Legislator Case Law & Legislation
74/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence evaluation and property ownership claims.

Case Number 74/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the first-instance judgment regarding property ownership. The court found that the lower court correctly evaluated evidence proving the appellants' derivative ownership of the disputed property after ejecting the respondent. The appeal was rejected because the appellant's complaints regarding the assessment of facts and evidence were inadmissible as they challenged the unreviewable discretion of the court of first instance.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559, 560 KPolD; Appeals based on the evaluation of evidence or the acceptance of factual circumstances are inadmissible as they constitute an attack on the unreviewable discretion of the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal grounds evaluation of evidence property ownership derivative title inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 KPolD
Art. 560 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 74 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 74/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 15η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ακριτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., Των αναιρεσίβλητων: 1. Τ. Ά. του Μ., κατοίκου ..., 2. Χ. Ά. του Μ., κατοίκου ..., 3. Φ. συζ. Ρ. Δ. το γένος Μ. Ά., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Αυγουστή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 26-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2014 του ιδίου δικαστηρίου, και 60/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 2-1-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 του άρθρου 559 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 841/2017). Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη γεγονότα προκύψαντα από τις αποδείξεις, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, αν δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 50/2008).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "... Από το θάνατο του παππού των εναγόντων και έκτοτε ο πατέρας τους, συνέχιζε να επισκέπτεται το επίδικο, το οποίο καλλιεργούσε και με τη βοήθεια της συζύγου του με κρεμμύδια και πατάτες και διέμενε στη μικρή οικία, προέβαινε δε ο πατέρας τους στις ανωτέρω πράξεις με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1981 αποκτώντας τοιουτοτρόπως την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο και με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας", ενώ κανένα από αυτά τα γεγονότα και περιστατικά δεν επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι ούτε στην αγωγή τους, ούτε στις πρωτόδικες προτάσεις τους, προκειμένου να θεμελιώσουν πρωτότυπη κτήση από τον δικαιοπάροχο πατέρα τους.

Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, οι αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν ότι: "....Στον δικαιοπάροχο πατέρα μας περιήλθε το παραπάνω οικόπεδο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, από κληρονομιά από τον αποβιώσαντα το έτος 1940 πατέρα του Χ. Α., την οποία ουσιαστικά αποδέχθηκε, χωρίς να συνταχτεί δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, λόγω του ότι επρόκειτο για θάνατο πριν από την έναρξη ισχύος και εφαρμογής του Α.Κ., υπεισήλθε αυτοδίκαια και αναμείχθηκε σ’ αυτήν, καταλαμβάνοντας το παραπάνω οικόπεδο, από τότε δε και μέχρι τον θάνατο του (30-8-1981) το νεμόταν, το κατείχε και το εξουσίαζε, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, ασκώντας επ’ αυτού όλες τις διακατοχικές πράξεις που αρμόζουν στον αληθή κύριο και νομέα, όπως επίβλεψη και εποπτεία, δεδομένου ότι ο ίδιος κατοικούσε στις ....... ".

Συνεπώς, τα προπαρατιθέμενα στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης πραγματικά περιστατικά, προκύψαντα από τις αποδείξεις, ορθώς ελήφθησαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εφόσον αυτά δεν μεταβάλλουν την ιστορική βάση της αγωγής, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τις διατάξεις αυτές, που αποτελούν κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτές λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο των ανωτέρω διατάξεων να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 και του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017). Στην προκειμένη περίπτωση το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Επίδικο είναι ένα ακίνητο (οικόπεδο) έκτασης 614 τ.μ., που βρίσκεται εντός του οικισμού ... Ν. Ξάνθης και συνορεύει δυτικά.... με ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγόμενου, βορειοδυτικά....με ακίνητο ιδιοκτησίας του εναγόμενου, βόρεια με ....ορεινό όγκο, ανατολικά....με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Μ. Ι., νοτιοανατολικά.... με δημοτική έκταση και νότια - νοτιοδυτικά....

με δημοτική οδό του οικισμού Φίλιων, όπως αυτό αποτυπώνεται κατά θέση, έκταση και όρια με περιμετρικά στοιχεία.... στο από 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πτυχιούχου πολιτικού μηχανικού … Δ. Α.. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι στο βόρειο τμήμα του επιδίκου και ανάμεσα στα σημεία... του ανωτέρω αναφερόμενου τοπογραφικού διαγράμματος, σε αδιευκρίνιστο χρόνο και πάντως πριν το έτος 1940 (οπότε και απεβίωσε) ο παππούς των εναγόντων κατασκεύασε μικρή ισόγεια οικία στην οποία διέμενε ο ίδιος αλλά και οι γονείς των εναγόντων κατά τα διαστήματα που καλλιεργούσαν το επίδικο, το δε κτίσμα αυτό υπήρχε μέχρι το έτος 1999.

Περί των ανωτέρω, κατέθεσε με σαφήνεια ο μάρτυρας απόδειξης της Α’ αγωγής ο οποίος επιπλέον βεβαιώνει ότι το έβλεπε ο ίδιος μέχρι το έτος 1999. Η κατάθεση του αυτή δεν αντικρούεται στο σημείο αυτό από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης της Β’ αγωγής, ο οποίος αφενός μεν καταθέτει ότι ουδέποτε υπήρχε τέτοιο κτίσμα, γεγονός το οποίο ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει, ενόψει της ηλικίας του (57 χρονών) αλλά και του ότι είναι γείτονας από το έτος 1964, αφετέρου δε, παραδέχεται ότι υπήρξαν στο σημείο μεγάλες πέτρες, ήτοι ίχνη του οικήματος αυτού.

Από το θάνατο του παππού των εναγόντων το έτος 1940 και έκτοτε, ο πατέρας τους συνέχισε να επισκέπτεται το επίδικο το οποίο καλλιεργούσε και με τη βοήθεια της συζύγου του με κρεμμύδια και πατάτες και διέμεναν ως προαναφέρθηκε στην μικρή οικία, προέβαινε δε ο πατέρας τους στις ανωτέρω αναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 1981, αποκτώντας τοιουτοτρόπως την κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Ακολούθως το έτος 1981 ο πατέρας τους απεβίωσε καταλείποντας μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους ενάγοντες και τη μητέρα τους και σύζυγό του, οι οποίοι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 3/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, συντάχθηκε η με αριθ. .../8.4.2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Ξάνθης Ε.

Π. η οποία μεταγράφηκε νόμιμα...., ενώ μετά το θάνατο της μητρός τους το έτος 2006 και την αποδοχή της επελθούσας σε αυτούς εξ αδιαθέτου κληρονομιάς, με την με αριθ. ...4.2007 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα.... κατέστησαν πλέον οι ενάγοντες συγκύριοι του επιδίκου και κατά ποσοστό 4/12 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Στις ανωτέρω δηλώσεις περιγράφονται, ορθώς τα όρια του ακινήτου ως εξής: βόρεια με ορεινό όγκο, νότια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Μ. Ι. και δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Κ. Από το έτος 1981 και εντεύθεν, οι ενάγοντες μετά της μητρός τους (και μετά το θάνατο της τελευταίας, μόνο οι ενάγοντες) επισκέπτονταν τουλάχιστον μια φορά κατ’ έτος το επίδικο ασκώντας επ’ αυτού εποπτεία και μέχρι το έτος 2007.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι το με αριθ. .../21.3.1938 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Ξάνθης Ε. Σ., με βάση το οποίο ο ενάγων της υπό στοιχείο Β’ αγωγής ισχυρίζεται ότι ο πατέρας του απέκτησε το επίδικο (το οποίο όπως εκθέτει αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου) δεν μπορεί να ταυτιστεί με το επίδικο, αφενός λόγω των ορίων του όπως περιγράφονται (συνορεύει από τη μια πλευρά με κτήμα Ο.

Α., από δύο πλευρές με βοσκή χωριού και από άλλη πλευρά με δρόμο και αγρό ίδιου πωλητή), από τα οποία φαίνεται ότι δεν συνορεύει με ορεινό όγκο (όπως το επίδικο) κυρίως όμως λόγω του ότι δεν συνορεύει με το κεντρικό τμήμα του μείζονος ακινήτου που αγόρασε ο πατέρας του την ίδια χρονιά. Συγκεκριμένα, στο μεταγενέστερα συνταχθέν με αριθ. .../20.5.1938 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ξάνθης Α.

Α., το μεταβιβασθέν ακίνητο (που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελεί το κεντρικό τμήμα του μείζονος ακινήτου του), αναφέρεται ότι συνορεύει ανατολικά με οικία Α. Χ. (και όχι με ακίνητο ιδιοκτησίας του), δυτικά με βοσκή, βόρεια με βοσκή και νότια με δρόμο. Επομένως, όταν το έτος 1963 απεβίωσε ο πατέρας του ενάγοντος της υπό στοιχείο Β’ αγωγής κατέλειπε στον ίδιο, στα αδέλφια του και τη μητέρα του, τη νομή (εφόσον δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύεται ότι προέβησαν σε δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, νομίμως μεταγεγραμμένες) και κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή του, ποσοστά εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου, εντός του οποίου όμως δεν περιλαμβάνονταν το επίδικο.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων της υπό στοιχείο Β’ αγωγής αμφισβήτησε για πρώτη φορά το δικαίωμα συγκυριότητας των εναγομένων και της μητρός τους το έτος 1999 όταν εισήλθε αυθαίρετα και, αφού κατεδάφισε τη μικρή οικία, ακολούθως καλλιέργησε το βορειοδυτικό τμήμα του επιδίκου, εμβαδού περίπου 300 τ.μ. (βλ.

το από Μάρτιο 1999 τοπογραφικό σκαρίφημα του Πολιτικού Μηχανικού ΤΕΕΔΕ Α. Μ.). Ακολούθως, κατόπιν συνεννοήσεων με τον σύζυγο της τρίτης των εναγόμενων (της υπό στοιχείο Β’ αγωγής) και την μητέρα τους, ο ενάγων (της Β’ αγωγής) σταμάτησε την προσβολή, συνετάγη δε το παραπάνω σκαρίφημα στο οποίο περιγράφονται τα ευρήματα εντός του επιδίκου.

Εξάλλου, οι ισχυρισμοί του ότι από το έτος 1965 είχε τοποθετήσει ξηραντήρια καπνού στο επίδικο, τα οποία επανατοποθέτησε το έτος 1980 κατόπιν χωματουργικών εργασιών και τα οποία παρέμειναν έκτοτε, ουδόλως αποδεικνύονται, διότι στο παραπάνω τοπογραφικό σκαρίφημα δεν αναφέρεται ότι βρέθηκαν τέτοια (ξηραντήρια) παρά μόνο η ύπαρξη ενός οργωμένου τμήματος 300 τ.μ..

Ούτε επίσης αποδεικνύεται ότι στο ανατολικό τμήμα (επίδικο) του μείζονος ακινήτου που ισχυρίζεται ότι του ανήκει κατά κυριότητα προέβη το έτος 1980 σε χωματουργικές εργασίες, με τις οποίες χαμήλωσε το επίδικο κατά ενάμισι με δύο μέτρα περίπου με σκαπτικό μηχάνημα και μεταφέροντας το χώμα από το σημείο εκείνο με φορτηγά, διότι αφενός ο ίδιος ο μάρτυρας απόδειξης της υπό στοιχείο Β’ αγωγής καταθέτει, ότι δεν είναι δυνατόν μέχρι και σήμερα να εισέλθει στο επίδικο αυτοκίνητο ή τρακτέρ, αφετέρου δε ο δρόμος που συνορεύει με το επίδικο, όπως εκθέτουν αμφότερες οι αντίδικες πλευρές στα δικόγραφά τους, διαπλατύνθηκε αργότερα, περί το έτος 2000 με σκοπό την διευκόλυνση στη διέλευση των οχημάτων και δη των μεγαλύτερων όπως τρακτέρ, φορτηγών κλπ.

Οι ανωτέρω παραδοχές, συνεπώς, αποκλείουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντος της υπό στοιχείο Β’ αγωγής ότι προέβη σε εργασίες αφαίρεσης χώματος και μάλιστα σε τέτοια έκταση (περίπου 600 τ.μ.) και τόσου όγκου (χαρακτηριστικά αναφέρει ότι μεταφέρθηκε το χώμα με είκοσι φορτηγά), προκειμένου να τοποθετήσει στο σημείο 15 ξηραντήρια καπνού.

Αντίθετα, οι ισχυρισμοί των εναγόντων της Α’ αγωγής που επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ότι υπήρχε μια υψομετρική διαφορά 30-40 εκ. μεταξύ του επιδίκου και του ακίνητου του εναγομένου της Α’ αγωγής, που καταδείκνυε μάλιστα ανέκαθεν και τα όρια μεταξύ των δύο ακινήτων κρίνονται πιο πειστικοί και αξιόπιστοι, ενισχύονται δε και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες απ’ όπου προκύπτει, εξάλλου, ότι η υψομετρική διαφορά δεν είναι 1,5 με 2 μέτρα.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι το έτος 1999 ασκούσε ο ενάγων της Β’ αγωγής διακατοχικές πράξεις επί του επιδίκου. Περί το έτος 2000 η Κοινότητα ... θέλοντας να επιτύχει την διαπλάτυνση της ευρισκόμενης νότια σε σχέση με τα ακίνητα των διαδίκων κοινοτικής οδού απευθύνθηκε στους ενάγοντες της Α’ αγωγής, προκειμένου να παραχωρήσουν έκταση 1,5 μέτρου περίπου καθ’ όλο το μήκος της νοτίου πλευράς του επιδίκου για το σκοπό αυτό.

Παρομοίως ζητήθηκε από τον ενάγοντα της Β’ αγωγής να παραχωρήσει ανάλογη έκταση από την νότια πλευρά του δικού του ακινήτου. Πράγματι οι εκτάσεις αυτές παραχωρήθηκαν από τους διαδίκους και ακολούθως η κοινότητα διαμόρφωσε τα νέα όρια της κοινοτικής οδού με τα ως άνω ακίνητα, κατασκευάζοντας το τοιχίο που απεικονίζεται στην φωτογραφία με αριθ. 4.

Σε αυτήν φαίνεται εναργέστατα η διαφορά στην τοιχοποιία, ανάμεσα στα δύο ακίνητα. Συγκεκριμένα, επί του τμήματος του τοιχίου που αντιστοιχεί στη νότια πλευρά του επιδίκου οι ενάγοντες της Α’ αγωγής επέλεξαν να τοποθετηθούν μεταλλικοί σωλήνες και μεταλλικό πλέγμα, επί δε του τμήματος του τοιχίου που αντιστοιχεί στο ακίνητο του ενάγοντος της Β’ αγωγής, ο ίδιος επέλεξε να τοποθετηθούν σειρές από τσιμεντόλιθους.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα απόδειξης της Β’ αγωγής, ο οποίος ήταν εργάτης της Κοινότητας ... και οποίος καταθέτει ότι εστάλη ο ίδιος από τον Πρόεδρο της Κοινότητας στον ενάγοντα της Β’ αγωγής, προκειμένου να συναινέσει αυτός (ως κύριος του επιδίκου) στην παραχώρηση τμήματος του επιδίκου, δεν κρίνεται αξιόπιστη για το λόγο ότι ζητήματα συμφωνίας - παραχώρησης κυριότητας μεταξύ ιδιωτών και Κοινότητας δεν θα ήταν δυνατόν να έχουν ανατεθεί στην αρμοδιότητα του εργάτη που χειρίζονταν τα μηχανήματα της Κοινότητας.

Ώστε, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες καθ’ όλο το χρονικό διάστημα και μέχρι τουλάχιστον το έτος 2007 επισκέπτονταν τουλάχιστον μια φορά το χρόνο το επίδικο και ασκούσαν εποπτεία επ’ αυτού και παραχώρησαν τμήμα του στο νότιο μέρος για την διάνοιξη του κοινοτικού δρόμου, το δε έτος 2006 προέβησαν στη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος προκειμένου να καταμετρηθεί το επίδικο κατόπιν της ανωτέρω παραχώρησης.

Το έτος 2008 έλαβαν έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, προκειμένου να οριοθετήσουν το επίδικο με πασσάλους (βλ. την με αριθ. 16.5.2008 άδεια από την Διεύθυνση Πολεοδομίας Ξάνθης). Ακολούθως, διαπίστωσαν ότι ο εναγόμενος είχε καλλιεργήσει το νότιο τμήμα αυτού, είχε τοποθετήσει στο βόρειο τμήμα του ξηραντήρια καπνού, ήδη από το έτος 2007 όπως συνομολογούν και είχε φράξει τη νοτιοανατολική είσοδο αυτού προς το δρόμο.

Τον Μάιο του 2008 εισήλθαν στο επίδικο προκειμένου να προβούν στην οριοθέτησή του, αφαιρώντας την θύρα που είχε τοποθετήσει ο εναγόμενος, πλην όμως προκλήθηκαν διενέξεις με τον τελευταίο, ο οποίος υπέβαλε έγκληση για φθορά ξένης ιδιοκτησίας και αυτοδικία κατά της τρίτης των εναγόντων. Έκτοτε δε νέμεται και κατέχει το επίδικο και έχει αποβάλει τους ενάγοντες της υπό στ.

Α’ αγωγής. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα πλαίσια σχετικής προκαταρκτικής εξέτασης και κατόπιν παραγγελίας του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ξάνθης και ενώ διορίστηκε πραγματογνώμονας, ο Β. Α., Τοπογράφος Μηχανικός, προκειμένου να μεταβεί στο επίδικο και αφού υλοποιήσει στο έδαφος τα όρια των τίτλων που κατέχουν η τρίτη των εναγόντων της υπό στ.

Α’ αγωγής και ο ενάγων της υπό στ. Β’ αγωγής να συντάξει σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ο τελευταίος του απαγόρευσε την είσοδο στο επίδικο (βλ. το από 1.12.2008 έγγραφο του Β. Α. προς την Πταισματοδίκη Ξάνθης). Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα στους ενάγοντες της υπό στοιχείο Α’ αγωγής και κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά εξ αδιαιρέτου απέκτησαν δε αυτό κατά παράγωγο τρόπο, ενώ περί το έτος 2007 ο εναγόμενος της Α’ αγωγής (και ενάγων της υπό στοιχείο Β’ αγωγής) κατέλαβε αυθαίρετα αυτό, αποβάλλοντάς τους από τη συννομή τους.

Κατόπιν τούτων και εφόσον αποδείχθηκε η κυριότητα των εναγόντων της υπό στοιχείο Α’ αγωγής στο επίδικο, κατά τα ως άνω αναφερόμενα ποσοστά εξ’ αδιαιρέτου, από τη νομή του οποίου αποβλήθηκαν από τον εναγόμενο θα πρέπει, αφού απορριφθούν οι ισχυρισμοί του εναγόμενου της Α’ αγωγής καθώς επίσης και η αναγνωριστική υπό στοιχείο Β’ αγωγή του, να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία η Α’ αγωγή, να αναγνωριστούν αυτοί συγκύριοι του επιδίκου κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου και να αποδοθεί σε αυτούς το επίδικο".

Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή τη διεκδικητική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε η αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα με βάση τα λεπτομερώς εκτιθέμενα αποδεικτικά μέσα, όσον αφορά τις επιδηλωτικές της νομής επί του επιδίκου ακινήτου διακατοχικές πράξεις του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και την εντεύθεν πρωτότυπη κτήση της κυριότητας του επιδίκου από εκείνον με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μετέπειτα δε τον παράγωγο, με κληρονομική διαδοχή, τρόπο κτήσης αυτής από τους αναιρεσίβλητους και την, για πρώτη φορά, αμφισβήτηση της συγκυριότητάς των από τον αναιρεσείοντα το έτος 1999, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναίρεσε ίων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι απαράδεκτα, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθ. 60/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ