 750/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καλτσά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 240/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 15-10-2021 (αριθμ. κατάθ. 11/18-10-2021), αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 240/2019 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου ... η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε στις 17-10-2019, δεν επιδόθηκε, όπως επικαλείται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητείται (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741 και 769 ΚΠολΔ).
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του εφαρμοζόμενου στην προκείμενη υπόθεση (ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης υπ' αριθμ. 226/26-8-2013 αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...ς) άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 85 στ.
Α' εδ. 1 του Ν. 3996/2011 και το άρθρο 20 παρ. 15 του Ν. 4019/2011 (για τη ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της υποπαρ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών τους δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών την απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.
Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.
Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.
Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 677/2010).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 550/2020 ΑΠ 208/2020).
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020).
Επισημαίνεται ότι ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 550/2020 ,ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1299/2015 ), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ ( ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα).
Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου επικαλείται και αποδεικνύει ο πιστωτής, η νομοθετική αυτή ρύθμιση τάσσεται προς το συμφέρον των πιστωτών. Επομένως, την ύπαρξη του δόλου ερευνά το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο, όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον σχετικό ισχυρισμό κατ' ένσταση και βαρύνεται με την απόδειξη αυτής (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΙΊ 426/2019, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 986/2018,ΑΠ 755/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).
Περαιτέρω, πέραν των όσων έχουν εκτεθεί, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 1226/2014).
Επισημαίνεται, επίσης, ότι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λ.π..
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης (κατατεθείσα στις 18-10-2021) "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 550/2020). Τέλος, αλυσιτελείς είναι οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 67/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 763/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δύο λόγους της αναίρεσης, από τους αριθμούς 6 και 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις :1) της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, και ειδικότερα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει, άλλως ότι ανεπαρκώς διαλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει:
α) αφενός ότι ο αιτών και ήδη αναιρεσίβλητος περιήλθε πράγματι σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των οφειλών του, ώστε να δύνανται να υπαχθεί στις διατάξεις του ως άνω νόμου και β) αφετέρου ότι αυτός περιήλθε στην ως άνω κατάσταση (αδυναμία πληρωμών) άνευ δόλου, δεδομένου ότι χωρίς αιτιολογία, απέρριψε ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση δόλου, που αυτό (καθ'ου η αίτηση και ήδη αναιρεσείον) με λόγο εφέσεως, είχε προτείνει και 2) της ευθείας παραβίασης της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, διότι ερμήνευσε εσφαλμένα την έννοια του δόλου, καθόσον αξίωσε προς τούτο την ύπαρξη πρόσθετων στοιχείων και συγκεκριμένα την απαίτηση αναφοράς συγκεκριμένων ενεργειών που κατατείνουν στην εξαπάτηση των πιστωτών δια της απόκρυψης εισοδήματος εκ μέρους του οφειλέτη .
Στην ερευνώμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι με την από 21-8-2013 αίτηση ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... ο αναιρεσίβλητος ζήτησε, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών αυτού προς τις διαλαμβανόμενες στην αίτηση πιστώτριές του, αφενός τη ρύθμιση των χρεών αυτών, κατά το Ν. 3869/2010, προς το σκοπό της απαλλαγής του απ' αυτά και αφετέρου, την εξαίρεση από την εκποίηση του ακινήτου του, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που αυτός υπέβαλε, αφού ληφθούν υπόψη η περιουσιακή και η οικογενειακή του κατάσταση.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο ...ς), αφού έκρινε καταργημένη τη δίκη ως προς τις καθ'ων η αίτηση πιστώτριες εταιρείες με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ", "WIND ΕΛΛΑΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.Β.Ε" και "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ & ΤΗΛΕΜΑΤΙΚΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ Α.Ε. (FORTHNET Α.Ε.", λόγω παραίτησης του αιτούντος από το δικόγραφο της αίτησης ως προς αυτές, και απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από το ήδη αναιρεσείον ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως ουσιαστικά βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος ως προς το αναιρεσείον και εξαίρεσε την πρώτη κατοικία του από την εκποίηση.
Κατά της απόφασης αυτής, το εκκαλούν και νυν αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", άσκησε έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε να απορριφθεί η από 21-8-2013 αίτηση, άλλως τη μεταρρύθμιση της παραπάνω απόφασης. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ. 240/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
η οποία απέρριψε την έφεση. Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο ... που δίκασε ως Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το περιεχόμενο της ένδικης αίτησης και της προβληθείσας από το καθ' ου η αίτηση -εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. ένστασης, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα: ''......
Ο αιτών, (ήδη αναιρεσίβλητος) ηλικίας 40 ετών κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, απασχολείται βάσει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος με την ειδικότητα του βοηθού ακτινολογικών εργαστηρίων στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο ... έναντι μηνιαίου μισθού 971,42 ευρώ (πλέον επιδόματος στήριξης τέκνων μηνιαίου ποσού 13 ευρώ), είναι έγγαμος με την Μ.
Κ., με την οποία από τον γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο που είναι ανήλικο (ηλικίας 4 ετών ). Η σύζυγος του αιτούντος απασχολούταν ως ελεύθερη επαγγελματίας και ειδικότερα προμηθεύτρια φαρμακευτικού υλικού στο ως άνω νοσοκομείο αποκομίζοντας μηνιαίο εισόδημα κατά μέσο όρο 550 ευρώ, έως το έτος 2013, οπότε απώλεσε την εργασία της (στις 2.9.2013) και παραμένει έκτοτε άνεργη εγγεγραμμένη στα μητρώα του ΟΑΕΔ, δίχως κανένα εισόδημα.
Το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος προέκυψε κατά το χρονικό διάστημα από το οικονομικό έτος 2010 έως και το 2021 ύψους 18.440,22 ευρώ, ποσού 16.723,85 ευρώ το οικονομικό έτος 2011, ποσού 14.891,65 ευρώ το 2012, ενώ μετά την παύση της εργασίας της συζύγου του μειώθηκε ως το έτος 2015 σε 12.010,51 ευρώ. Περαιτέρω, ο διάδικος είναι αποκλειστικός κύριος κάθετης ιδιοκτησίας με αρίθμηση 3, εμβαδού 168,36 τ.μ., στην οποία αντιστοιχεί ποσοστό συμμετοχής 333,06% εξ αδιαιρέτου επί του με αριθμό 5 οικοπέδου συνολικής έκτασης 505,50 τ.μ., κείμενο επί της ..., στο με αριθμό 666 οικοδομικό τετράγωνο στην ..., επί της οποίας ανήγειρε κατοικία αποτελούμενη από υπόγειο εμβαδού 44,19 τμ, ισόγειο εμβαδού 60,80 τμ και πρώτο όροφο εμβαδού 44,33 τμ, συνδεόμενα μεταξύ τους με εσωτερική κλίμακα, που περιήλθε στην κυριότητά του δυνάμει πώλησης και μεταβίβασής του με το υπ' αριθμό .../28.1.2008 συμβόλαιο που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο ...ς Απόστολο Εφραιμίδη και νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
που αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και η αντικειμενική αξία του αντιστοιχεί σε 83.387,84 ευρώ (κατά τη σχετική αξιολόγηση ΕΝΦΙΑ 2016), δηλαδή δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού απόκτησης πρώτης κατοικία (κατ' άρθρο 21 του ν. 3842/2010 του κωδ. με το ν. 4141/2013), για την εξαίρεσή της από την εκποίηση, την οποία ζητά ο αιτών και είναι κατόπιν του αιτήματός του υποχρεωτική για το δικαστήριο (άρθρο 9 παρ. 2 ν. 3869/2010).
Σε χρόνο προγενέστερο του έτους (το έτος 2008) από την κατάθεση της αίτησης, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ειδικά, ο αιτών ανέλαβε από το εκκαλούν-καθ'ου η αίτηση (ήδη αναιρεσείον) το στεγαστικό δάνειο για την εξόφληση του οποίου όφειλε κατά το χρονικό σημείο κατάθεσης της ένδικης αίτησης, συνολικό υπόλοιπο ποσού 125.663,54 ευρώ, απαίτηση για την εξασφάλιση της οποίας έχει εγγραφεί υποθήκη στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ...ς επί της ως άνω κύριας κατοικίας του.
Το μηνιαίο εισόδημα του αιτούντος, 971,42 ευρώ, όπως προεκτέθηκε, για το οποίο δεν αναμένεται βελτίωσή του (τουλάχιστον ικανή να μετατρέψει την παρούσα κατάσταση), ενώ η σύζυγός του δεν έχει εισόδημα, ούτε όμως αναμένεται αυτή λόγω έλλειψης κάποιας γνώσης ή κάποιας τέχνης ή εξειδίκευσης να ανεύρει σύντομα με τις υπάρχουσες συνθήκες της αγοράς.
Ο αιτών, όπως προεκτέθηκε, κατοικεί με την σύζυγο και το ανήλικο τέκνο του στην περιγραφείσα ιδιόκτητη κατοικία και δεν βαρύνεται με την καταβολή μισθώματος, αλλά με τα λειτουργικά έξοδα της κατοικίας (ηλεκτρική ενέργεια, υδροδότηση, θέρμανση, κοινόχρηστα, έξοδα καθαριότητας συντήρησης κα), ανερχόμενα κατά μέσο όρο σε 300 ευρώ περίπου ανά μήνα (για αυτόν και τη σύζυγό του).
Οι αναγκαίες δαπάνες διαβίωσής του, αναλυόμενες στη βασική διατροφή, ένδυση και υπόδηση αυτού της συζύγου του και του τέκνου τους, υπολογίζονται κατά μέσο όρο δεν υπολείπονται σε 400 ευρώ ανά μήνα, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν έξοδα μετακίνησης, ιατρικές και φαρμακευτικές δαπάνες (τακτικές ή έκτακτες) στο μέτρο που δεν καλύπτονται από τον ασφαλιστικό του φορέα, που ανέρχονται σε 150 ευρώ περίπου.
Δηλαδή, οι συνολικές ανάγκες του αιτούντος υπολογίζονται ότι δεν μπορούν να υπολείπονται κατά μέσο όρο των 850 ευρώ κάθε μήνα, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη ότι ζητώντας την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010 πρέπει και αυτός να μειώσει στο ελάχιστο εύλογο ύψος τις δαπάνες του. Το ύψος της μηνιαίας δόσης του στεγαστικού δανείου προς το ΤΠΔ που παρακρατούταν αρχικά από τον διάδικο ανερχόταν σε 684,14 ευρώ.
Κατά την ανάληψη των αναφερόμενων υποχρεώσεών του, κυρίως έως και το έτος 2013, ο διάδικος είχε πολύ μεγαλύτερα εισοδήματα από τον μισθό του, καθώς και την οικονομική συνεισφορά της συζύγου του, από όσα και εκείνη αποκόμιζε από την εργασία της. Όμως λόγω και της πασίδηλης (άρθρο 361 §1 ΚΠολΔ) οικονομικής κρίσης που μεσολάβησε, μειώθηκαν σημαντικά τα παραπάνω εισοδήματα του, έπαψαν εκείνα της συζύγου του, που έμεινε άνεργη, ενώ απότοκο της κρίσης, εκτός από την άμεση μείωση των εισοδημάτων του αιτούντος ήταν και η μείωση της αγοραστικής αξίας αυτών με την αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας (όπως η επιβολή ΕΝΦΙΑ και ΦΠΑ) και ανελαστικών δαπανών (θέρμανση, ρευματοδότηση κλπ).
Συνεπώς, ο απών περιήλθε δίχως δόλο σε μόνιμη οικονομική αδυναμία ανταπόκρισης στις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του,.... η οποία από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά στο εγγύς μέλλον, καθώς και η ενδεχόμενη μελλοντική απασχόληση της συζύγου του, που δίχως κάποια ειδίκευση και σημαντική εμπειρία (ως μη απασχολούμενη επί σειρά ετών) δεν αναμένεται να παρασχεθεί έναντι αποδοχών που θα υπερβαίνουν τις βασικές (ανειδίκευτου εργάτη ή μισθωτού) και σχεδόν αντισταθμίζονται με τις διαρκώς αυξανόμενες δαπάνες του τέκνου του, όσο αυτό μεγαλώνει, αλλά και της επιβάρυνσης του δανείου του με τόκους.
Οπότε, δεν συντρέχει περίπτωση ορισμού νέας συζήτησης προς διερεύνηση βελτίωσης των οικονομικών δεδομένων του αιτούντος κατά τα παραπάνω, δεδομένης και της υποχρέωσης αυτού για ενημέρωση του φακέλου του για κάθε μεταβολή (κατ' άρθρο 8 §3 του ν.3869/2010), ώστε να δύναται να λάβει γνώση και το εκκαλούν πιστωτικό ίδρυμα.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι ο διάδικος προέβη σε παρουσίαση πλαστών ή αναληθών πληροφοριών και στοιχείων ή στην απόκρυψη τέτοιων, στους πιστωτές του, σχετικά με τα εισοδήματα, τις υποχρεώσεις του ή και γενικά με οποιοδήποτε άλλο δεδομένο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που συναλλάχθηκε, ούτε όμως προέκυψε ενδεχόμενος δόλος αυτού, με την αποδοχή μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων και αντίστοιχης ανάληψης υποχρεώσεων, τις οποίες γνώριζε ότι, σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματός του, θα τον οδηγήσουν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αφού οι πιστώσεις που έλαβε αφορούν την απόκτηση πρώτης κατοικίας μέσης αξίας, ανάλογης με τις στεγαστικές ανάγκες του και κανένα άλλο δυσανάλογο με την οικονομική του κατάσταση έξοδο αποδείχθηκε, και μάλιστα με δεδομένο ότι κατά την ανάληψη των υποχρεώσεών του δεν υπήρχε ο ν. 3869/2010, ούτε η συμπεριφορά του έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματός του, ώστε να στοιχειοθετεί την κατάχρηση των δικαιωμάτων του, αλλά συμπλέει με το πνεύμα του ν. 3869/2010 όπως συνάγεται από την σχετική αιτιολογική έκθεση της ρύθμισης.
Από τα παραπάνω προέκυψε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στη ρύθμιση των άρθρων 8 §§2, 5 και 9 §§1,2 του ν. 3869/2010. Συγκεκριμένα αναφορικά με τη ρύθμιση του, άρθρου 8 §§2, 5 του ν.· 3869/2010, ορίστηκε με την εκκαλουμένη ότι πρέπει να γίνει με καταβολές ποσού 100 ευρώ, για χρονικό διάστημα 7 μηνών (παρακρατούμενες από τον μισθό του), καθώς με την υπ' αριθμό 336/2013 προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Ειρηνοδικείου ...ς ορίστηκαν καταβολές ύψους 340 ευρώ ανά μήνα στο αντίδικο του νπδδ που κατέβαλλε για διάστημα 53 μηνών, αφαιρούμενο από το συνολικό των 60 (5 ετών).
Επιπλέον, με την εκκαλουμένη, συνδυάζοντας αυτή την αναφερθείσα ρύθμιση με εκείνη του άρθρου 9 §2 του ν. 3869/2010 και εξαιρώντας της εκποίησης την κύρια κατοικία του αιτούντος που περιγράφηκε, επέβαλε στον τελευταίο για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, την καταβολή προς το καθ' ου και πλέον εκκαλούν, εφόσον οι παραπάνω καταβολές δεν εξοφλούν τις επίδικες απαιτήσεις του ΤΠΔΑ και προβλήθηκε αίτημα εξαίρεσης της κυρίας κατοικίας του, για την οποία πρέπει να καταβάλει ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της, δηλαδή (83.387,84 Χ 80%=) 66. 710 ευρώ, οριζόμενης της περιόδου τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης σε 20 έτη (240 μήνες), έκαστης μηνιαίας δόσης στο ποσό των (66.710 ευρώ/240 μήνες =) 278 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση και την όποια αναμενόμενη βελτίωσή (και αντίστοιχα επιβάρυνσή) της στο εγγύς μέλλον ..., εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός παρακρατούμενων από τον μηνιαίο μισθό του αιτούντος (κατ' άρθρο 62 του ν. 2214/1994), αρχής γενομένης από την πάροδο 7 μηνών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, εντόκως χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με το επιτόκιο αναφοράς των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Συνεπώς η εκκαλουμένη, η οποία έκανε δεκτά τα παραπάνω, με το ίδιο σκεπτικό και έκρινε πως ο αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική (σ.σ.αδυναμία), πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δίχως δόλο και η αίτησή του όπως και η συμπεριφορά του εν γένει δεν στοιχειοθετεί κατάχρηση των δικαιωμάτων του, όπως και το ύψος των αναγκαίων βιοτικών αναγκών αυτού και της οικογένειάς του που δεν αναμένεται να μεταβληθεί σημαντικά, ώστε να αλλάξει την οικονομική του κατάσταση κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με γνώμονα την κοινή πείρα και λογική και όρισε το καταβλητέο ποσό σε έκαστο των μετεχόντων πιστωτών κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, εξαιρώντας της εκποίησης την κύρια κατοικία του....ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό.....και δεν έσφαλε, οπότε πρέπει να απορριφθούν οι....πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος των λόγων έφεσης...."".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο ... απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της 37/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου ...ς. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010, καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της διατάξεως που εφαρμόστηκε και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανωτέρω κρίση του.
Τούτο δε: Α) καθόσον ειδικότερα αφορά στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ήτοι στη συνδρομή της μόνιμης και γενικής αδυναμίας του αιτούντος πληρωμής των χρεών του, εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον, ασκούντα ουσιώδη επιρροή στο ζήτημα της περιελεύσεως σε αδυναμία πληρωμών, πραγματικά περιστατικά, και δη:
α) προσδιορίζεται ότι ο αιτών είχε πολύ μεγαλύτερα εισοδήματα από το μισθό του, καθώς και την οικονομική συνεισφορά της συζύγου του κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων από το αναιρεσείον κατά το έτος 2008, β) εκτίθεται με σαφήνεια, η εξέλιξη και η μείωση των εισοδημάτων του από το χρόνο δανεισμού έως το χρόνο συζήτησης της αίτησής του, γ) ότι κατά το χρόνο δανειοδότησης του αιτούντος και μέχρι την κατάθεση της αίτησης η σύζυγός του εργαζόταν, αναφέρεται δε και το ύψος του μηνιαίου εισοδήματος αυτής και δ) ότι από το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό δανεισμού του αιτούντος από το αναιρεσείον, ανερχόμενο σε 125.663,54 ευρώ, σε συνδυασμό με το συνακόλουθο υψηλό ποσό μηνιαίας δόσης που απαιτείται για την εξυπηρέτησή του, προκύπτει η αρνητική σχέση ρευστότητας της ληξιπρόθεσμης οφειλής του και των βιοτικών αναγκών του.
Εξάλλου, δεν απαιτείται η αναφορά στην απόφαση εάν η σύζυγος του αιτούντος έλαβε αποζημίωση λόγω της απόλυσής της από την εργασία της και σε θετική περίπτωση το ύψος της ληφθείσας αποζημίωσης για να κρίνει το δικαστήριο της ουσίας αν συντρέχει η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών του αιτούντος, ενώ τέλος, δεν προκύπτει ελλιπής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, από το γεγονός ότι δεν εκτίθεται στις παραδοχές της το εάν ερευνήθηκε ή όχι αίτηση του αναιρεσίβλητου προς αυτό (αναιρεσείον-πιστωτή) για συμβατική ρύθμιση των οφειλών του και αντίστοιχα άρνηση αυτού (αναιρεσείοντος) να προβεί σε οποιαδήποτε ρύθμιση, αφού η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 3867/2010, για εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010 (ΑΠ 883/2020), πέραν του ότι η εν λόγω αιτίαση είναι, προεχόντως, απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ποία επίδραση θα είχε η σχετική αυτή αιτιολογία στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Β) Καθόσον αφορά στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ήτοι τη δόλια περιέλευση του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών, διότι δεν εκτίθενται στην απόφαση, άλλως εκτίθενται ελλιπώς, τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία θα προέκυπτε η ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου του, ήτοι ότι προέβλεπε ως πιθανή την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών ενόψει του ότι η απώλεια της εργασίας της συζύγου του ήταν αναμενόμενη και προβλέψιμη, αφού αυτή δεν ήταν μισθωτή του νοσοκομείου, αλλά αντιθέτως ελεύθερη επαγγελματίας και ο αιτών όφειλε να υπολογίζει μόνο στο δικό του εισόδημα για αποπληρωμή του δανείου, ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού (Τ.Π.Δ) προς επιστήριξη αφενός του ισχυρισμού του ως προς την ανυπαρξία συνδρομής της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου των χρηματικών του οφειλών και αφετέρου της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί της δόλιας περιελεύσεως αυτού σε αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών του, που όμως δεν έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό.
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα για την έκβαση της δίκης.
Η περαιτέρω παραδοχή του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου ότι "δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο ότι ο διάδικος προέβη σε παρουσίαση πλαστών ή αναληθών πληροφοριών και στοιχείων ή στην απόκρυψη τέτοιων στους πιστωτές του, σχετικά με τα εισοδήματα, τις υποχρεώσεις του ή και γενικά με οποιοδήποτε άλλο δεδομένο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που συναλλάχθηκε ..., είναι πλεοναστική και διατυπώθηκε κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Δικαστηρίου, προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της ως άνω αναφερόμενης κύριας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, περί έλλειψης δόλου του αναιρεσίβλητου, καθόσον η ανωτέρω κύρια παραδοχή του ότι, λόγω της οικονομικής κρίσης που μεσολάβησε, μειώθηκαν σημαντικά τα εισοδήματά του, έπαψαν εκείνα της συζύγου του, που έμεινε άνεργη, ενώ απότοκο της κρίσης, εκτός από την άμεση μείωση των εισοδημάτων του ήταν και η μείωση της αγοραστικής αξίας αυτών με την αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας (όπως η επιβολή ΕΝΦΙΑ και ΦΠΑ) και ανελαστικών δαπανών (θέρμανση, ρευματοδότηση κ.λ.π.) ο αναιρεσίβλητος περιήλθε δίχως δόλο σε μόνιμη οικονομική αδυναμία ανταπόκρισης στις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του, ενώ δεν προέκυψε ενδεχόμενος δόλος αυτού, με την αποδοχή απόλαυσης μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων και αντίστοιχης ανάληψης υποχρεώσεων, τις οποίες γνώριζε ότι, σε συνδυασμό με το περιορισμένο και αμετάβλητο του εισοδήματός του θα τον οδηγήσουν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, στηρίζει πλήρως το διατακτικό της απόφασής του, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η ανωτέρω επάλληλη παραδοχή του.
Συνεπώς, η πλεοναστική αυτή παραδοχή δεν επιδρά στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης, που αυτοτελώς στηρίζεται στις ανωτέρω λοιπές σαφείς παραδοχές του αιτιολογικού της. Επομένως, ο ανωτέρω 2ος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, απαράδεκτος, ως αλυσιτελής.
Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο ... που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ'άρθρο 28 παρ.4 ν.2579/1998 (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 1150/2019). Επίσης στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ.β' του ν.3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του πιο πάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 426/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2021 και με αριθμό κατάθεσης 11/18-10-2021 αίτηση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" για αναίρεση της υπ'αριθμ. 240/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ