Legislator Case Law & Legislation
748/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appealability grounds due to vague legal argument regarding common sense teachings.

Case Number 748/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision on marital property contribution. The appellant argued the appellate court erred by failing to apply common sense teachings regarding parental care needs and the wife's ability to manage her children's education. The court rejected this appeal as inadmissible because the legal grounds were vague and did not specify the exact rule of law violated, while also noting that the appeal challenged matters of fact and evidence evaluation which are not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(b) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it is vague and fails to specify the substantive legal rule violated, or if it challenges matters of fact and evidence evaluation not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague legal grounds common sense teachings appellate review limits marital property contribution evidence evaluation Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 1400(1) of the Civil Code
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 748 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 748/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βαρότσο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Χ., τέως συζύγου Σ. Κ., το γένος Ε. Γ., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαγδαληνής Ευκαρπίδου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/5/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ` αριθ. 44/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, το οποίο έκανε δεκτή την από 15-7-2020 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ` αριθ. 52ΕΙΔ/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, η οποία είχε απορρίψει την από 10-10-2016 αγωγή της αναιρεσιβλήτου περί συμβολής της στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους και υποχρέωσε τον τελευταίο να της καταβάλλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των 91.333,00 ευρώ, στο οποίο αποτιμήθηκε η συμβολή της στην αύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1400 παρ.1 ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή.

Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια. Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ` αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΟλΑΠ 28/1996, ΑΠ 358/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1155/2017).

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1646/2018).

Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, (ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση ( ΑΠ 782/2019).

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.

Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι: α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020).

Ο εναγόμενος δε ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου φέρεται η περιουσία, ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο φερόμενος δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 546/2009).

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ` απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 588/2020).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν, στις 6/7/1975 νόμιμο θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν δυο τέκνα, τον Σ….., ήδη ενήλικα και τον Σ….., ο οποίος απεβίωσε στις 25/2/2010, καθώς έπασχε εκ γενετής από κυστική ίνωση.

Ο γάμος τους λύθηκε στις 3/4/2014, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1494/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη στις 24/11/2014 λόγω μη ασκήσεως ενδίκων μέσων. Ειδικότερα, ενώ η συμβίωση τους ήταν αρμονική, περί το 2001 άρχισε να κλονίζεται, καθώς ο εναγόμενος συνήψε εξωσυζυγικό δεσμό και πολλές φορές απουσίαζε αδικαιολόγητα από την οικογενειακή στέγη, πέραν των δικαιολογημένων απουσιών του, λόγω του επαγγέλματος του ως πλοιάρχου σε εμπορικά πλοία παλαιότερα και, από το 2000, ως πλοηγού Υ.Ε.Ν.

Τότε προέβη και σε μίσθωση οικίας στο ..., όπου διανυκτέρευε πολλές φορές, απουσιάζοντας από τη συζυγική εστία, ενώ το 2007, με δική του πρωτοβουλία και αίτηση μετατέθηκε ως πλοηγός του Υ.Ε.Ν. από το ….. στη …… και εγκαταστάθηκε μόνος του στα …., σε ιδιόκτητη κατοικία, ως περιγράφεται κατωτέρω. Ούτε, όμως, και σε εκείνο το χρονικό σημείο, διεκόπη οριστικά η συμβίωση των διαδίκων, αφού εξακολουθούσαν να συμβιώνουν είτε στη συζυγική τους οικία στην …., επί της οδού …αρ.

…(στην περιοχή …..), όταν ο εναγόμενος επισκέπτονταν την ενάγουσα και τα τέκνα του στην …., είτε στη κατοικία του εναγόμενου στα ….., σε περιόδους διακοπών, όπου μετέβαινε εκεί η ενάγουσα. Στις 25/2/2010 απεβίωσε ο δεύτερος υιός των διαδίκων, μετά από ολιγόμηνη νοσηλεία του, εξ αιτίας της εκ γενετής νόσου της κυστικής ίνωσης από την οποία έπασχε.

Η κηδεία αυτού έγινε με πρωτοβουλία του εναγομένου στη …., ενώ το γεγονός αυτό υπήρξε το καταληκτικό της οριστικής διάσπασης του έγγαμου βίου των διαδίκων αφού από το χρονικό αυτό σημείο και μετά ο εναγόμενος δεν δέχθηκε ξανά την ενάγουσα να μένει στο σπίτι του στα …… ούτε ο ίδιος διέμεινε με αυτήν ξανά στη συζυγική τους οικία στην …., με πρόθεση οριστικής διάσπασης του έγγαμου βίου τους, κατέθεσε, δε, λίγους μήνες αργότερα, την από 30/7/2010 αγωγή διαζυγίου λόγω υπερδιετούς διαστάσεως και ο γάμος τους λύθηκε με την προαναφερόμενη ήδη αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου μεταξύ των διαδίκων (1975), ο εναγόμενος εργάζονταν ως Πλοίαρχος του ΕΝ, αποκτώντας πολύ σύντομα το βαθμό του Α' πλοιάρχου, ενώ υπήρξε ναυτολογημένος για μεγάλα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια των ετών. Στη συνέχεια το έτος 2000 άρχισε να εργάζεται ως πλοηγός Υ.Ε.Ν.

στο Πειραιά μέχρι το έτος 2007, όποτε, μετά από αίτηση του, ως προειπώθηκε, μετατέθηκε στη …. και συνέχισε να εργάζεται πλέον εκεί, ως πλοηγός, μέχρι το έτος 2014, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Τα εισοδήματά του, εξάλλου, από την εργασία του ήταν πάντοτε υψηλά καθώς είναι παγκοίνως γνωστό το ύψος των μηνιαίων αποδοχών των πλοιάρχων του Ε.Ν., το οποίο βέβαια κυμαίνεται ανάλογα με το είδος του πλοίου στο οποίο ναυτολογείται, κατά μέσον όρο ανέρχεται, βέβαια, στο ποσό των 5.500 ευρώ, ενώ το ετήσιο εισόδημα διαμορφώνεται ανάλογα του χρονικού διαστήματος που είναι ναυτολογημένος κατά τη διάρκεια του έτους.

Ως εμφαίνεται από το πίνακα θαλάσσιας υπηρεσίας του εναγομένου, αυτός ήταν ναυτολογημένος μεγάλα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια των ετών από 1975 μέχρι 2000, εκτός από παύσεις ολίγων μηνών, ενώ από τα εκκαθαριστικά σημειώματα, που προσκομίζονται από την ενάγουσα, προκύπτει ότι τα εισοδήματά του, κατά το χρόνο που εργάζονταν ως πλοηγός ανέρχονταν, το οικονομικό έτος 2004 σε 45.885 ευρώ, το οικονομικό έτος 2005 σε 49.400,59 ευρώ, το οικονομικό έτος 2006 σε 53.793,61 ευρώ, το οικονομικό έτος 2007 σε 58.150,39 ευρώ, το οικονομικό έτος 2008 σε 63.250,68 ευρώ, το οικονομικό έτος 2009 σε 71.334,51 ευρώ, το οικονομικό έτος 2010 σε 73.549,31 ευρώ και το οικονομικό έτος 2011 σε 73.907,75 ευρώ.

Αντίθετα, η ενάγουσα δεν εργάστηκε ποτέ κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους αλλά ασχολήθηκε με τη φροντίδα του οίκου τους και την ανατροφή των τέκνων τους ενώ καθ' όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, η οικογένεια στεγάζονταν σε ιδιόκτητο διαμέρισμα της ενάγουσας, στα ……, το οποίο στην αρχή της είχε παραχωρήσει ο πατέρας της και κατόπιν, εν έτη 1989, της μεταβίβασε με γονική παροχή, δυνάμει του υπ' αριθμ.

…….. συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Θέτιδος Καφαντάρη. Έτσι, καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου τους, ο εναγόμενος κάλυπτε εξ ολοκλήρου τις δαπάνες διαβίωσης της οικογένειας, τόσο των κοινών τέκνων τους και της λειτουργίας του οίκου τους όσο και τις ατομικές ανάγκες διατροφής της ενάγουσας, καταβάλλοντος, κατά τους ισχυρισμούς του, το ποσό των 1.500 ευρώ μηνιαίως ενώ από το έτος 1997 και μέχρι το έτος 2010, κάλυπτε, επίσης, εξ ολοκλήρου όλα τα έξοδα παραμονής και φοίτησης του μεγάλου υιού τους, Σ….., στη ……Ιταλίας, όπου σπούδαζε στο τμήμα ……., χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Επίσης, ο εναγόμενος κάλυψε τα έξοδα σπουδών του μικρότερου και ήδη αποβιώσαντος υιού τους, Σ…., αρχικά σε ιδιωτικό ΙΕΚ κινησιοθεραπείας και κατόπιν σε ΑΕΙ των Αθηνών καθώς και τη δαπάνη για αγορά ΙΧΕ αυτοκινήτου σε αυτόν και επίσης όλα τα έξοδα για τα φροντιστήρια των τέκνων τους, προκειμένου να προετοιμαστούν για τη συμμετοχή τους στις Πανελλαδικές Εξετάσεις για την εισαγωγή τους σε τμήματα ΑΕΙ της ημεδαπής καθώς και τα φροντιστήριά τους για την εκμάθηση ξένων γλωσσών και Ωδείο.

Η ενάγουσα, δε, προσέφερε τις υπηρεσίες της στη συντήρηση και λειτουργία του οίκου και την ανατροφή των τέκνων τους σε άριστο επίπεδο, πέραν της εκ του νόμου υποχρέωσης της, αφού ο εναγόμενος ουδέποτε ασχολήθηκε με αυτό και ήταν η ίδια εξ ολοκλήρου επιφορτισμένη, ενώ ενέτεινε σε αυτό τις δυνάμεις της και εκ του πρόσθετου λόγου ότι απαιτείτο η ιδιαίτερη προσοχή της στο δεύτερο τέκνο τους, λόγω της εύθραυστης υγείας του.

Πρέπει να συνεκτιμηθεί, εξάλλου, και το γεγονός ότι η ενάγουσα απασχολούμενη εξ ολοκλήρου και σε άριστο επίπεδο με τη φροντίδα του οίκου και των τέκνων των διαδίκων, απάλλασσε τον εναγόμενο από το μέτρο της αντιστοιχούσας σε αυτόν υποχρέωσης, με αποτέλεσμα να δίνει σε αυτόν τη δυνατότητα να εκτελεί αναπόσπαστα τα εργασιακά του καθήκοντα, αποκερδαίνοντας χρήματα αλλά και συμπληρώνοντας, έτσι, τη θαλάσσια υπηρεσία του, που του έδωσε μετέπειτα τη δυνατότητα της εμπειρίας, ώστε να επιλεγεί για τη θέση του πλοηγού Υ.Ε.Ν., σε αντίθεση με την ίδια που δεν, μπόρεσε, εξ αυτή της ενασχόλησής της με τις οικογενειακές ανάγκες να αναπτύξει επαγγελματική δραστηριότητα.

Επίσης, προσέφερε το ιδιόκτητο διαμέρισμά της επιφανείας 63 τ.μ. στα ……, ώστε να στεγάζεται η οικογένεια, εξοικονομώντας έτσι τη τεκμαρτή δαπάνη των 300 ευρώ, κατά μέσο όρο, από την εκμίσθωση άλλου διαμερίσματος αυτής της κατηγορίας. Έτσι, υπολογίζεται ότι συνολικά η συμμετοχή της στις ανάγκες της οικογένειας με τις αποτιμητές σε χρήμα υπηρεσίες της και τη τεκμαρτή μισθωτική αξία της ιδιόκτητης οικογενειακής στέγης που παρείχε, ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 900 ευρώ.

Εξάλλου, ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του, είχε αποκτήσει ένα ακίνητο έκτασης 2.032,75 τμ, ευρισκόμενου στα …., το οποίο απέκτησε έναντι τιμήματος 200.000 δρχ. το έτος 1980, δυνάμει του υπ' αριθμ. …./1980 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβ/φου ….. Μ. Τ. και επί του οποίου, κατά το χρονικό διάστημα από 1981 μέχρι 1983, ανοικοδόμησε ισόγεια οικία και οικία πρώτου ορόφου, δυνάμει της υπ' αριθμ.

…/1981 οικοδομικής αδείας της Δ/νσης Πολεοδομίας Νομαρχίας …… και της από 12/1/1983 αναθεώρησης αυτής. Η εμπορική, δε, αξία του ακινήτου αυτού, κατά το κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής, υπολογίζεται στο ποσό των 200.000, ευρώ ενώ η αντικειμενική του στο ποσό των 76.919,86 ευρώ. Ένα αγροτεμάχιο έκτασης 2.309,82 τμ, ευρισκόμενο στην περιοχή … του νομού …….

Κρήτης, το οποίο απέκτησε το έτος 1991, δυνάμει του υπ' αριθμ. …../1991 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμ/φου ….. Ι. συζ. Ε..Σ., το γένος Π., αντί τιμήματος 700.000 δρχ. και του οποίου η αξία κατά το κρίσιμο χρόνο ανέρχεται σε 70.000 ευρώ, ενώ n αντικειμενική του αξία υπολογίστηκε σε 13.581,74 ευρώ. 'Ένα αυτοκίνητο μάρκας V. τύπου G., 1600 κ.ε, το οποίο κυκλοφόρησε το έτος 2001, αξίας κατά το κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής 2.500 ευρώ, ένα αυτοκίνητο μάρκας O.

τύπου F., 2000 κε, το οποίο κυκλοφόρησε το έτος 1995, το οποίο από τις 22/12/2014 βρίσκεται σε ακινησία μετά τη παράδοση των πινακίδων και του οποίου η αξία ανέρχεται στο ποσό των 500 ευρώ, μία μοτοσυκλέτα μάρκας … τύπου … 625 κ.ε, n οποία κυκλοφόρησε το έτος 2001 και η οποία βρίσκεται σε ακινησία λόγω παράδοσης των πινακίδων στις 22/12/2014, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 700 ευρώ, μία κωπήλατη βάρκα μήκους 4,2 μέτρων, η οποία πλέον δε χρησιμοποιείται, αλλά βρίσκεται στο ακίνητο του εναγομένου στα …..

και η αξία της οποίας ανέρχεται σε 300 ευρώ και ένα καΐκι μήκους 5,5 μέτρων, το οποίο είχε αγοράσει το έτος 2008 αντί τιμήματος 1500 ευρώ, το οποίο βρίσκεται σε ακινησία από τις 24/6/2014 και το οποίο έχει φθορές τέτοιες που να το καθιστούν ανεπίδεκτο επισκευής και συνεπώς έχει μηδενικό αξία. Επίσης, ο εναγόμενος το έτος 2011 αγόρασε ένα σκάφος μήκους 9 μέτρων, έτους, ναυπήγησης 2001, αντί τιμήματος 12.000 ευρώ, το οποίο το έτος 2016 ήταν σε ακινησία.

Το σκάφος, όμως, αυτό ο εναγόμενος το αγόρασε σε χρόνο μετά την οριστική του διάσταση με την ενάγουσα και με χρηματικό ποσό, προερχόμενο εξ ολοκλήρου από αποζημίωση ύφους 30.000 ευρώ, που του καταβλήθηκε εκείνο το χρονικό διάστημα ένεκα εργατικού ατυχήματος, το οποίο είχε υποστεί.

Συνεπώς το περιουσιακό αυτό στοιχείο δεν θα υπολογισθεί στη τελική περιουσία του εναγομένου, που αποκτήθηκε με τη συμβολή της ενάγουσας και υπήρχε κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων το 2014. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι κατά την έναρξη του έγγαμου βίου των διαδίκων ο εναγόμενος είχε περιουσιακά στοιχεία, ήτοι ότι διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό εκ 80.000 δολαρίων ΗΠΑ, καθότι δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό μέσο προς τούτο, εκτός από τις αναφορές των μαρτύρων του, οι οποίες στηρίζονται σε διηγήσεις του ίδιου του εναγόμενου αλλά και καθότι από τη θαλάσσια υπηρεσία, που αυτός προσκομίζει, εμφαίνεται ότι προ του έτους 1975, τα χρονικά διαστήματα, που αυτός ήταν ναυτολογημένος δεν ήταν ικανά να του αποφέρουν εισοδήματα τέτοια ώστε να έχει αποταμιεύσει το ποσό αυτό, απορριπτομένης της σχετικής προβαλλόμενης από αυτόν ενστάσεως.

Συνεπώς, δεδομένου ότι η περιουσιακή κατάσταση του εναγόμενου, κατά την έναρξη του μεταξύ των διαδίκων γάμου ήταν μηδενική, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσεως του γάμου των διαδίκων αλλά και της ασκήσεως της αγωγής, η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε, με την απόκτηση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων κατά το συνολικό ποσό των (200.000+70.000+2.500+500+700+300=) 274.000 ευρώ, που αποτελεί επαύξηση της περιουσίας του τελευταίου κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα.

Στην παραπάνω αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου, συμμετείχε και η ενάγουσα όχι με τα εισοδήματά της αλλά με τη παροχή κατά τη διάρκεια του γάμου, των αποτιμητών σε χρήμα υπηρεσιών της στην οικογενειακή οικία, ήτοι με την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, την επιμέλεια της εύρυθμης λειτουργίας και συντήρησης του οίκου τους, τη παροχή της οικογενειακής στέγης σε ιδιόκτητο διαμέρισμα, υπηρεσίες που υπερβαίνουν την υποχρέωση συνεισφοράς της) ενάγουσας στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατ' άρθρο 1389 και 1390 AK, αφού ο εναγόμενος ουδόλως είχε ασχοληθεί με αυτά αλλά ούτε, παρά την οικονομική δυνατότητα του τελευταίου, είχαν απασχολήσει στον οίκο τους οικιακή βοηθό ή δάσκαλο για κατ' οίκον μελέτη των τέκνων τους, η εντατικοποίηση δε της ως άνω προσφοράς της ενάγουσας είχε ως αποτέλεσμα, ο εναγόμενος να μένει απερίσπαστος κατά την εκτέλεση της εργασίας του από την εκπλήρωση της δικής του υποχρέωσης συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες (με προσωπικές υπηρεσίες του, καθώς συνεισέφερε οικονομικά με τα εισοδήματα της περιουσίας του (βλ σχετ.

ΑΠ 3/2016, ΑΠ 43/2015, ΑΠ 825/2015, ΑΠ 633/2015, ΑΠ 192/2009, ΑΠ 536/2009). Η παραπάνω συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου αποτιμάται σε ποσοστό 1/3 αυτής, σύμφωνα με το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, χωρίς να ανταποδείξει ο εναγόμενος μικρότερη ή μηδενική συμβολή της ενάγουσας, ήτοι ότι εκείνη είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε ότι δεν ήθελε να συμβάλει στην αύξηση της περιουσίας αλλά η τελευταία οφείλεται μόνο στον ίδιο (βλ.

σχετ. ΑΠ 625/2011, ΑΠ 287/2011, 536/2009). Συνακόλουθα, εφόσον επί των άνω περιουσιακών στοιχείων που απέκτησε ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, με την οποία λύθηκε ο γάμος τους, δεν αποδείχθηκε στο σύνολό της η ένσταση μηδενικής συμμετοχής, άλλως μικρότερης συμβολής του εκ του νόμου τεκμαιρόμενου ποσοστού συμβολής της ενάγουσας στην περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου (1/3), η ενάγουσα έχει έναντι του εναγομένου χρηματική απαίτηση ποσού (274.000 Χ 1/3=) 91.333 ευρώ.

Στο σημείο αυτό λεκτέο ότι ναι μεν, ως έγινε ανωτέρω δεκτό, ο έγγαμος βίος των διαδίκων είχε υποστεί ρήγμα από το έτος 2001, λόγω της εξωσυζυγικής σχέσης του εναγόμενου και της εκμίσθωσης από αυτόν έτερης οικίας στο ……, όπου παράλληλα διέμενε κατά διαστήματα, και της μετέπειτα το έτος 2007 οικειοθελούς μετάθεσής του και εγκατάστασης του στη ….., όμως, η ενάγουσα συνέχισε και το διάστημα αυτό, αφενός μεν, να τον δέχεται και να τον φροντίζει κατά τα χρονικά διαστήματα που έμεναν μαζί, αφετέρου δε, να διαμένει μαζί με το μικρότερο υιό τους, να του παρέχει στέγη και αυξημένη φροντίδα, μέχρι και το θάνατο αυτού το 2010, καθότι, παρόλο που ήταν ενήλικος, αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και ακόμα ήταν φοιτητής και άνευ επαγγελματικής αποκαταστάσεως.

Συνεπώς, η ενάγουσα, μέχρι και το έτος 2010, οπότε διεκόπη οριστικά η έγγαμη συμβίωσή της με τον εναγόμενο παρείχε τις υπηρεσίες και συνεισέφερε στις κοινές ανάγκες του οίκου τους και της φροντίδας των τέκνων τους, τα οποία ήταν εισέτι σπουδαστές και ανεπάγγελτοι, καλύπτοντας έτσι και το μέρος της προς τούτο υποχρέωσης του εναγομένου, ο οποίος βέβαια συνέχιζε να καλύπτει τις οικονομικές τους ανάγκες σε χρήμα".

Στη συνέχεια αφού έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή κατά την επικουρική βάση της και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 91.333 ευρώ νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως συμμετοχή της στην επαύξηση της περιουσίας του ανερχόμενης στο ποσό του 1/3.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1400 του Α.Κ. ως προς την αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου τους και της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση αυτή, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις προαπαιτηθείσες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, αναφορικά με την συμβολή της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του ενάγοντος, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 1400 παρ. 1, εδ. β'ΑΚ, αφού με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο, ότι η ένσταση του αναιρεσίβλητου περί μηδενικής ή μικρότερης της τεκμαρτής συμβολής της αναιρεσείουσας στην αύξηση της περιουσίας του είναι αβάσιμη και απορριπτέα, δεδομένου ότι η τελευταία, όπως αποδείχθηκε, συνέβαλε κατά τη διάρκεια του γάμου τους στην αύξηση αυτή, με την φροντίδα αποκλειστικά του συζυγικού οίκου και των δύο τέκνων τους, εκπληρώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την υποχρέωσή της για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, κατά τη διάρκεια του γάμου τους όταν ο εναγόμενος βρισκόταν στα καράβια ως πλοίαρχος σε τρόπον ώστε η συμβολή της αυτή στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος να ανέρχεται στο τεκμαρτό ποσοστό του 1/3 και να μην είναι μηδενική ή μικρότερη του ποσοστού αυτού, αφού ο τελευταίος (αναιρεσείων) δεν απέδειξε τίποτα περί του αντιθέτου.

Εξάλλου, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, η αναιρεσιβαλομένη δέχεται, ότι η αξία της τελικής περιουσίας του εναγομένου, η οποία ήταν μηδενική κατά την έναρξη του έγγαμου βίου, ανέρχεται κατά το χρόνο εγέρσεως της αγωγής σε 274.000 ευρώ και ειδικότερα στο κατείχε ένα ακίνητο στο ….. αξίας 200.000 ευρώ,, ένα ακίνητο στο …..

Κρήτης αξίας 70.000 ευρώ, ένα αυτοκίνητο μάρκας Φ. Γ. αξίας 2,500 ευρώ, ένα αυτοκίνητο Μ. Ο. Φ. αξίας 500 ευρώ, μία μοτοσυκλέτα μάρκας … αξίας 700 ευρώ και μία κωπήλατη βάρκα αξίας 300 ευρώ. Η απόφαση επομένως περιέχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς τα περιστατικά της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε και το νόμιμο χαρακτηρισμό αυτών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο, πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος, κατά το οποίο, υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσεως, πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω από τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα, η από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, ... πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τις προσκομισθείσες αποδείξεις.

Ειδικότερα κατά τη διαλαμβανομένη σ' αυτήν ρητή παραδοχή έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος τις ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων προσώπων και όλα τα έγγραφα που νομότυπα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και δεν κατέληξε σε αυτό, χωρίς αποδείξεις.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, ο λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν παραδεκτά και νόμιμα και τα οποία ήταν χρήσιμα για άμεση ή έμμεση (με συναγωγή τεκμηρίων) απόδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλέστηκε ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.

ΑΠ 2/2008, Ολ. ΑΠ 14/2005, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 181/2018), ή για άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή παραδεκτών και νόμιμων πραγματικών ισχυρισμών, που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν για την απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων και, ως εκ τούτου, επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 876/2019, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 1684/2018, ΑΠ 42/2012).

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Δεν γεννάται όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ` είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων.

Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης περιλαμβάνεται και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 1078/2015). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335 και 352 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία παρέχει πλήρη απόδειξη, είναι μόνο εκείνη του διαδίκου που γίνεται προφορικώς ή γραπτώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση (ή του εντεταλμένου δικαστή), κάθε δε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία έγινε επίκλησή της ως αποδεικτικού μέσου.

Η παραπάνω δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς το δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος.

Απόδειξη δηλαδή δεν αποτελεί κάθε ομολογία, αλλά μόνο η γενόμενη με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος.

Συνεπώς δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 1215/2019, ΑΠ 691/2017, ΑΠ 188/2017). O ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρέλειψε να εκτιμήσει και να λάβει υπόψη του δικαστική ομολογία, παρόλο που πράγματι περιείχε συγκεκριμένη παραδοχή ενός κρισίμου γεγονότος, που αποτελούσε τη βάση ισχυρισμού του επικαλουμένου την ομολογία διαδίκου (ΑΠ 865/2020, ΑΠ 469/2009, ΑΠ 1336/2008), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία.

Περαιτέρω, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης για την έκβαση της δίκης (ΑΠ 967/2020, ΑΠ 545/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.

γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι δεν έλαβε υπόψη της της δικαστική ομολογία της εναγομένης και συγκεκριμένα ότι στην αγωγή της αναφέρει ότι κατά την έναρξη της έγγαμης συμβίωσης ο εναγόμενος - αναιρεσείων είχε 2.000.000 δραχμές. Η αναφορά αυτή στην αγωγή της ενάγουσας δεν αποτελεί στην κρινόμενη περίπτωση ομολογία καθόσον κατ' επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (561 παρ. 2 ΚΠολΔ) στη συνέχεια, και αμέσως μετά, η ενάγουσα αναφέρει ότι ο εναγόμενος δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο, επομένως δεν καθίσταται σαφές ενόψει των ως άνω αλληλοαναιρούμενων επικαλούμενων από αυτήν γεγονότων, ότι ομολογεί ότι ο εναγόμενος είχε πριν το γάμο τους περιουσιακά στοιχεία με πρόθεση αναγνώρισης επιβλαβούς για εκείνη γεγονότος, αφού στο ίδιο δικόγραφο αρνείται την ύπαρξη περιουσίας του.

Επομένως είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα κατά το δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της την ομολογία της ενάγουσας . Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσίβλητη ομολόγησε στην με αρ. κατάθεσης …./2015 αγωγή της ότι "παρότι ο εναγόμενος ήταν αναγκασμένος λόγω του επαγγέλματος του να λείπει από την οικογενειακή στέγη για μεγάλα χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης μας δεν αμελούσε τις υποχρεώσεις του απέναντι στην οικογένειά του και ο συζυγικός μας βίος κυλούσε αρμονικά χωρίς προβλήματα από τη σύναψη του γάμου μας μέχρι το έτος 2000".

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι, κατά τα προεκτιθέμενα, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από τα επικαλούμενα ως άνω περιστατικά δεν συνάγεται, με την έννοια που προαναφέρθηκε, ήτοι κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, δικαστική ή εξώδικη ομολογία της αντιδίκου του αναιρεσείοντος πραγματικών περιστατικών που να συγκροτούν προταθέντες από αυτόν ισχυρισμούς περί μη συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του ή περί μικρότερης της γενόμενης δεκτής συμβολής της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά τα άνω μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β` ΚΠολΔ).

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες, που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Έτσι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπό τα, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά, ως συντρέξαντα, περιστατικά, υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας πράξης ή παράλειψης και του επιζήμιου αποτελέσματος, ως συνιστώσα υπαγωγή των αποδειχθέντων στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ η κρίση του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα γενόμενα δεκτά, εν σχέσει προς την υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη, αποτελούν ή δεν αποτελούν αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 23/1988, ΑΠ 268/ 2021, ΑΠ 874/2020, ΑΠ 526/2011, ΑΠ 119/2006, ΑΠ 394/2002, ΑΠ 568/1996).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 259/2022, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/ 2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.1 εδάφ.

β` του ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συγκεκριμένα α) ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι υπό τα πραγματικά περιστατικά όπως τα δέχθηκε το Εφετείο, εάν ελάμβανε υπόψη του τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ένας άνθρωπος 34 και ένας άνθρωπος 32 αντίστοιχα, όπως ήταν η ηλικίες των υιών των διαδίκων - πλην της ιδιαίτερης προσοχής του Σ… που απαιτείτο λόγω της εύθραυστης υγείας του έως το έτος 2010- δεν είχαν την ανάγκη της φροντίδας των γονέων τους όπως τη θέτει ο νόμος και β) ότι αν λάμβανε υπ' όψη τα διδάγματα της κοινής πείρας θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη που είναι εκπαιδευτικής μόρφωσης δημοτικού σχολείου δεν μπορούσε να ασχοληθεί πλέον με τη φοίτηση των παιδιών τους, από την έναρξη των γυμνασιακών τους σπουδών.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό, ούτε η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια τέτοιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο ( άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) κατά το σχετικό αίτημά της.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 19-5-2021 αίτηση του Σ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 44/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) κατά το σχετικό αίτημά της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.5.2021 αίτηση του Σ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 44/2021 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ