Legislator Case Law & Legislation
749/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on traffic accident damages, ruling appellate court did not err in evidence evaluation.

Case Number 749/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by an anonymous company and an individual against a First Instance Court judgment regarding a traffic accident. The appellants argued that the appellate court erred in interpreting the traffic diagram and autopsy report to assign liability. The court held that the appellate court correctly evaluated the evidence in conjunction with other proof, and an error in interpretation does not constitute a reversible legal mistake.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for legal errors, not factual disputes or errors in the evaluation and interpretation of evidence by the appellate court.

Keywords

AI generated
traffic accident liability appellate review standards evidence evaluation error traffic diagram interpretation autopsy report analysis civil procedure appeal legal vs factual error

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 letter e of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third article of Law 4335/2015
Article 1 paragraph 1 of the ninth paragraph of Law 4335/2015
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 749 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 749/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Y. D. του Y., κατοίκου ..., 2) ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Φουρτουνίδη, ενώ οι 1ος, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4066/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1050/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-4-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις ...1-9-2017, ... και ..., από 16-8-2017, εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α.

Σ. (η πρώτη) και του Εφετείου Πειραιά Β. Κ. (οι άλλες δύο) προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 5-4-2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-4-2017, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, στους πρώτο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή.

Κατά συνέπεια, αφού οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ’ άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/ 2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την πληττόμενη 1050/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, ήτοι πριν την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο άρθρ. 1 του Ν. 4335/2015, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας (ή μη) των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Το ένδικο ατύχημα συνέβη στις 16-10-2012 και περί ώρα 06.50, στο 18,3° χλμ.

του κάθετου άξονα της Εγνατίας οδού στο τμήμα .... Η εν λόγω οδός είναι, στο σημείο της ένδικης σύγκρουσης, ευθεία, διπλής κατεύθυνσης, με δύο ρεύματα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα οποία διαχωρίζονται με μονή διακεκομμένη διαγράμμιση (άρθρ. 5 παρ. 3β’ του ν. 2696/1999), με πλάτος οδοστρώματος 7,80 μ., με ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 2,20 μ., ρείθρο ενός μέτρου και μπάρες δεξιά του οδοστρώματος για τους κινούμενους προς Δερβένι οδηγούς και ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 0,8 μ., αριστερά του οδοστρώματος για τους κινούμενους προς την ίδια κατεύθυνση οδηγούς.

Η κατάσταση της οδού ήταν υγρή λόγω προηγηθείσας βροχής, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνικά εμπόδια, επικρατούσε φως ημέρας με συννεφιά, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν αυτό των 110 χλμ/ώρα, οριζόμενο με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα ήταν οι ακόλουθες:

Κατά την παραπάνω χρονική στιγμή, ο δεύτερος των εναγόντων, οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο, ιδιοκτησίας της πρώτης ενάγουσας και κινείτο, φορτωμένος με ρύζι, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της παραπάνω οδού με κατεύθυνση προς Δερβένι και με ταχύτητα 30 χλμ/ώρα. Τον ίδιο χρόνο, ομορρόπως με αυτόν στην δεξιά επίσης λωρίδα κυκλοφορίας και σε απόσταση 100 περίπου μέτρων πίσω του, κινείτο ο με αριθμ.

κυκλοφορίας ... ελκυστήρας, ο οποίος είχε τόπο συνήθους στάθμευσης τη Βουλγαρία, εφοδιασμένος και με πράσινη κάρτα, ιδιοκτησίας της εταιρίας με την επωνυμία "..." και ασφαλισμένος, για τις προς τρίτους ζημίες, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, μετά του με αριθμού κυκλοφορίας ... επικαθήμενου-ρυμουλκούμενου, που είχε τόπο συνήθους στάθμευσης τη Βουλγαρία, εφοδιασμένου και με πράσινη κάρτα, ιδιοκτησίας ...

και ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στην τέταρτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, οδηγούμενος από τον πρώτο εναγόμενο. Αυτός κινείτο με ταχύτητα 80 περίπου χλμ/ώρα, μεταφέροντας καυσόξυλα. Όταν ο τελευταίος αυτός οδηγός πλησίασε τον προπορευόμενο δεύτερο ενάγοντα, σε απόσταση 70 περίπου μέτρων, αφού προέβη σε έλεγχο της κίνησης των οχημάτων που κινούνταν πίσω από αυτόν, επιχείρησε υπέρβαση του προπορευόμενου οχήματος, καθιστώντας, από την προαναφερόμενη απόσταση, γνωστή την πρόθεσή του με την αφή του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης [φλας] και άρχισε να εισέρχεται προοδευτικά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, καθόσον αυτό, λόγω της μονής διακεκομμένης διαγράμμισης, ήταν επιτρεπτό πλησιάζοντας το όχημα που οδηγούσε ο δεύτερος των εναγόντων, το οποίο κινείτο με χαμηλή ταχύτητα.

Κατά τη χρονική αυτή στιγμή, στην προαναφερόμενη χιλιομετρική θέση, το ρυμουλκούμενο όχημα που οδηγούσε ο δεύτερος των εναγόντων ξαφνικά και απροειδοποίητα παρέκκλινε της ευθείας πορείας του, από τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο και, κινούμενο προς τα αριστερά, παρεμβλήθηκε στην πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος των εναγομένων, με αποτέλεσμα η δεξιά πλευρά του ελκυστήρα του τελευταίου οδηγού να συγκρουστεί με την αριστερή πλαϊνή και πίσω πλευρά του ρυμουλκούμενου οχήματος που οδηγούσε ο δεύτερος των εναγόντων.

Ο πρώτος των εναγομένων οδηγός, για να αποφύγει περαιτέρω σύγκρουση των δύο οχημάτων, ενήργησε πέδηση μήκους 130 μ. και ελιγμό προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να επιπέσουν τα μεταφερόμενα με αυτό καυσόξυλα στο οδόστρωμα και, ενώ το όχημά του εξακολούθησε να κινείται, δέχθηκε χτύπημα από τα αξόνια του ρυμουλκούμενου με αποτέλεσμα να καταστραφεί η καμπίνα και η καρότσα του οχήματος, να σταματήσει δε δεξιά της οδού δίπλα στο ασφάλτινο έρεισμα, ενώ το προπορευόμενο όχημα που οδηγούσε ο δεύτερος των εναγόντων ακινητοποιήθηκε, το μεν ρυμουλκό, 40 μ.

από τη σημείο της σύγκρουσης, το δε ρυμουλκούμενο, 54,50 μ. από το ίδιο σημείο (ίχνη εκτροπής 40 + 14,50 μ.), δεξιά στο ασφάλτινο έρεισμα και το ρείθρο της οδού. Υπό τα ως άνω περιστατικά, το δικαστήριο κρίνει ότι υπαίτιος της σύγκρουσης και των συνεπειών αυτής είναι ο δεύτερος των εναγόντων, καθόσον αυτός δεν κατέβαλε την κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτούμενη προσοχή, την οποία όφειλε, ως συνετός οδηγός, να καταβάλει, με βάση την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και τη λογική και την οποία μπορούσε, ενόψει των προσωπικών του καταστάσεων και ικανοτήτων, να καταβάλει και να αποφύγει έτσι το παράνομο και αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε και βρίσκεται σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη του.

Ειδικότερα, η αμέλειά του

συνίσταται στο ότι αυτός, αν και αντιλήφθηκε, όπως ο ίδιος αναφέρει στην από 1-11-2012 ένορκη κατάθεσή του στο Τ.Τ. Λητής, το όχημα που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός και μάλιστα, όπως αναφέρει και στη χωρίς όρκο εξέτασή του κατά την πρωτοβάθμια δίκη, αντιλήφθηκε ότι αυτό θα ενεργούσε προσπέραση (...κατάλαβα ότι...

θα έκανε προσπέραση), ξαφνικά και χωρίς να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του με τους αριστερούς δείκτες αλλαγής κατεύθυνσης, αλλά και χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των χρηστών της οδού που κινούνταν πίσω του, λαμβάνοντας υπόψη του τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, παρεμβλήθηκε στην πορεία του οχήματος του πρώτου εναγομένου, με τις συνέπειες που προαναφέρθηκαν.

Παρέβη δηλαδή ο παραπάνω οδηγός τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1 εδαφ. α’ , β’ , 19 παρ. 1, 21 παρ. 1, 2 και 17 παρ. 8α’ , β’ του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.). Αντίθετα, ο πρώτος εναγόμενος οδηγός, προτιθέμενος να εκτελέσει ελιγμό για να εισέλθει στην αριστερή, σε σχέση με την πορεία του, λωρίδα κυκλοφορίας, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, το ρεύμα πορείας από Προμαχώνα προς Δερβένι έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, αφού βεβαιώθηκε ότι μπορεί να πράξει αυτό, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των υπολοίπων που χρησιμοποιούν την οδό, οι οποίοι κινούνταν πίσω από αυτόν ή ετοιμάζονταν να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη του τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, ενεργοποίησε έγκαιρα και από απόσταση τουλάχιστον εβδομήντα μέτρων τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης (φλας), ώστε να γνωστοποιήσει την πιο πάνω πρόθεσή του, αλλά δεν μπορούσε να προβλέψει την απροειδοποίητη και ξαφνική κίνηση προς τα αριστερά του προπορευόμενου οχήματος που οδηγούσε ο δεύτερος των εναγόντων στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο πρώτος των εναγομένων οδηγός, κινούμενος με την υπερβολική ταχύτητα των 100 χλμ/ώρα, προσέκρουσε με σφοδρότητα στο όχημα της πρώτης των εναγόντων, δεν αποδεικνύεται από το αποδεικτικό υλικό που εισφέρθηκε στη δίκη, καθόσον, αν ο παραπάνω οδηγός κινείτο με την προαναφερόμενη ταχύτητα, οι συνέπειες της σύγκρουσης για τον ίδιο, θα ήταν πολύ μεγαλύτερες, αν όχι τραγικές, λόγω του μεγέθους του οχήματος που οδηγούσε, ενώ δεν δικαιολογείται η πέδηση των 130 μέτρων, αν προσέκρουσε με σφοδρότητα, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, στο προπορευόμενο όχημα αυτών.

Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του δεύτερου ενάγοντος οδηγού...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, την από 29-5-2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης 4066/ 2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη, από 12-6-2013 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../14-6-2013, αγωγή τους.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις παρατιθέμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθώς και εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 21 παρ. 1-3 και 17 παρ. 8α-β ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τα διδάγματα κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, κατά συνέπεια, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές που με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις καθιστούν σαφές ότι υπεύθυνος, αποκλειστικά, του επίδικου τροχαίου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου (ρυμουλκού με ρυμουλκούμενο) - δεύτερος αναιρεσείων. Οι αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές αυτής για την αιφνίδια κίνηση - παρεμβολή, από τη δεξιά λωρίδα προς την αριστερή, σε σχέση με την πορεία του, του εν λόγω αυτοκινήτου (που κινούνταν με ταχύτητα 30 χιλιομέτρων ανά ώρα) στο ρεύμα πορείας προς Δερβένι της οδού "...", όπου ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγώντας τον ...

ελκυστήρα με το ... επικαθήμενο - ρυμουλκούμενο, κινούνταν κανονικά με επιτρεπόμενη ταχύτητα 80 χιλιομέτρων περίπου ανά ώρα (που δεν υπερέβαινε, δηλαδή, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 110 χιλιομέτρων ανά ώρα), κατά τη στιγμή που αυτός επιχειρούσε να προσπεράσει, από αριστερά, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο δεύτερος αναιρεσείων, αφού προηγουμένως είχε τηρήσει όσα προβλέπονται στις οικείες διατάξεις του ΚΟΚ (άρθρ. 17 και 21), ενώ μάλιστα ο τελευταίος είχε αντιληφθεί την κίνηση αυτή, για την προσπέραση, του πρώτου αναιρεσιβλήτου, στηρίζουν, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.

Ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτες οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, κατά τις οποίες το Εφετείο στην πληττόμενη απόφασή του, 1) αν και έκρινε ότι η ταχύτητα των δύο αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν ανερχόταν σε 30 και 80 χιλιόμετρα, αντίστοιχα, στη συνέχεια, δέχεται, αντιφατικά όμως, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος πραγματοποίησε πέδηση 130 μέτρων, που δεν ήταν αναγκαία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, αλλά θα αρκούσε μία πολύ συντομότερη πέδηση για την ακινητοποίηση του αυτοκινήτου του, 2) δεν προσδιορίζει ποίο είναι το σημείο σύγκρουσης των δύο αυτοκινήτων και, συγκεκριμένα, αν η σύγκρουση έγινε στη δεξιά ή στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, 3) δεν αναφέρει σε πόση απόσταση κινούνταν, παραλλήλως, τα δύο αυτοκίνητα κατά το χρόνο που ο πρώτος αναιρεσίβλητος προσπαθούσε να πραγματοποιήσει την επίμαχη προσπέραση, 4) δεν διευκρινίζει ποία ήταν η αιτία που ο δεύτερος αναιρεσείων, κινούμενος με μικρή ταχύτητα (30 χιλιόμετρα ανά ώρα), επιχείρησε αιφνιδιαστικά τον ελιγμό προς αριστερά, μολονότι είχε αντιληφθεί, κατά τη σχετική παραδοχή, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος επιχειρούσε, εκείνη τη στιγμή, την προσπέραση, καθώς μάλιστα δεν γίνεται μνεία για το ότι επιχειρήθηκε η υπέρβαση άλλου προπορευόμενου αυτοκινήτου ή για το ότι υπήρχε άλλο εμπόδιο και 5) αν και αρχικά δέχεται ότι η πέδηση του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, σε μήκος 130 μέτρων, έγινε μετά τη σύγκρουση, εν τούτοις, η κρίση αυτή καθίσταται, ακολούθως, ενδοιαστική και αμφίβολη, γιατί αναφέρεται, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται, ότι "...αν ο παραπάνω οδηγός κινείτο με την προαναφερόμενη ταχύτητα (εννοεί την υπερβολική, κατά τους αναιρεσείοντες, των 100 χιλιομέτρων ανά ώρα), οι συνέπειες της σύγκρουσης για τον ίδιο θα ήταν πολύ μεγαλύτερες, αν όχι τραγικές, λόγω του μεγέθους του οχήματος που οδηγούσε, ενώ δεν δικαιολογείται η πέδηση των 130 μέτρων αν προσέκρουσε με σφοδρότητα, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, στο προπορευόμενο όχημα αυτών..." που υπονοεί ότι η σύγκρουση συνέβη μετά την ολοκλήρωση της πέδησης των 130 μέτρων.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι, ειδικότερα, αλυσιτελείς, διότι ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού - δεύτερου αναιρεσείοντος (και στην έλλειψη συνυπαιτιότητας του άλλου οδηγού - πρώτου αναιρεσιβλήτου) στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ’ αυτήν τα εν λόγω στοιχεία που οι αναιρεσείοντες παραθέτουν και θεωρούν ότι είναι απαραίτητα.

Ειδικά, η πιο πάνω, υπό αριθμητικό στοιχείο 5, αιτίαση αναφέρεται σε πλεοναστική αιτιολογία που εκ περισσού διατυπώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, όχι για να στηρίξει και μάλιστα αποκλειστικά την κρίση του Εφετείου για την αποκλειστική υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος αλλά για να ενισχύσει απλώς την κρίση του αυτή και δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι επίσης απαράδεκτος, καθόσον οι επικαλούμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτόν πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατόπιν αυτών, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 1953/2017).

Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, επίσης, και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο συνεκτιμά το έγγραφο με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ή δεν παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που περιέχονται στο έγγραφο (ΑΠ 640/2016, ΑΠ 612/2016).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του σχετικού σχεδιαγράμματος της Τροχαίας Λητής Θεσσαλονίκης και της από 16-10-2012 έκθεσης αυτοψίας της ίδιας Τροχαίας, που οι αναιρεσείοντες παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραλείποντας να αναγνώσει κρίσιμα για την ουσία της υπόθεσης μέρη των εγγράφων αυτών με αποτέλεσμα να δεχθεί, τελικά, πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα εν λόγω έγγραφα και, ειδικότερα, παρέλειψε να αναγνώσει ότι 1) στο μεν σχεδιάγραμμα, τα ευρήματα της σύγκρουσης (σημείο σύγκρουσης, ίχνη πέδησης του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ίχνη εκτροπής του αυτοκινήτου του δεύτερου αναιρεσείοντος, πορεία και των δύο αυτοκινήτων πριν από τη σύγκρουση) απεικονίζονται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και 2) στη δε έκθεση αυτοψίας, αναγράφεται ότι το αυτοκίνητο του πρώτου αναιρεσιβλήτου υπέστη βλάβες και στην μπροστινή και στην αριστερή πλευρά του, ενώ αυτές, πάντα κατά τους αναιρεσείοντες, μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που έγινε δεκτό, ήτοι υπέρ των προαναφερόμενων απόψεων των αναιρεσειόντων ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των δύο οδηγών.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος και της έκθεσης αυτοψίας της Τροχαίας, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου τους, διαφορετική από εκείνη που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθή (ΑΠ 60/2014, ΑΠ 162/2012).

Εκτός τούτου, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα αυτά που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου τους σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα.

Η εσφαλμένη, όμως, αυτή, κατά τους αναιρεσείοντες, αξιολόγηση των συγκεκριμένων εγγράφων δεν σημαίνει ότι το Εφετείο παρέλειψε να αναγνώσει όλο το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών και να τα λάβει συνολικά υπόψη του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης της απόφασης.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους, αφού αυτοί ερημοδίκησαν, ούτε, βέβαια, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Απριλίου 2017 αίτηση 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." και 2) του Ν. Σ. Κ. για αναίρεση της 1050/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "...", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Απριλίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ