Legislator Case Law & Legislation
616/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against custody order, upholding lower court's custody award to ex-wife based on evidence evaluation.

Case Number 616/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final custody order issued by the Athens Court of First Instance. The appellant argued that the lower court erred in awarding sole custody to the respondent, while the respondent maintained the decision was correct based on the evidence presented. The court ruled that the appellate court properly evaluated witness testimonies and documentary evidence to determine the best interests of the children, finding no grounds for reversal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 681 B, 681 C, 666, 667, 670, 671, 672-676 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court holds that a final custody order is valid if the lower court correctly assessed evidence regarding the children's best interests without procedural flaws.

Keywords

AI generated
custody dispute best interests of child appeal procedure family law evidence evaluation sole custody civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 681 B, 681 C, 666, 667, 670, 671, 672-676 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183, 189, 191 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 616 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 616/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Σπεντζοπούλου, που ανακάλεσε την από 27/11/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Κ.Τ., πρώην συζύγου Α. Κ., ατομικά και ως ασκούσας την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της Γ.Κ. και Μ.Κ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Τριαντάφυλλου Σπάχου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/10/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 10/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 884/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1941/2015 μη οριστική και 2649/2016 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/4/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 26-4-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν την επιμέλεια τέκνων (άρθρα 681 Β, 681 Γ, 666 παρ.1, 667, 670, 671 παρ. 1 έως 3 και 672 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το ν. 4335/2015) εκδοθείσα υπ' αριθ. 2649/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος και την αντέφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 884/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσίαν την αντέφεση και έκανε δεκτή την έφεση, στη συνέχεια δε, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά τις αναφερόμενες διατάξεις της, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας.

Ειδικότερα, με την αναίρεση αυτή προσβάλλεται η παραπάνω απόφαση κατά τις διατάξεις της με τις οποίες αφ' ενός μεν εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση, εκτός των άλλων, και ως προς το κεφάλαιό της περί επιδίκασης διατροφής για την αναιρεσίβλητη ατομικά και ακολούθως έκανε δεκτό το σχετικό αίτημα της από 10-10-2013 αγωγής της για μικρότερο ποσό και αφ' ετέρου απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης αυτού (αναιρεσείοντος) ως προς το κεφάλαιο της ίδιας απόφασης περί ανάθεσης αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη της άσκησης επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, περιλαμβανομένων και των θεμάτων υγείας και εκπαίδευσης αυτών (τέκνων).

Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 1391 παρ. 1 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο σύζυγος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή που του οφείλεται από τον άλλον πληρώνεται σε χρήμα και προκαταβάλλεται κάθε μήνα, προκύπτει ότι προϋπόθεση για την καταβολή σε χρήμα της, κατά το άρθρο 1390 του ίδιου κώδικα, οφειλόμενης διατροφής του συζύγου αποτελεί η από τον δικαιούχο διακοπή της έγγαμης συμβίωσης από εύλογη γι' αυτόν αιτία.

Το εύλογο ή μη της αιτίας διακοπής της έγγαμης συμβίωσης κρίνεται κυρίως ενόψει : α) του περιεχομένου της κατά το άρθρο 1386 του ΑΚ αμοιβαίας υποχρέωσης των συζύγων για συμβίωση "εφόσον η σχετική αξίωση δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος" και β) των εισαγομένων με το άρθρο 1387 του ίδιου κώδικα αρχών ρυθμίσεως του συζυγικού βίου, ότι "οι σύζυγοι αποφασίζουν από κοινού για κάθε θέμα του συζυγικού βίου και η ρύθμιση από τους συζύγους του κοινού τους βίου πρέπει να μην εμποδίζει την επαγγελματική και την υπόλοιπη δραστηριότητα του καθενός από αυτούς και να μην παραβιάζει τη σφαίρα της προσωπικότητάς του".

Θα πρέπει δε η εύλογη αιτία, υπαίτια ή ανυπαίτια, να αναφέρεται στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή στο πρόσωπο και των δύο, με την έννοια της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στο αντικειμενικά πρόσφορο για τη διακοπή της έγγαμης σχέσης γεγονός καθεαυτό και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο.

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας που συνάγεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της εύλογης αιτίας, ότι δηλαδή τα δεκτά γενόμενα περιστατικά, αντικειμενικώς λαμβανόμενα, αποτελούν εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης για το δικαιούχο σύζυγο, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη 559 αρ. 1 εδ.

β' ΚΠολΔ (ΑΠ 873/2017, ΑΠ 773/2014, AΠ 1028/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.

Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι σταθερές αρχές, κανόνες ή αφηρημένες κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμεύουν για την εξειδίκευση νομικών κανόνων και εννοιών, οπότε και μόνο η παραβίασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο.

Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση (ΑΠ 110/2019, ΑΠ 1755/2017, ΑΠ 225/2009). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018). Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγή ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 590/2019, ΑΠ 268/2019, ΑΠ 927/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς το ζήτημα της από εύλογη για την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και του δικαιώματός της για διατροφή της ίδιας ατομικά, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 23.05.2009 στον Ιερό Ναό … Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, τον Γ., που γεννήθηκε στις …, και θήλυ αβάπτιστο κατά την άσκηση της αγωγής, ήδη ονόματι Μ., που γεννήθηκε στις ….

Στην αρχή η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων υπήρξε αρμονική, αλλά από τα μέσα του έτους 2010, που η ενάγουσα-εναγομένη έμεινε έγκυος και λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε με την εγκυμοσύνη της, παρέμενε κλινήρης στο σπίτι. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και μετά τη γέννηση του υιού των διαδίκων, αφού η ενάγουσα-εναγομένη απασχολούνταν αποκλειστικά με τη φροντίδα του νεογέννητου, ενώ λίγο αργότερα κατέστη εκ νέου έγκυος και, λόγω προβληματικής εγκυμοσύνης, εξακολούθησε να παραμένει κατ' οίκον, όπως και συνέχισε να πράττει μετά τη γέννηση της θυγατέρας των διαδίκων, προκειμένου να μεριμνά για την ανατροφή των τέκνων της.

Στο μεταξύ, ο εναγόμενος-ενάγων άρχισε να επιδεικνύει εριστική και περιφρονητική συμπεριφορά προς τη σύζυγό του, θεωρώντας ότι ζούσε εις βάρος του, αφού τη συντηρούσε οικονομικά, κατηγορώντας την ότι ξοδεύει αλόγιστα και την αποκαλούσε "παράσιτο", ακόμη και ενώπιον της οικογένειάς της, ενώ άρχισε να της ζητά να εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία, ιδιοκτησίας του.

Παράλληλα, τηρούσε αδιάφορη στάση απέναντι της, αφού απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην Π. (όπου ανήγειρε συγκρότημα κατοικιών) και δεν της συμπαραστεκόταν κατά τις προβληματικές κυήσεις και τις λοχείες της. Τελικά, η ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος-εναγόμενου δημιούργησε εντάσεις στη σχέση των διαδίκων και οδήγησε σε σταδιακή αποξένωσή τους, με αποτέλεσμα από τον Οκτώβριο του 2010 (ορθά 2012) η ενάγουσα εναγόμενη να αποχωρήσει από την οικογενειακή στέγη στο Δ.

Π. και, αφού αρχικά φιλοξενήθηκε στο σπίτι των γονέων της, να εγκατασταθεί στη συνέχεια με τα τέκνα σε ιδιόκτητο διαμέρισμά της στο Χ., όπου και έκτοτε διαμένει. Εν όψει των ως άνω γίνεται δεκτό, ότι η ενάγουσα εναγόμενη διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία και ως εκ τούτου αυτή δικαιούται διατροφής σε χρήμα έναντι του ενάγοντος-εναγομένου....

Αντισυζυγική συμπεριφορά της ενάγουσας, που να συνιστά παράπτωμα της αναγόμενο σε λόγο διαζυγίου, δεν προέκυψε, κρινόμενης εντεύθεν απορριπτέας της περί μειωμένης διατροφής ένστασης του εναγόμενου". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, σχετικά με το ζήτημα της εύλογης αιτίας για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1391 ΑΚ, κατά την εξειδίκευση της, αποτελούσας στοιχείο εφαρμογής της διάταξης αυτής, αόριστης νομικής έννοιας της εύλογης αιτίας διακοπής της έγγαμης συμβίωσης.

Τούτο δε διότι οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό της εν λόγω διάταξης και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, ενόψει του ότι η ως άνω εκτιθέμενη κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο συμπεριφορά του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη μπορούσε να αποτελέσει και πράγματι αποτέλεσε αιτιώδη σύνδεσμο ανάμεσα στο αντικειμενικά πρόσφορο για τη διακοπή της έγγαμης σχέσης γεγονός καθεαυτό και στο πρόσωπο αυτού.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποία προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Επιπλέον, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι η συμπεριφορά της, όπως την δέχθηκε το Εφετείο, δεν μπορούσε αντικειμενικά να δημιουργήσει εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωση, το ζήτημα δε αυτό είναι ουσιώδες, καθόσον, εάν δεχόταν το αντίθετο, θα απέρριπτε το σχετικό αίτημα διατροφής.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ούτε σε τι συνίσταται η παράβαση. Περαιτέρω, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε την ως άνω διάταξη ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το ζήτημα αυτό.

Τούτο δε διότι με τις ανωτέρω παραδοχές διέλαβε σαφή, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, στην οποία περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1391 ΑΚ περιστατικά, τα οποία καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής αυτών στην ως άνω εφαρμοσθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου και η απόφαση έχει επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών αυτών, χωρίς να δημιουργείται κάποια έλλειψη ή ανεπάρκεια από τη μη αναφορά της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα σύζυγό της.

Τούτο δε διότι από τις πιο πάνω προηγούμενες παραδοχές αυτής περί του ότι κατά τη σύντομη διάρκεια (29 μήνες περίπου) της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων η αναιρεσείουσα, λόγω των προβλημάτων και στις δύο εγκυμοσύνες της, παρέμενε κλινήρης κατ' οίκον και στη συνέχεια απασχολείτο αποκλειστικά με τη φροντίδα των νεογέννητων τέκνων τους, συνάγεται αυτονόητα ότι θεωρεί ως αναπόδεικτα τα αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα περί αδιαφορίας της προς αυτόν και περί μη συνδρομής της με την προσωπική εργασία της στην επιχείρησή του.

Κατά συνέπεια τούτων είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το τρίτο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις.

ΙΙΙ. Κατά τους ορισμούς και την έννοια των άρθρων 1389-1392 εδ. 2, 1495 ΑΚ, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη αιτία στο πρόσωπό του διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής.

Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή, ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ.

ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο, υπάρχει δε και αν ακόμη ο υπόχρεος αναγκάστηκε στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου και τούτο για το λόγο ότι με δική του πρωτοβουλία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση. Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, αν το παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ' αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή του (ελαττωμένη διατροφή) μετ' ένσταση του εναγομένου, για την πληρότητα όμως της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα, όπως επίσης και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ' αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής (ΑΠ 1028/2013, ΑΠ 551/2011, ΑΠ 1206/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του ως προς το ζήτημα της ένστασης του αναιρεσείοντος περί ελαττωμένης διατροφής, λόγω της επικαλουμένης συμπεριφοράς της αντιδίκου του, που ανάγεται σε λόγο διαζυγίου, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος περί μειωμένης διατροφής της αναιρεσίβλητης ότι δεν προέκυψε αντισυζυγική συμπεριφορά της τελευταίας, που να συνιστά λόγο διαζυγίου, χωρίς να είναι αναγκαίο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, να περιλαμβάνονται σ' αυτήν (απόφαση) πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα σύζυγό της.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, λόγω αόριστων, ανεπαρκών, ελλιπών και ασαφών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 702/2019, ΑΠ 26/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, που είχε επικαλεστεί και νομίμως προσκομίσει, ως προς ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της επιδίκασης διατροφής για την αναιρεσίβλητη ατομικά (εύλογη αιτία διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και ένσταση ελαττωμένης διατροφής), ήτοι:

α) τις ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθ. …, … και … των Π. Α., Ε. Κ. και Χ. Τ. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Γεωργίου Παύλου Κουρνέτα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και οι οποίες είχαν ληφθεί σε προηγούμενη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και τις υπ' αριθ. 3397/2015, 3400/2015 και 3401/2015 των Κ. Κ., Δ. Σ. και Α. Z. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Φιόρη προς συναγωγή δικαστικών και οι οποίες είχαν ληφθεί κατ' άρθρ. 46 ΚΠοινΔ προς υποστήριξη μήνυσής του, β) την μαρτυρική κατάθεση της Β.

Τ. σε προηγούμενη δίκη ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 10929/2013 απόφαση αυτού και γ) τα πιο κάτω έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) την από 22-11-2012 παροχή εξηγήσεων Π. Α. προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών δια του 7ου Πταισματοδίκη Αθηνών, 2) τις από 20-11-2013 έγγραφες εξηγήσεις του Ε.

Κ. ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών δια του 7ου Πταισματοδίκη Αθηνών, 3) την από 30-8-2012 εξουσιοδότηση της αναιρεσίβλητης προς την αδελφή της Β. Τ., 4) την από 28-8-2012 έκθεση νοσηλείας της Χ. Κ., 5) την ανακοίνωση κηδείας της Χ. Κ., 6) την υπ' αριθ. … έκθεση επίδοσης εξώδικης διαμαρτυρίας-δήλωσης-πρόσκλησης του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.

Π., 7) την από … βεβαίωση του δικηγόρου Αριστείδη Κανελλόπουλου 8) ηλεκτρονική επιστολή (e-mail) του ίδιου δικηγόρου, 9) ειδοποίηση πληρωμής κλήσεων του Κ.Ο.Κ., 9) την από 30-1-2015 ειδοποίηση-λογαριασμό πληρωμής κλήσεων Κ.Ο.Κ. του Δήμου Αθηναίων και ι) το από 1.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-84778) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 1.8.2012 (αρ.

παραστατικού ΤΔΑ-84854) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 1.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-84855) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 2.8.2012 με αριθμό 81 Δελτίο Αποστολής-Τιμολόγιο του Σ. Χ., το από 2.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΠΥ-08675) Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών της T.. μαζί με το από 2.8.2012 (αρ. παραστατικού ΔΑΠ-11809) Δελτίο Αποστολής της T., το από 2.8.2012 (αρ.

παραστατικού ΤΔΑ-84893) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 2.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-84892) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 2.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-84975) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 2.8.2012 με αριθμό 047041 Δ. Αποστολής-Τιμολόγιο Πώλησης της A., το από 3.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-85062) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 3.8.2012 (αρ.

παραστατικού ΤΔΑ-85084) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 3.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-85085) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 6.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-85099) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 6.8.2012 με αριθμό 013014 Δ.Α. Τιμολόγιο Πώλησης της T., το από 7.8.2012 με αριθμό 047139 Δ.

Αποστολής-Τιμολόγιο Πώλησης της A., το από 20.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΙΠ-03622) Τιμολόγιο Πώλησης της T., μαζί με το από 10.8.2012 (αρ. παραστατικού ΔΑΠ-11945) Δελτίο Αποστολής Πωλήσεων της T., το από 27.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86049) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 27.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΠΥ-08788) Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών της T., μαζί με το από 27.8.2012 (αρ.

παραστατικού ΔΑΠ-11992) Δελτίο Αποστολής της T., το από 27.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86054) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 27.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΙ 86117) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 28.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86202) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο-Αποστολής της T., το από 28.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86223) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 29.8.2012 (αρ.

παραστατικού ΤΔΑ-86279) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 28.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86203) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 28.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΠΥ-08824) Τιμολόγιο Παροχής Υπηρεσιών της T., μαζί με το από 28.8.2012 (αρ. παραστατικού ΔΑΠ-12032) Δελτίο Αποστολής της T., το από 29.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86301) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 29.8.2012 (αρ.

παραστατικού ΤΔΑ-86327) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 29.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86328) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 30.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86366) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 30.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86442) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 30.8.2012 (αρ.

παραστατικού ΤΔΑ-86443) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 30.8.2012 με αριθμό 047370 Δ. Αποστολής-Τιμολόγιο Πώλησης της A., το από 31.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86502) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 31.8.2012 (αρ. παραστατικού ΤΔΑ-86554) Τιμολόγιο Πώλησης-Δελτίο Αποστολής της T., το από 7.8.2012 (No 8076) χειρόγραφο Δελτίο Αποστολής του αναιρεσείοντος (πελάτης Χ.), το από 8.8.2012 (No 8086) χειρόγραφο Δελτίο Αποστολής του αναιρεσείοντος (πελάτης Α.), την από 2.8.2012 (No 15420) χειρόγραφη Απόδειξη Εισπράξεως του αναιρεσείοντος από τον Β.

Τ., την από 3.8.2012 (No 15433) χειρόγραφη απόδειξη εισπράξεως λιανικής, την από 7.8.2012 (No 15466) χειρόγραφη απόδειξη εισπράξεως από τον Λ. Π., την από 8.8.2012 (No 15467) χειρόγραφη απόδειξη εισπράξεως από την Κλινική Λ., την από 27.8.2012 (No 15532) χειρόγραφη απόδειξη εισπράξεως λιανικής, την από 29.8.2012 (No 15468) χειρόγραφη απόδειξη εισπράξεως λιανικής, την από 29.8.2012 (No 15469) χειρόγραφη απόδειξη εισπράξεως λιανικής, και την από 30.8.2012 (No 15470) χειρόγραφη απόδειξη εισπράξεως από τον Γ.

Κ.. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (2ο φύλλο αυτής ) ότι στην κρίση του για τα αναφερόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κατέληξε "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, των ληφθεισών κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντίδικης πλευράς υπ' αριθμ. 7160 1/2014, 19089/2014 και 10576/2014 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και των συμβολαιογράφων Αθηνών Γ.

Κουρνέτα και Γ. Καμπανέλλου αντίστοιχα, καθώς και όλων των νομοτύπως προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως εγγράφων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της από εύλογη αιτία για την αναιρεσίβλητη διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων και μη βασιμότητας της ένστασης του αναιρεσείοντος περί ελαττωμένης διατροφής αυτής και ως εκ τούτου να κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή της πρώτης περί διατροφής αυτής ατομικά για το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 1510, 1511, 1512- 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.

Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.

Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς και (τυχόν) αδελφούς του.

Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται και ότι το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις.

Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμηση του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητας του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διάκρισης.

Περαιτέρω, επί αντιθέτων αγωγών των διαζευγμένων ή εν διαστάσει τελούντων γονέων, για ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σχέσεις και περιστάσεις, μπορεί να κατανείμει μεταξύ τούτων την άσκηση των τριών βασικών λειτουργιών της γονικής μέριμνας, καθώς και των διαφόρων υπολειτουργιών - τομέων της επιμέλειας του προσώπου τους, όπως είναι η μόρφωση, εκπαίδευση, υγεία, περίθαλψη κλπ, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον των τέκνων, προκειμένου να μην αποξενώνονται από τον ένα γονέα τους, ούτε να αποκλείεται αυτός τελείως από την άσκηση των ως άνω σημαντικών λειτουργικών δικαιωμάτων του.

Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1612/2017, ΑΠ 1526/2017, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 634/1996).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το εφετείο, δικάζοντας την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς το αίτημά της για ανάθεση σ' αυτήν αποκλειστικά της άσκησης της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων αυτής και του εν διαστάσει τελούντος αναιρεσείοντος συζύγου της, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής: "...κατόπιν αντιθέτων αιτήσεων των διαδίκων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 10929/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των ανήλικων στην ενάγουσα - εναγομένη, ρυθμίστηκε προσωρινά η επικοινωνία του εναγομένου- ενάγοντα με τα τέκνα του και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλλει στη σύζυγό του προσωρινά διατροφή σε χρήμα τόσον για την ίδια ατομικά, όσον και για τα τέκνα τους.

Ενόψει της (μικρής) ηλικίας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, κατά την οποία αυτά έχουν απόλυτη ανάγκη της μητρικής φροντίδας και στοργής για την ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη, κρίνεται ότι το συμφέρον τους επιβάλλει να ανατεθεί αποκλειστικά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου τους στην ενάγουσα μητέρα τους.

Παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο-ενάγοντα δεν προέκυψε ότι το συμφέρον των ανηλίκων επιβάλλει συνεπιμέλεια των γονέων για τα θέματα υγείας και εκπαίδευσης των ανηλίκων". Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος περί μη ανάθεσης στην αναιρεσίβλητη αποκλειστικά της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους ως προς τα ζητήματα υγείας και εκπαίδευσης αυτών, ως προς τα οποία θα έπρεπε να ισχύει η συνεπιμέλεια ("κοινή επιμέλεια").

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά συνιστούν λόγο συμφέροντος των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, για την εξειδίκευση του οποίου δεν παραβιάστηκαν από αυτό τα οριζόμενα προς τούτο κριτήρια του νόμου, πληρούν δε το πραγματικό της αόριστης νομικής έννοιας της ύπαρξης συμφέροντος στο πρόσωπο των ανηλίκων, που δικαιολογεί την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου τους στην ήδη αναιρεσίβλητη ως προς όλους τους τομείς αυτής, περιλαμβανομένων και αυτών της υγείας και εκπαίδευσης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά τα πρώτο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 α' (κατ' εκτίμηση), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Επίσης, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτει με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται άλλη επιπλέον παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκειμένη περίπτωση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων ως προς τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος (εναγομένου) περί μη ανάθεσης αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους ως προς τα ζητήματα υγείας και εκπαίδευσης, ως προς τα οποία θα έπρεπε να ισχύει η συνεπιμέλεια ("κοινή επιμέλεια").

Με τα δεδομένα αυτά είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, που είχε επικαλεστεί και νομίμως προσκομίσει, ως προς ζήτημα που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ως προς την ανάθεση από κοινού της επιμέλειας (συνεπιμέλεια) του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων για τα πιο πάνω ζητήματα υγείας και εκπαίδευσης αυτών, ήτοι :

α) τις ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθ. 18725/2013, 18730/2013 και 18732/2013 των Π. Α., Ε. Κ. και Χ. Τ. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Γεωργίου Παύλου Κουρνέτα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και οι οποίες είχαν ληφθεί σε προηγούμενη δίκη ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και υπ' αριθ. 3397/2015, 3400/2015 και 3401/2015 των Κ. Κ., Δ. Σ. και Α. Z. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Πέτρου Φιόρη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και οι οποίες είχαν ληφθεί κατ' άρθρ. 46 ΚΠοινΔ προς υποστήριξη μήνυσής του, β) την υπ' αριθ. 613Δ/18-12-2012 έκθεση επίδοσης εξώδικης διαμαρτυρίας-δήλωσης-πρόσκλησης του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.

Π., γ) την υπ' αριθ. 361Δ/23-9-2014 έκθεση επίδοσης εξώδικης διαμαρτυρίας-δήλωσης-πρόσκλησης του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Π., δ) την από 24-2-2016 εξώδικη γνωστοποίηση της αναιρεσίβλητης, το από 26-2-2016 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του αναιρεσείοντος και ε) την υπ' αριθ. 8105/16-9-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.

Κ. με τη συνημμένη από 14-9-2015 εξώδικη απάντηση-δήλωση και διαμαρτυρία του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (2ο φύλλο αυτής ) ότι στην κρίση του για τα αναφερόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κατέληξε "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, των ληφθεισών κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντίδικης πλευράς υπ' αριθμ. 7160 1/2014, 19089/2014 και 10576/2014 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και των συμβολαιογράφων Αθηνών Γ.

Κουρνέτα και Γ. Καμπανέλλου αντίστοιχα, καθώς και όλων των νομοτύπως προσκομισθέντων μετ' επικλήσεως εγγράφων", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τη ρύθμιση της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων τους.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-4-2018 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2649/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2020

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ