Supreme Court allows appeal against state's Christmas and holiday allowance payment order to eight individuals.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the State's appeal against a lower court judgment ordering it to pay Christmas and holiday allowances to eight individuals. The State argued that the lower court erred in accepting the plaintiffs' claim, while the plaintiffs had not appeared in the retrial. The court decided to examine the merits of the appeal because the absence of the defendants did not prevent a final resolution of the dispute.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; Article 143 of the Code of Civil Procedure: If a defendant fails to appear in the retrial, the court must examine whether they expedited the hearing or were properly summoned; if absent, the hearing is inadmissible unless the defendant is a respondent in the appeal, requiring service of the appeal request.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 747 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 747/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Θωμοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ,, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) …..και 8)Π. Μ. του Γ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 21-1-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, σε περίπτωση που την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
Προκύπτει επίσης ότι, αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε είναι αναιρεσίβλητος, για το νόμιμο της κλήτευσής του για τη συζήτηση απαιτείται να του επιδοθεί, εκτός από την κλήση, και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης. (ΑΠ 447/2023) Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 267/2025, 742/2023, 57/2023, 1378/2022, 888/2022, 1578/2021, 1276/2021).
Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παραστάθηκε ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 31/2024, 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).
Εξ άλλου, ο επικαλούμενος επίδοση σε αντίκλητο του διαδίκου, φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης της ιδιότητάς του (ΑΠ 267/2025, 742/2023, 888/2022, 1378/2022). Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 21.1.2020 με αριθμ.
καταθ. ...2020 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσίβλητων, οι τελευταίοι(συνολικά 8) δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτούς, κατά τοάρθρο242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση(άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5741Β'/11.10.2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ιωαννίνων Θ. Α.. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμόδιου του ανωτέρω Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (28.1.2025), επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Ιωαννίνων Ελευθερία Μυριούνη, ως πληρεξούσια και αντίκλητο δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων, η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 169/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, η ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των εφεσίβλητων (ήδη αναιρεσίβλητων) στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου, ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή της.
Συνακόλουθα, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2α'και γ' ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση από 21.1.2020 και με αριθ. κατάθ. ...2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 169/7.3.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και δέχθηκε τυπικά, απορρίπτοντας κατ' ουσία, την από 26.1.2017 και με αριθ.
κατάθ. ...2017 έφεση του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 92/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Το πρωτόδικο δικαστήριο με την τελευταία αυτή απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 28.12.2015 και με αριθμ.
κατάθ. ... αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και υποχρέωσε το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε κάθε ένα ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά, που αντιστοιχούν στα επιδόματα εορτών και άδειας για τα έτη 2014 και 2015. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι το αναιρεσείον ισχυρίζεται και δεν προκύπτει το αντίθετο, ότι μέχρι την κατάθεσή της δεν του είχε επιδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων στις 24.1.2020 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 7.3.2018 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των άρθρων 4 παρ.1 και 5, 25 παρ. 1 και 4, 79 παρ.1 και 106 παρ.1 του Συντάγματος συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, 1280/2020, ΟλΣτΕ 431/2018).
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.
Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην όμως, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 E. κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 P. κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΟλΑΠ 2/2023, ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, 899/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019).
Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 παράγραφοι 2 και 9, 2 παρ. 1 και 20 παρ. 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο παρ. 1 και 6 Ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων (άρθρο 38 παρ. 5 Ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κίνητρου απόδοσης (άρθρο 55 παρ. 23 περ.
α' Ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 3372/2015).
Ειδικότερα ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011 ορίσθηκαν τα εξής : "1. Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2.
Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3. Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4.
Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5. Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους". Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το Ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο.
Στο πλαίσιο αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχως της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".
Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο και τους ως άνω φορείς του Δημοσίου υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.
Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους τους οποίους αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Εν προκειμένω, με την προαναφερθείσα διάταξη του Ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022).
Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών-μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.
αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, C. E. V., σκ. 67 και C-64/16, A. S. dos J. P., σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων του Δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 παρ. 2 και 10 του Ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α'38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης Αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική Αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.
έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον Ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1.092 ευρώ (άρθρο 13 του Ν. 4024/2011), ενώ με τον Ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.
Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022).
Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.
Ε.Δ.Δ.Α., Κ. και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος της 7.5.2013, σκ. 39 και 48, ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΑΠ 819/2023, 1467/2022, 77/2022).
Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 1307/2019). Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία.
Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαρ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των υπαλλήλων του Δημοσίου των ΝΠΔΔ και των Ο.Τ.Α.
και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 798/2021). Περαιτέρω, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 5, 22 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 1048/2024, 819/2023, 1467/2022, 77/2022, ΟλΣτΕ 798/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, 4/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28.12.2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1041/28.12.2015 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, οι ενάγοντες (συνολικά οκτώ) ιστορούσαν ότι με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο συνδέονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, απασχολούμενοι στις Δικαστικές Υπηρεσίες Ιωαννίνων, από τον χρόνο που αναφέρεται για τον καθένα ξεχωριστά.
Ότι μισθοδοτούνταν από το εναγόμενο, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου (Ν. 3205/2003 έως την 31.10.2011 και Ν. 4024/2011 από 1.11.2011), που ρυθμίζουν τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και των ίδιων. Ότι το εναγόμενο προέβη, σε διαδοχικές περικοπές των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και του επιδόματος αδείας και τελικά στη πλήρη κατάργηση τους.
Ότι ειδικότερα οι εν λόγω περικοπές είχαν ξεκινήσει με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, με τις οποίες περικόπηκαν κατά ποσοστό 30% τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, με αναδρομική ισχύ από 1.1.2010. Ότι δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3 του Ν. 3845/2010 τα εν λόγω επιδόματα περικόπηκαν περαιτέρω και καθορίσθηκαν στα ποσά των 500, 250 και 250 ευρώ αντίστοιχα, με αναδρομική ισχύ από 1.6.2010, ενώ με το άρθρο 16 του Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο) επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ποσά με ισχύ από 1.11.2011 και ότι με την υποπαράγραφο Γ.1 "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" (περ. 1) του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" επήλθε ολοσχερής κατάργηση τους από 1.1.2013.
Ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με το οποίο καταργήθηκαν από 1-1-2013 πλήρως τα επιδόματα εορτών και αδείας είναι αντίθετες στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 (αρχή προστασίας ανθρώπινης αξιοπρέπειας), 4 παρ. 1 και 5 (αρχή ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών), 5 παρ. 1 (ελεύθερη ανάπτυξη προσωπικότητας), 25 παρ. 1 (αρχή αναλογικότητας) 25 παρ. 4 (αρχή κοινωνικού Κράτους δικαίου) του Συντάγματος, στις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, που πηγάζει από το Σύνταγμα και εντάσσεται στις θεμελιώδεις αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου και της τήρησης της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ Δημοσίου συμφέροντος και προάσπισης θεμελιωδών δικαιωμάτων, στις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2, 4 και 23 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., η οποία έχει κυρωθεί με το ΝΔ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, στις διεθνείς συμβάσεις εργασίας 87, 98, 150 και 151 και στο άρθρο 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα και ως εκ τούτου ανίσχυρες.
Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς για επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας των ετών 2013, 2014 και 2015 τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο, κατά τις εκεί διακρίσεις, με βάση τις διατάξεις που προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω μειωμένων ποσών επιδομάτων εορτών και αδείας από τη σύμβαση εργασίας τους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 92/2016 απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη από τη σύμβαση εργασίας, ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" με την οποία καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα είναι ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις διεθνών συνθηκών, εφόσον στερεί από τους ενάγοντες το δικαιούμενο ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011, επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα, τα αναφερόμενα ποσά για επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και για επίδομα αδείας των ετών 2014 και 2015 με το νόμιμο τόκο (6%) από την επομένη επίδοση της αγωγής, ενώ απέρριψε, λόγω της διετούς παραγραφής του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν.2362/1995 τις αξιώσεις των εναγόντων για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας για το έτος 2013.
Επί της από 26.1.2017 με αριθμ. κατάθ. ...2017 έφεσης του εναγόμενου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 169/2018 απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, αφού διέλαβε στη μείζονα πρότασή του τις νομικές παραδοχές ότι "[...] η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, η οποία με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας συρρικνώνει περαιτέρω το εισόδημα των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο, επιβαρύνοντας για ακόμη μία φορά την ίδια ομάδα πολιτών, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών[...], δέχθηκε ότι, λόγω του ανίσχυρου της ως άνω διάταξης, οι ενάγοντες δικαιούνται κατ' αρχήν να λάβουν τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2013, 2014 και 2015 κατ' άμεση εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011, πλην όμως στη συνέχεια απέρριψε τις σχετικές αξιώσεις των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητων για το έτος 2013, καθόσον υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 του Ν.2362/1995 , και περαιτέρω ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε και αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγόμενου-εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με τις οποίες καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας και έκρινε ότι αυτές είναι ανεφάρμοστες ως αντισυνταγματικές και αντικείμενες και στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αποφαινόμενο ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα ποσά για επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας των ετών 2014 και 2015, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά το νόμο, έπρεπε να κρίνει ότι οι πιο πάνω διατάξεις είναι σύμφωνες με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς και τις έχουσες υπερνομοθετική ισχύ διατάξεις, ότι επομένως είναι εφαρμοστέες και ως εκ τούτου ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τα ένδικα επιδόματα, κατ' αποδοχή της έφεσής του.
Ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόμενο ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" του Ν.4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και του ευρύτερου Δημοσίου τομέα αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, ότι είναι ανίσχυρη και ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας των ετών 2014 και 2015, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι έλληνες πολίτες συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους, ούτε στο άρθρο 25 παρ.4 αυτού, που ορίζει ότι το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης, αλλά ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν.4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού με τη ως άνω διάταξη του Ν. 4093/2012 καταργούνταν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, ΟΤΑ και ευρύτερο δημόσιο τομέα που είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και επομένως και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011.
Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης ως βάσιμος και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεστεί και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της αγωγής τους, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής, της οποίας μετά την αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.
α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 26.1.2017 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 92/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που δέχθηκε την από 28.12.2015 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε κάθε μία από τις πρώτη μέχρι και έκτη ενάγουσες για επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας των ετών 2014 και 2015 το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, στην έβδομη ενάγουσα και όγδοο ενάγοντα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων εβδομήντα πέντε (1875) ευρώ με το νόμιμο (6%) τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής (οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων που αφορούσαν τα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας για το έτος 2013 κρίθηκε με την πρωτόδικη απόφαση ότι έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή και με την έφεση δεν προσβλήθηκε το κεφάλαιο αυτό της εκκαλούμενης), κατά παραδοχή του λόγου της έφεσης, που αναφέρεται στο νόμω αβάσιμο της αγωγής και να απορριφθεί η αγωγή, κατά το ως άνω μέρος, ως μη νόμιμη.
Τέλος, πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο παραστάθηκε προσηκόντως και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με τα άρθρα 22 του ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987, 2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 169/7.3.2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 26.1.2017 με αριθμ. κατάθ. ...2017 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
ΔΕΧΕΤΑΙ την ως άνω έφεση κατ' ουσίαν.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθμ. 92/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, κατά το μέρος που, κατά μερική παραδοχή της από 28.12.2015 με αριθμ, κατάθ. ... αγωγής, υποχρέωσε το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε κάθε μία από τις πρώτη μέχρι και έκτη ενάγουσες για επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας των ετών 2014 και 2015 το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, στην έβδομη ενάγουσα και όγδοο ενάγοντα το ποσό των χιλίων οκτακοσίων εβδομήντα πέντε (1875)ευρώ με το νόμιμο τόκο (6%) από την επομένη επίδοσης της αγωγής.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την αγωγή, κατά το μέρος αυτό.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή, κατά το μέρος αυτό.
KATAΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, τα οποία ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ