Supreme Court dismisses appeal for failure to prove non-consideration of sworn testimony in second-instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision, which had accepted the municipality's claim. The appellants argued that the Second Instance Court erred by failing to consider a sworn witness deposition presented before the First Instance Court. The court ruled that the Second Instance Court explicitly confirmed in its judgment that it had taken this testimony into account, rendering the appeal groundless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11γ), 577(1), 577(2) of the Code of Civil Procedure; The appeal alleging that the second-instance court failed to consider a sworn deposition presented to the first-instance court is inadmissible if the second-instance judgment explicitly confirms that such evidence was taken into account.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 748 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 748/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Γώγου, και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ε. Σ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: ΝΠΔΔ ΟΤΑ α' Βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ...", με ΑΦΜ: ... Δ.Ο.Υ. ..., που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λαπατώνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Το παραπάνω Δικαστήριο, με την 46/2006 μη οριστική απόφασή του, ανέβαλλε τη συζήτηση της υπόθεσης, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί συναφούς υποθέσεως. Μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης, ασκήθηκε η από 25-7-2017 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., και συνεκδικάσθηκε με την πρώτη αγωγή.
Εκδόθηκε η απόφαση: 30/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1573/2021 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-1-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17.01.2022 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1573/14.09.2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 06.02.2019 έφεση αυτών (αναιρεσειόντων) κατά της υπ' αριθμ. 30/07.09.2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 15.12.2003 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε απορρίψει την από 25.07.2017 ανταγωγή των αναιρεσειόντων.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπήρξε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων - αντεναγόμενος - εφεσίβλητος) Ο.Τ.Α. με την από 15.12.2003 απευθυνθείσα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και στραφείσα κατά του πρώτου αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου των λοιπών αναιρεσειόντων Κ. Σ. του Α. (εναγομένων - αντεναγόντων - εκκαλούντων) αγωγή του ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του περιγραφομένου σ' αυτή (αγωγή) ακινήτου και να υποχρεωθούν οι αντίδικοί του να αποδώσουν σ' αυτόν τη νομή του.
Συζητήσεως γενομένης στο ως άνω Δικαστήριο κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 46/09.03.2006 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση από το Συμβούλιο της Επικρατείας επί της από 21.01.2004 αιτήσεως ακυρώσεως των εναγομένων, η οποία παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο αυτό, με την υπ' αριθμ. 231/2004 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ....
Εκδοθείσης αποφάσεως από το Συμβούλιο της Επικρατείας επί της ως άνω αιτήσεως, η από 15.12.2003 αγωγή επανήλθε προς συζήτηση, με την από 21.03.2017 κλήση του αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Παραλλήλως, ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...) ασκήθηκε, με ιδιαίτερο δικόγραφο, η από 25.07.2017 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειόντων.
Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και συνεκδικασθεισών των ως άνω αγωγής και ανταγωγής, κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 30/12.11.2018 οριστική απόφαση του ειρημένου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η ανταγωγή και έγινε δεκτή η αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν στο Τριμελές Εφετείο ... οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 06.02.2019 έφεσή τους ζητώντας την τυπική και κατ' ουσίαν παραδοχή αυτής, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διακράτηση και αναδίκαση από αυτό της αγωγής και της ανταγωγής, την απόρριψη της πρώτης και την παραδοχή της δεύτερης.
Συζητήσεως γενομένης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1573/14.09.2021 απόφασή του, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ'ουσίαν καθό μέρος αφορούσε την από 15/12/2003 αγωγή και έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, καθό μέρος αφορούσε την ανταγωγή εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε προς εκδίκαση η ανταγωγή, η οποία απορρίφθηκε, σύμφωνα με τις προβλέψεις των άρθρων 522 και 536§1 του Κ.Πολ.Δ., για τον λόγο ότι η εκδίκασή της ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στρέφονται με την κρινομένη αίτησή τους οι αναιρεσείοντες ζητώντας την αναίρεσή της για τους διαλαμβανομένους στο αναιρετήριο τέσσερις λόγους αναιρέσεως. Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στις οποίες στηρίχθηκε η εκφορά της δικαστικής του κρίσεως, είναι, κατά λέξη, οι ακόλουθες: "Με το π.δ.
της 31.07.1925 "Περί εγκρίσεως σχεδίου ρυμοτομίας της μη καείσης εκτάσεως της πόλεως των ...", ευρύτερη έκταση 69 στρεμμάτων απαλλοτριώθηκε για τη δημιουργία κεντρικής πλατείας. Το έτος 1958, μετά από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου ... (360/1956), πωλήθηκε στον Α. Σ., πατέρα και δικαιοπάροχο των εναγομένων, δημοτικό οικόπεδο, εκτάσεως 238,78 τ.μ., κείμενο στη θέση "...", επί της οδού ..., εντός της ανωτέρω εκτάσεως των 69 στρεμμάτων, το οποίο ο τελευταίος κατείχε αυθαίρετα πλέον της πενταετίας (βλ.
συμβόλαιο με αριθμό .../1958). Ακολούθως, μετά από την από 08.04.1975 αίτηση των Α. και Κ. Σ., εκδόθηκε η υπ' αριθμ. .../1975 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης, η οποία κυρώθηκε με την .../1975 απόφαση του Νομάρχη ..., με την οποία καθορίστηκε ως υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης ο Δήμος .... Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. .../1977 οικοδομική άδεια του Γραφείου Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας ..., η οποία εκδόθηκε επ' ονόματι των αιτούντων, βάσει του ν. 5269/1931 "Περί αδειών οικοδομής επί των ρυμοτομούμενων ακινήτων" (Α' 274), επιτράπηκε η ανέγερση τριώροφης οικοδομής εντός του επίμαχου ακινήτου.
Ακολούθως, προκειμένου να αποφύγει ο Δήμος την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, το δημοτικό συμβούλιο ... εξέτασε τη δυνατότητα παραχώρησης άλλου δημοτικού οικοπέδου έναντι του επιδίκου, σύμφωνα με την περιπτ. 4 του άρθρου 6 του ν. 797/1971, που έχει εφαρμογή και για τους Δήμους, κατά την οποία προβλέπεται η δυνατότητα παραχώρησης στους δικαιούχους αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης των ακινήτων τους, ως αντάλλαγμα αντί της αποζημίωσης σε χρήμα, ακίνητο περιουσιακό στοιχείο, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι πρόκειται για εκτέλεση έργου κοινής ωφελείας.
Την ανωτέρω όμως εξεταζόμενη ανταλλαγή δεν ενέκρινε ο Νομάρχης ..., οπότε το δημοτικό συμβούλιο, με την υπ' αριθμ. 273/14.09.1977 απόφασή του, αποφάσισε την απόκτηση του εν λόγω ακινήτου των εναγομένων με την καταβολή αποζημίωσης για τη δημιουργία δημοτικού πάρκου, που αποτελεί λόγο "μέγιστης δημόσιας ωφέλειας".
Κατόπιν τούτου, ο Δήμος ..., με αίτηση που υπέβαλε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ..., προχώρησε στον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Το εν λόγω δικαστήριο με την 88/1978 απόφασή του, καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για το επίδικο οικόπεδο και την εντωμεταξύ ανεγερθείσα τριώροφη οικοδομή το ποσό του 1.983.000 δρχ, το οποίο, εν συνεχεία, ο Δήμος το κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Σχετική ανακοίνωση για την παρακατάθεση της αποζημίωσης δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ' .../1978, οπότε με τον τρόπο αυτό συντελέστηκε η ρυμοτομική απαλλοτρίωση (ΟλΣτΕ 1467/08 και 1001/07). Ακολούθως, οι εναγόμενοι στις 30.05.1978 κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... αίτηση για τον προσδιορισμό οριστικής μονάδας αποζημίωσης, επί της αιτήσεως δε αυτής εκδόθηκε η 230/1978 προδικαστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου, με την οποία υποχρεώθηκαν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την επικαλούμενη μεγαλύτερη αξία του ακινήτου τους, πλην όμως μετά την εξέταση μαρτύρων των ενδιαφερομένων, δεν επακολούθησε μετ' απόδειξη συζήτηση και δεν εκδόθηκε οριστική απόφαση.
Μετά ταύτα, επειδή το επίδικο ακίνητο, παρά την παρακατατεθείσα αποζημίωση του ενάγοντος παρέμενε στα χέρια των εναγομένων, οι οποίοι αρνούνταν να το αποδώσουν, ο Δήμος ... ζήτησε και πέτυχε την έκδοση από το Μονομελές Πρωτοδικείο ... της με αριθμό 92/1981 απόφασης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία διατάχθηκε η αποβολή του δικαιοπαρόχου των εναγομένων, καθώς και κάθε τρίτου από το απαλλοτριωθέν ακίνητο, καθώς και η απόδοσή του στο ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. .
Σε εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, ο αιτών Δήμος ... έδωσε εντολή στον δικαστικό επιμελητή ... Δ. Π. να αποβάλει τους εναγόμενους από αυτό και να εγκαταστήσει το ίδιο. Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../1985 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του ως άνω δικαστικού επιμελητή, η εντολή εκτελέστηκε, οι εναγόμενοι αποβλήθηκαν από το εν λόγω ακίνητο και εγκαταστάθηκε σ' αυτό ο ενάγων Δήμος ....
Εν τω μεταξύ ο Α. Σ.ς, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1984 συμβολαίου γονικής παροχής, μεταβίβασε στα τέκνα του Α. και Κ. Σ. το ανωτέρω ακίνητο, αυτοί δε μετά την ως άνω αποβολή τους στις 11.10.1985, δύο ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 13.10.1985, προέβησαν στην επανακατάληψή του. Οι εναγόμενοι αμφισβητούν ότι διενεργήθηκε σε βάρος τους αποβολή από το ακίνητο, όπως πιστοποιείται στην προαναφερθείσα έκθεση αποβολής, πλην όμως τα βεβαιωμένα από τον δικαστικό επιμελητή γεγονότα, τα οποία έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιον αυτού αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, επιτρεπομένης της ανταπόδειξης μόνο με την προσβολή του παραπάνω δημοσίου εγγράφου ως πλαστού (438 ΚΠολΔ), ενέργεια στην οποία ουδέποτε προέβησαν.
Περαιτέρω, αμέσως μετά την κατάληψη, οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση προς το Δήμο ... ζητώντας να ερευνήσει και πάλι τη δυνατότητα παραχώρησης άλλου δημοτικού ακινήτου αντί της χρηματικής αποζημίωσης που είχε παρακατατεθεί, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Πράγματι, όπως ελέχθη, με την 395/1987 απόφαση το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε την ανταλλαγή της αποζημίωσης με άλλο ακίνητο ιδιοκτησίας του στη θέση ..., εμβαδού 530,52 τ.μ. .
Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε αρχικά από το Νομάρχη ..., πλην όμως αναβίωσε με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, η οποία έκανε δεκτή σχετική αίτηση θεραπείας των εναγομένων. Ακολούθως, το ίδιο δημοτικό συμβούλιο εξέδωσε την 1043/1988 απόφασή του, με την οποία ενέκρινε την αντικατάσταση της αποζημίωσης που ήταν κατατεθειμένη στο Τ.Π.Δ.
και της αποζημίωσης που επρόκειτο να καθοριστεί από την αίτηση οριστικής μονάδος που εκκρεμούσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... με άλλο ακίνητο. Όμως, η παραπάνω απόφαση τελικά δεν ευοδώθηκε, επειδή οι διάδικοι διαφώνησαν ως προς το ζήτημα της υποχρέωσης καταβολής του φόρου μεταβίβασης του προς ανταλλαγή ακινήτου.
Μετά το ναυάγιο της ανταλλαγής της αποζημίωσης με άλλο ακίνητο, οι εναγόμενοι υπέβαλαν την από 22.02.1991 αίτηση προς τον Υπουργό Εσωτερικών (αρ. πρωτ. 1219/755/22.2.1991), ζητώντας την ανάκληση της επίδικης απαλλοτρίωσης, λόγω μη πραγματοποιήσεως του σκοπού της εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Η αίτηση διαβιβάστηκε δια της Νομαρχίας στο Δήμο ..., ο οποίος με την υπ' αριθμ. .../1991 απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου απέρριψε το αίτημα, δηλώνοντας τη βούλησή του να πραγματοποιήσει το σκοπό της απαλλοτρίωσης, που ήταν η δημιουργία πάρκου.
Μετά πάροδο δώδεκα ετών, και συγκεκριμένα στις 18.09.2003, οι εναγόμενοι υπέβαλαν στη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... νέα αίτηση για άρση της απαλλοτρίωσης για τον ίδιο λόγο, πλην όμως και πάλι το αίτημά τους απορρίφθηκε σιωπηρά. Τη σιωπηρή απόρριψη της αιτήσεώς τους προσέβαλαν οι εναγόμενοι με την από 22.12.2003 αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ..., η εκδίκαση της οποίας παραπέμφθηκε αρμοδίως στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο με την 4447/2010 απόφασή του έκρινε ότι δεν διαπιστώθηκε βούληση της Διοίκησης να μη χρησιμοποιηθεί το επίδικο ακίνητο για το σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε, ούτε ότι υπήρξε αδικαιολόγητη αδράνεια από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης (20.06.1978) μέχρι την εκδήλωση της προσβαλλόμενης άρνησης (19.12.2003) για την πραγματοποίηση του σκοπού της απαλλοτρίωσης, που να υποδηλώνει εγκατάλειψη του σκοπού της απαλλοτρίωσης.
Ενόσω οι εναγόμενοι επεδίωκαν την άρση της απαλλοτρίωσης στα διοικητικά δικαστήρια, στις 18.12.2003, ο ενάγων Δήμος ..., κατέθεσε την κρινόμενη αγωγή του, αιτούμενος να αναγνωριστεί κύριος του απαλοτριωθέντος ακινήτου και να διαταχθεί η αποβολή των εναγομένων από αυτό. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνδυαζόμενα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, προκύπτει ότι με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ Δ' ...1978 της ανακοίνωσης για την παρακατάθεση από το Δήμο ...
της προσωρινής αποζημίωσης που καθόρισε το Μονομελές Πρωτοδικείο ... με την 83/1978 απόφασή του στο Τ.Π.Δ., έχει συντελεσθεί, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν.δ. 797/1971, η επίδικη ρυμοτομική απαλλοτρίωση, το κύρος δε της απαλλοτρίωσης δεν επηρεάζεται από την τυχόν μη είσπραξη της αποζημίωσης από τους εναγόμενους, ούτε από το γεγονός ότι δεν επακολούθησε ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης.
Με άλλα λόγια η έγκυρη παρακατάθεση της αποζημίωσης εξομοιώνεται με καταβολή αυτής ... . Αποτέλεσμα της κατά τα ανωτέρω συντέλεσης της απαλλοτρίωσης είναι η αδιαμφισβήτητη κτήση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση Δήμο ..., από 20.06.1978, έκτοτε δε αρχίζει και η παραγραφή της αξιώσεως προς είσπραξη της αποζημίωσης (άρθρο 10 παρ. 1 ν.δ. 797/1971). ... .
Οι εκκαλούντες με την έφεσή τους επαναφέρουν την νομοτύπως προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως από το Δήμο ... του δικαιώματος κυριότητάς του επί του επιδίκου. Προκειμένου δε να θεμελιώσουν την ως άνω ένστασή τους επικαλούνται τα ίδια περιστατικά, τα οποία περιέλαβαν στο δικόγραφο της ανταγωγής τους και τα οποία εκτέθηκαν ανωτέρω λεπτομερώς.
Τα παραπάνω περιστατικά, όμως, ανεξαρτήτως από το εάν θεμελιώνουν αδικοπρακτική ευθύνη του εναγόμενου Δήμου ..., δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την επιδίωξη της αξίωσης του τελευταίου να αποβάλει τους εναγομένους από το επίδικο ακίνητο, προκειμένου να καταστήσει εφικτό το σκοπό της απαλλοτρίωσής του, ήτοι να προβεί στη δημιουργία δημοτικού πάρκου προς όφελος των δημοτών του.
Η παραπάνω κρίση δεν αναιρείται ούτε από τη σημαντική καθυστέρηση υλοποίησης του έργου, ούτε από το σταδιακό αποχαρακτηρισμό μερικότερων τμημάτων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου προς όφελος άλλων ιδιοκτητών, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δε συνάγεται σαφώς και ανενδοίαστα βούληση του ενάγοντος να μη χρησιμοποιήσει το απαλλοτριωθέν για το σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε.
Η βούληση μάλιστα του εναγομένου, αλλά και της Διοίκησης γενικότερα, να προχωρήσει τη διαδικασία απαλλοτρίωσης διαπιστώνεται ξεκάθαρα από τη γενικότερη στάση της να διασώσει το επίδικο από τις ενέργειες των εναγομένων. Ειδικότερα, όποτε οι εναγόμενοι πρόβαλαν ίδια δικαιώματα, ο ενάγων είτε επιδίωξε την άρση της οικοδομικής άδειας που αυτοί εξέδωσαν για την ανοικοδόμησή του (1977), είτε προωθούσε τη λύση της αποζημίωσης μέσω του καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος και την παρακατάθεση του ορισθέντος ποσού (1978), είτε της ανταλλαγής με άλλο ακίνητο της ιδιοκτησίας του (1985, 1986, 1987, 1988), είτε προέβαινε στην αποβολή των εναγομένων όταν διαπίστωνε βούληση ιδιοποίησής του (1981 και 1985), είτε απέρριπτε όλες τις αιτήσεις που του υπέβαλαν για άρση της απαλλοτρίωσης (1991, 2003), είτε είχε αδιάλειπτη παρουσία του σε όλα τα δικαιοδοτικά όργανα που προσέφυγαν οι εναγόμενοι για να αμφισβητήσουν τα δικαιώματά του, ενώ δεν πρέπει να παραβλέπεται και το γεγονός ότι και οι εναγόμενοι με την ανακατάληψη του επίδικου στις 13.10.1985 και τη μη αποχώρησή τους μέχρι σήμερα συνέβαλαν ουσιωδώς στην παρακώλυση της αξιοποίησής του.
Πέραν όμως τούτων, η βούληση της Διοίκησης να ολοκληρώσει το σκοπό της απαλλοτρίωσης επιβεβαιώθηκε και από την 85695/4666/06.09.1991 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (Δ' 704), με την οποία εγκρίθηκε το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου ... (1998), που, μεταξύ άλλων, προβλέπει την "Οργάνωση Κεντρικού Δημοτικού Πάρκου στη θέση που βρίσκεται το Δημοτικό Γήπεδο", αλλά αργότερα με την τροποποιητική 4340/30.7.1998 απόφαση του Γ.Γ.
Περιφέρειας ... (Δ' 700), η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία κεντρικής πλατείας - κεντρικού πάρκου. Επομένως, η παραπάνω σταθερή στάση της Διοίκησης υπέρ της πραγματοποίησης του σκοπού απαλλοτρίωσης, δεν θα μπορούσε ποτέ να δημιουργήσει στους εναγομένους της εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων σε κάποιο χρονικό σημείο της κατάληψης της νομής του επιδίκου από τους ίδιους εκδήλωσε πρόθεση απεμπόλησης των δικαιωμάτων του.
Εξάλλου, σύμφωνη με την κρίση αυτή είναι και η 4447/2010 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, διαπιστώνοντας ομοίως τη βούληση του ενάγοντος να υλοποιήσει το σκοπό της απαλλοτρίωσης, απέρριψε σχετική αίτηση ακυρώσεως των εναγομένων κατά της σιωπηρής άρνησης της Διοίκησης να συμμορφωθεί στο αίτημα των τελευταίων για ανάκληση της απαλλοτρίωσης.".
Επειδή, με τα άρθρα 94§§1,3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019 και 1§§1,2 στοιχ. η' του ν. 1406/1983 ορίζονται αντιστοίχως ότι: "Η εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές ... ". "Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ' αυτή.
Στις διαφορές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ.". Επίσης με τα άρθρα 104, 105 εδάφ. α' του Εισ.Ν.Α.Κ.
και 914 του Α.Κ. ορίζεται αντιστοίχως ότι: "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το Δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα.". "Για παράνομες πράξεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που του έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση εκτός εάν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.". "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.".
Από τις διατάξεις αυτές συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 71 του Α.Κ. προκύπτει ότι μπορεί μεν να δημιουργηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. και από υλική πράξη οργάνου του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, και, συνεπώς, να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά υπαγομένη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, μόνον όμως όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημοσίας εξουσίας είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη την οποία πραγματώνει ή επ' ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα που αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών που αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ως φορείς δημοσίας εξουσίας.
Αντίθετα, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη του δημοσίου προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η ανακύπτουσα διαφορά είναι ιδιωτική.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 106 Εισ.Ν.Α.Κ. οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου (105) εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των που βρίσκονται στην υπηρεσία τους (Α.Ε.Δ. 5/1995, Ολ.Α.Π. 15/1993). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με τη διάταξη του ιδίου άρθρου αριθμ. 4 προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ έχει δικαιοδοσία για την εξέταση της αγωγής που ασκήθηκε ενώπιόν του, απορρίπτει αυτή για έλλειψη δικαιοδοσίας, υποπίπτει στο σφάλμα της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου και όχι της υπερβάσεως δικαιοδοσίας (Ολ.Α.Π. 293/1981, Α.Π. 503/2009).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και τούτο διότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, ήτοι απέρριψε την από 25.07.2017 ανταγωγή τους, κρίναν ότι η εκφορά δικαστικής κρίσεως επ' αυτής (ανταγωγής) ανήκει στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της ανταγωγής, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση με την ασκηθείσα από τους εναγόμενους ανταγωγή αποζημιώσεως, λόγω των επικαλούμενων υπαίτια παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του αντεναγόμενου Δήμου ..., εισάγεται διοικητική διαφορά ουσίας, τόσο ως προς την κύρια βάση της αδικοπραξίας, όσο και ως προς την επικουρική της βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον οι αναφερόμενες πράξεις και παραλείψεις του οργάνων του Ν.Π.Δ.Δ.
δεν συναρτώνται με την ιδιωτική του περιουσία, αλλά τελέστηκαν σε σχέση με την οργάνωση και τη λειτουργία της δημοτικής υπηρεσίας. Ειδικότερα, οι αντενάγοντες για να θεμελιώσουν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του αντεναγόμενου επικαλέστηκαν τις παρακάτω ενέργειες και παραλείψεις της Διοίκησης: 1) ότι ο Δήμος ...
το έτος 1958 πώλησε στον δικαιοπάροχό τους Α. Σ. το επίδικο ακίνητο, υποσχόμενος ότι το μεταβιβάζει ελεύθερο παντός βάρους, παρότι γνώριζε ότι σε προγενέστερο χρόνο είχε δεσμεύσει μείζονα έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη έκταση, για ρυμοτομικούς λόγους, γεγονός το οποίο απέκρυψε στον αγοραστή, άλλως, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι δεν προέβη στην προαναφερθείσα εξαπάτηση του δικαιοπαρόχου τους, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο ίδιος ο Δήμος σε προγενέστερο χρόνο είχε προβεί στον αποχαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης ως απαλλοτριούμενης, 2) ότι το έτος 1975 ο ανωτέρω Δήμος εξέδωσε Πράξη Τακτοποίησης και Αναλογισμού της αρχικής απαλλοτρίωσης, παραβλέποντας τον ανωτέρω αποχαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης και χωρίς να κηρύξει νέα απαλλοτρίωση, 3) ότι δεν μετέγραψε την άνω Πράξη, ως όφειλε, και χωρίς να τηρήσει την εκ του νόμου προδικασία, ζήτησε απαραδέκτως τον προσδιορισμό προσωρινής τιμής μονάδος, 4) ότι η Διεύθυνση Πολεοδομίας της Ν.Α. ...
εξέδωσε την 17/1977 άδεια οικοδομής, χωρίς να προβεί στην απόρριψη της σχετικής αίτησης, λόγω της εκκρεμούς απαλλοτρίωσης, 5) ότι στο υπ' αριθμ. …/1984 συμβόλαιο γονικής παροχής του δικαιοπαρόχου του εναγομένων, προσαρτήθηκε η υπ' αριθμ. …/1984 βεβαίωση του Δήμου ... ότι το μεταβιβαζόμενο δεν οφείλει φόρο ακάλυπτων χώρων, ούτε εισφορά επέκτασης σχεδίου πόλεως, 6) ότι ο Δήμος ...
ουδέποτε τους απέβαλε από το εν λόγω ακίνητο, η συνταχθείσα δε υπ' αριθμ. …/1984 έκθεση αποβολής του Δικαστικού Επιμελητή ... Δ. Π. είναι εικονική, 7) ότι ο ίδιος ο Δήμος ... διαπραγματεύθηκε μαζί τους την αντικατάσταση της προσωρινής αποζημίωσης που παρακατατέθηκε από τον ίδιο με άλλο ακίνητο της ιδιοκτησίας του και με την 395/1987 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου αποφάσισε την ανταλλαγή της αποζημίωσης με άλλο ακίνητο, ιδιοκτησίας του, στη θέση ..., εμβαδού 530,52 τ.μ., αποτρέποντάς τους έτσι από τη διεκδίκηση μεγαλύτερου ποσού μέσω της διαδικασίας καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος.
Στη συνέχεια, αφού η απόφαση αυτή ακυρώθηκε από το Νομάρχη ..., με την 17636/31.7.1987 απόφασή του, προσέφυγαν με αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού Εσωτερικών, ο οποίος την έκανε δεκτή και ακύρωσε την πράξη του Νομάρχη, στη συνέχεια δε, το ίδιο δημοτικό συμβούλιο εξέδωσε την 1043/1988 απόφασή του, με την οποία ενέκρινε την αντικατάσταση της αποζημίωσης που ήταν κατατεθειμένη στο Τ.Π.Δ.
και της αποζημίωσης που επρόκειτο να καθοριστεί από την αίτηση οριστικής τιμής μονάδας, η οποία εκκρεμούσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... για ως άνω ακίνητο. Παρά δε την ως άνω βούληση του Δήμου για αντικατάσταση της αποζημίωσης με άλλο ισάξιο του απαλλοτριωθέντος ακίνητό του, αρνήθηκε παράνομα και καθ' υπέρβαση της καλής πίστης να ολοκληρώσει τη διαδικασία ανταλλαγής, παρότι γνώριζε ότι η παρακατατεθείσα χρηματική αποζημίωση (προσωρινή τιμή) είχε ήδη απωλέσει την αξία της, εξαιτίας των συνεχόμενων υποτιμήσεων του νομίσματος και του υψηλότατου τότε πληθωρισμού, 8) ότι μόλις το έτος 2003, ο αντεναγόμενος Δήμος μετέγραψε την Πράξη Τακτοποίησης Αναλογισμού του 1975, προκειμένου να ασκήσει την υπό κρίση αγωγή του, 9) ότι παρά την κηρυχθείσα απαλλοτρίωση, επί σαράντα δύο (42) χρόνια δεν προέβη στη δημιουργία του μνημονευόμενου Πάρκου, που αποτελεί και το σκοπό της απαλλοτρίωσης, 10) ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, έχει αποχαρακτηρίσει και διαθέσει για άλλους λόγους τα 3/4 της έκτασης που είχε απαλλοτριώσει και προόριζε για τη δημιουργία του Πάρκου και 11) ότι ο Δήμος ...
διεκδικεί το επίδικο, παρότι γνωρίζει ότι δεν έχουν αποζημιωθεί σύμφωνα με την αξία του και ότι δεν μπορούν να το αντικαταστήσουν με άλλο ακίνητο, από δική του υπαιτιότητα. Όμως, η ανωτέρω ιστορούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του αντεναγομένου δεν συνδέεται με την διαχείριση της ιδιω¬τικής περιουσίας του, ούτε οφείλεται κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή σε προσωπικό πταίσμα οργάνου του, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων, αλλά αντίθετα οι πράξεις αυτές τελέσθηκαν από τα όργανα του αντεναγομένου σε συνάρτηση με τη λειτουργία του, ως δημοτικής υπηρεσίας, στο πλαίσιο εξυπηρέτησης σκοπού δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την ολοκλήρωση της επίμαχης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης και συγκεκριμένα αναφορικά με το ζήτημα της απόδοσης στους ιδιοκτήτες του απαλλοτριούμενου ακινήτου αξιόχρεου ανταλλάγματος.
Ομοίως διοικητικής φύσεως είναι και η επικουρική βάση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι η υπερκείμενη σχέση είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δημοσίου δικαίου.". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται, αλλά είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η διαφορά που εισήχθη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την άσκηση της εχούσης, όπως προαναφέρθηκε, ανταγωγής συνιστά διαφορά προκληθείσα από την άσκηση της δημοσίας εξουσίας των οργάνων του αναιρεσιβλήτου και όχι κατά τη λειτουργία αυτού ως υποκειμένου του ιδιωτικού δικαίου.
Άλλωστε, από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση δικογράφου της ανταγωγής γίνεται μεν αναφορά στα άρθρα 17 του ισχύοντος Συντάγματος, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 7§1, 13 του ν. 2882/2001, 914 και 932 του Α.Κ. πλην όμως η επίκληση αυτή γίνεται στο πλαίσιο της δραστηριότητας του αναιρεσιβλήτου ως Ο.Τ.Α., ήτοι ως προσώπου δημοσίου δικαίου, και όχι ως υποκειμένου του ιδιωτικού δικαίου, το οποίο ευρίσκεται σε σχέση συναλλακτικής (και μη) ισότητας με τους αντιδίκους του ιδιώτες.
Επειδή, οι προηγούμενες του ν.δ. 797/1971 απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν σε εφαρμογή της νομοθεσίας για τα σχέδια πόλεων, μη καταλαμβανόμενες από τη ρύθμιση του άρθρου 36 του ν.1337/1983, δεν υπάγονται στον κανόνα του άρθρου 2 §3 του προϊσχύοντος κ.ν. 1731/1939 (β.δ. της 29/30.04.1953) κατά τον οποίο αίρονται αυτοδικαίως οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν συντελέσθηκαν με την καταβολή ή την παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της σχετικής πλήρους αποζημιώσεως.
Διότι οι απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται κατά τη νομοθεσία για τα σχέδια πόλεων εξαιρέθηκαν ρητά από τον κανόνα αυτόν με το άρθρο 17 του α.ν. 2003/1939 και 43§4 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, κατά τα οποία ως προς τις απαλλοτριώσεις αυτές ισχύουν οι προϋφιστάμενες των ανωτέρω νόμων ειδικές διατάξεις.
Τέτοιες διατάξεις προκειμένου για απαλλοτριώσεις για εφαρμογή σχεδίων πόλεων, είναι οι διαλαμβανόμενες στα άρθρα 1 και 2 του ν. 5269/1931 "Περί αδειών οικοδομών των ρυμοτομουμένων ακινήτων", όπως αυθεντικώς ερμηνεύθηκαν με τον ν. 1740/1951 που ορίζουν ότι, όταν παρέλθουν άπρακτες οι καθοριζόμενες με αυτές προθεσμίες για την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, χορηγείται η αιτουμένη άδεια για επισκευή ή ανοικοδόμηση του για ρυμοτομία απαλλοτριωθέντος ακινήτου, χωρίς να αίρεται όμως αυτοδικαίως η για την εφαρμογή του σχεδίου επιβληθείσα απαλλοτρίωση και χωρίς να δημιουργείται η υποχρέωση της διοικητικής αρχής για την ανάκληση ή τροποποίηση του σχεδίου ρυμοτομίας για την άρση της απαλλοτριώσεως.
Αλλά οι ανωτέρω απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν, λόγω ρυμοτομίας, εφόσον μετά την κήρυξή τους διατηρούνται χωρίς να πραγματοποιείται η συντέλεσή τους, σύμφωνα με τον νόμο, για μακρό χρονικό διάστημα, το οποίο με τις ιδιαίτερες συνθήκες, που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, υπερβαίνει, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα εύλογα όρια, με αποτέλεσμα να στερείται ο ιδιοκτήτης το δικαίωμα ελεύθερης διαθέσεως του ακινήτου κατά την πραγματική αξία του και ελεύθερης οικονομικής εκμεταλλεύσεως αυτού, αποτελούν οικονομικό και νομικό βάρος της ιδιοκτησίας, που έρχεται σε αντίθεση προς τη συνταγματική προστασία αυτής.
Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει υποχρέωση της διοικήσεως να άρει την αναγκαστική απαλλοτρίωση, την υποχρέωση, δε, αυτή δεν αναιρεί το ότι για την άρση απαιτείται τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, για την οποία ο νόμος προβλέπει την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων, διότι η τροποποίηση προς τον σκοπό να αρθεί η απαλλοτρίωση είναι υποχρεωτική για τη διοίκηση.
Επομένως, ιδιοκτήτης ακινήτου, που έχει ρυμοτομηθεί κατ' εφαρμογήν του σχεδίου πόλεως, εφόσον από την επιβολή της απαλλοτριώσεως παρήλθε μακρύ χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου δεν συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση αυτή με την καταβολή ή την παρακατάθεση της οφειλομένης αποζημιώσεως, μπορεί να απευθυνθεί στη διοίκηση και να ζητήσει την άρση της απαλλοτριώσεως του ακινήτου, γιατί η διατήρησή της, στην περίπτωση αυτή, προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις για την προστασία της ιδιοκτησίας.
Εάν η διοίκηση αρνηθεί να προβεί στη νόμιμη (οφειλομένη) αυτή ενέργεια της, ο θιγόμενος ιδιοκτήτης μπορεί να προσφύγει στα Διοικητικά Δικαστήρια και να ζητήσει την ακύρωση της ρητής ή σιωπηρής άρνησης της Διοίκησης. Το διοικητικό δικαστήριο, εφόσον συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, θα κάνει δεκτή την αίτηση του θιγομένου ιδιοκτήτη, ακυρώνοντας την άρνηση της διοικήσεως και θα αναπέμψει την υπόθεση στη διοίκηση προκειμένου αυτή και μόνον, αφού προβεί στην άρση της ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως σε συμμόρφωση προς την εκδοθείσα δικαστική απόφαση, είτε να τροποποιήσει το ρυμοτομικό σχέδιο κατά τρόπο ώστε να μεταβάλλεται ο συνεπαγόμενος την αναγκαστική απαλλοτρίωση χαρακτηρισμός του ακινήτου, είτε, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να επανεπιβάλει την αρθείσα αναγκαστική απαλλοτρίωση και δεσμεύσει εκ νέου το ακίνητο, είτε, τέλος, να θεωρήσει για κάποιο νόμιμο λόγο (δασικός χαρακτήρας, οριοθέτηση αιγιαλού ή ρέματος) ότι το ακίνητο παραμένει εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι με μόνη τη δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως με την οποία βεβαιώνεται η άρση της απαλλοτριώσεως μέχρι την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, ή την επανεπιβολή σ` αυτό ρυμοτομικής απαλλοτριώσεως, το ακίνητο παραμένει πολεοδομικώς αρρύθμιστο. Εξάλλου, η ρυμοτομική απαλλοτρίωση με το καθεστώς του ν.δ.
της 17.07/16.08.1923 "Περί σχεδίων, πόλεων, κωμών κτλ" (άρθρο 2§1 και άρθρα 32 έως 34 του ως άνω ν.δ., όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, άρθρο 2§§1, 2 και 4 και άρθρο 6 §§1 έως 3 του ν. 5269/1931 του, κατ' εξουσιοδότηση του ν. 5269/1931, εκδοθέντος β.δ. 07/13.05.1936 "Περί εκτελέσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του ν. 5269/1931" κηρύσσεται με τη δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ. (τεύχος Δ' Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων) του σχετικού προεδρικού (παλαιότερα βασιλικού) διατάγματος εγκρίσεως ή τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου και όχι από την πράξη τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως (άρθρο 42 επόμ.
του ν.δ. 17.07/16.08.1923), η οποία αποτελεί μέρος της διαδικασίας συντελέσεως της απαλλοτριώσεως των ρυμοτομουμένων, αλλά και των προσκυρουμένων τμημάτων και δεν δημοσιεύεται στο Φ.Ε.Κ., αφού στις απαλλοτριώσεις για την εφαρμογή εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, για την έναρξη της δίκης καθορισμού της αποζημιώσεως, αλλά και της αναγνωρίσεως δικαιούχων, είναι αναγκαία η "προδικασία" και συγκεκριμένα η σύνταξη της πράξεως τακτοποιήσεως και αναλογισμού από την αρμοδία πολεοδομική Υπηρεσία, η οποία, αφού κυρωθεί αρμοδίως, αποτελεί προϋπόθεση κινήσεως της δίκης (Α.Π. 57/2014).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και, κατ' επέκταση, σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στην συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι με αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) παραβιάσθηκαν ευθέως και εκ πλαγίου οι διατάξεις των άρθρων 1§1 και 2 του α.ν. 1731/1939 και, τούτο, διότι δεν αξιολογήθηκε από την άνω δικαστική απόφαση ο παραδεκτά προβληθείς ισχυρισμός τους ότι η απαλλοτρίωση που είχε επιβληθεί με το από 31.07/19.08.1925 διάταγμα "Περί εγκρίσεως σχεδίου ρυμοτομίας της μη καείσης εκτάσεως της πόλεως ..." - Φ.Ε.Κ.
Α' 215 στο επίδικο ακίνητο είχε αυτοδικαίως αρθεί λόγω μη συντελέσεώς της κατά το χρονικό σημείο της πωλήσεως αυτού (επιδίκου ακινήτου) εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου προς τον απώτατο δικαιοπάροχό τους Α. Σ. του Ι.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται (αν και ορθότερα για την προβολή του έπρεπε να γίνει επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.) πλην όμως είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ότι κατά τη μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο στον απώτατο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, η επ' αυτού απαλλοτρίωση είχε αυτοδικαίως αρθεί έννομη, συνέπεια η οποία δεν είχε επέλθει κατά τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα.
Επειδή κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 8/2001, Ολ.Α.Π. 7/2002).
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυναμώσεως του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπόχρεο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.Α.Π. 8/2001). Περαιτέρω, ειδικότερη μορφή καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος συνιστά η αποδυνάμωση δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα, αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και, αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, υπό τις συνθήκες δε αυτές η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς - επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών της Α.Κ. 281 είναι, δηλαδή, καταχρηστική (Α.Π. 502/2021, Α.Π. 200/2018, Α.Π. 496/2014, Α.Π. 831/2013).
Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 του Α.Κ. από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφαση του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζομένη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (Α.Π. 1875/1999).
Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως μπορεί να αντιταχθεί και κατά διεκδικητικής ή αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, έχει δε εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημοσίας τάξεως. Απαιτείται, τέλος, οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.Α.Π. 10/2012).
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών συνισταμένων στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 281 του Α.Κ., 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως περί προασπίσεως των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που συμφωνήθηκε στο Παρίσι, στις 20.03.1952, και κυρώθηκε με το ν.
δ. 53 της 19/20.09.1974, και 25§1 του ισχύοντος Συντάγματος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται πλην όμως είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, είναι αληθές ότι η διαφορά των διαδίκων διήρκεσε επί μακρόν, με περιόδους υφέσεως και εξάρσεως. Όμως, ουδέποτε η συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου υπήρξε τέτοια ώστε να δημιουργηθεί στους αναιρεσείοντες η εύλογη πεποίθηση ότι τελικά δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του επί του επιδίκου ακινήτου.
Το γεγονός ότι έγιναν προσπάθειες συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς προς τον σκοπό της ελαχιστοποιήσεως της ταλαιπωρίας των αναιρεσειόντων καταδεικνύει ακριβώς την επιθυμία του αναιρεσιβλήτου να πραγματοποιήσει το έργο για το οποίο ρυμοτομήθηκε το επίδικο ακίνητο. Αντιθέτως, η πλευρά των αναιρεσειόντων πάντοτε υπήρξε αρνητική στις προσπάθειες επιλύσεως της διαφοράς καίτοι ευρισκόταν σε μειονεκτική θέση, ενόψει της συντελέσεως της απαλλοτριώσεως.
Συνεπώς, η όποια ζημία της πλευράς αυτής οφείλεται σε επιλογές της σχετικά με τη διαχείριση της διαφοράς. Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα ανωτέρω και απέρριψε τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του νόμου, ενώ η απορριπτική αιτιολογία του είναι πλήρης, σαφής και άνευ αντιφάσεων.
Επειδή, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. .
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (Α.Π. 374/2012, Α.Π. 222/2008, Α.Π. 70/2008, Α.Π. 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1874/2008, Α.Π. 105/2005) εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο), κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλομένη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005).
Για την πληρότητα όμως του ιδίου λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσκομιδή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρισίμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 567/1996, Α.Π. 1535/1995).
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες μέμφονται το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας αυτού συνισταμένη στο ότι για την εκφορά της δικαστικής κρίσεως δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της πλευράς των αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία (ένορκη κατάθεση) περιλήφθηκε στα πρακτικά της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτά προβάλλεται πλην όμως είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στην προσβαλλομένη απόφασή του βεβαιώνει ότι: "Από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την 46/2006 πρωτοβάθμια απόφαση (που ανέστειλε τη συζήτηση της υπόθεσης) πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων που εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και από όλα τα ... .".
Από τη βεβαίωση αυτή προκύπτει ανενδοιάστως ότι το εκδώσαν την προσβαλλομένη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για την εκφορά της δικαστικής του κρίσεως την ως άνω ένορκη κατάθεση. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ.
ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν, λόγω της ήττας τους, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 281§2 του ν. 3463/2008 "Κύρωση Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων")
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.01.2022 αίτηση των Α. Σ. του Α., Α. Σ. του Κ. και Ε. Σ. του Κ. κατά του Ο.Τ.Α., με την επωνυμία "Δήμος ...", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1573/14.09.2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ....
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων ευρώ (500,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ