Supreme Court allows cassation and orders restitution of funds paid under executed first-instance judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the insurance company's cassation appeal against a first-instance judgment executed in its favor. The heirs of the original plaintiff argued they had already received the disputed amounts, but the court found the evidence of payment sufficient. Consequently, the court annulled the lower court's decision, remitted the case for retrial, and ordered the heirs to return the paid sums with interest.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1), 576(3), 568(1), 568(4), 498(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may order the restitution of amounts paid under an executed first-instance judgment if the cassation appeal is admitted and the payment is proven, thereby restoring parties to the pre-execution status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 888 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 888/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που έχει την έδρα της στην Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της εταρείας με την επωνυμία "...", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Α. θυγατέρας Κ. Κ., χήρας Τ. Ζ. και 2) Κ. - Σ. Ζ. του Τ., ως νομίμων και μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την 14-01-2017 Τ. Ζ., κατοίκων Λαμίας, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-08-2013 αγωγή των αρχικών αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2158/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5205/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 13-06-2018 αίτησή της, επί της οποίας εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1201/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13/06/2018 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5205/2018 αποφάσεως του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και χώρισε την υπόθεση ως προς τους αναιρεσιβλήτους α) Α.
θυγατέρα Κ. Κ. και ) Κ. - Σ. Ζ., δέχτηκε την αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, αναίρεσε την υπ'αριθμ. 5205/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που θα συγκροτείτο από άλλο δικαστή, δέχτηκε το περιεχόμενο, στις 16-01-2020 έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως κατάσταση και υποχρέωσε τους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, να αποδώσουν στην εναγομένη - αναιρεσείουσα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσης χρηματικά ποσά, τα οποία έκαστος εξ αυτών εισέπραξε παρ' αυτής σε εκτέλεση της πρωτοδίκου αποφάσεως, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσης αποφάσεως.
Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 12-2-2021 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή, σε περίπτωση που την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
Προκύπτει επίσης ότι, αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσής του η προς αυτόν επίδοση μόνο της κλήσης για συζήτηση, αλλά απαιτείται να του επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1572/2010, ΑΠ 64/2008, ΑΠ 303/2008). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 606/2018).
Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, μπορεί να γίνει και στον αντίκλητο του αναιρεσίβλητου. (ΑΠ 395/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 287 περ. α του ΚΠολΔ λόγο διακοπής της δίκης αποτελεί ο θάνατος κάποιου διαδίκου. Όμως η διακοπή δεν προκαλείται αυτοδικαίως, αλλά χρειάζεται η νόμιμη γνωστοποίησή του σύμφωνα με το άρθρο 287 ΚΠολΔ.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, του λόγου της διακοπής, η οποία πρέπει να γίνει είτε με επίδοση δικογράφου είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος διαδίκου.
Τέλος, κατά το άρθρο 101 ΚΠοΛΔ, σε περίπτωση θανάτου εκείνου που έδωσε την πληρεξουσιότητα, αυτή παύει μόνον αφότου επέλθει διακοπή της δίκης. Από αυτά παρέπεται ότι από το θάνατο του διαδίκου (ο οποίος αποτελεί λόγο διακοπής της δίκης), μέχρι τη νόμιμη γνωστοποίησή του οι διαδικαστικές πράξεις που διενεργήθηκαν στο όνομα του θανόντος δεν πάσχουν από ακυρότητα (ΑΠ 7/2020, ΑΠ 441/2012, ΑΠ 557/2012, ΑΠ 1413/2003) .
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 26/8/2013 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών εβδομήντα επτά (77) ενάγοντες, συνταξιούχοι τραπεζικοί υπάλληλοι, ζήτησαν, επικαλούμενοι σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, σύλλογος και ασφαλιστική εταιρεία, να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή τους ποσά.
Άπαντες οι ενάγοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Μακρυγιάννη. Το ως άνω δικαστήριο με την με αριθμό 2158/2016 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερους τους εναγόμενους, οι οποίες απορρίφθηκαν με την με αριθμό 5205/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Οι εφεσίβλητοι παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Νικολάου Μακρυγιάννη. Την αναίρεση της τελευταίας αυτής απόφασης ζήτησε η δεύτερη εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρεία, με την από 13/6/2018 αίτηση αναίρεσης. Αρχική δικάσιμος ορίστηκε η 8-4-2019 και, όπως προκύπτει από τα με αριθμό 12/2019 πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Λάμπρος Μακρυγιάννης, ο οποίος δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου, επελθόντος στις 14/1/2017, του 17ου των αναιρεσιβλήτων Τ.
Ζ., προσκομίζοντας την με αριθμό πρωτοκόλλου … ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξίαρχου του Δήμου ... και αιτούμενος την αναβολή της υπόθεσης. Το αίτημά του έγινε δεκτό και η συζήτηση αναβλήθηκε για τις 20/1/2020. Κατά την δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο εμφανίστηκε ο δικηγόρος Λάμπρος Μακρυγιάννης ο οποίος δήλωσε ότι εκπροσωπεί τους μη εμφανισθέντες α) Α.
θυγατέρα Κ. Κ. και ) Κ. - Σ. Ζ., οι οποίοι παρίστανται με την ιδιότητά τους ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου Τ. Ζ.. Το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, αφού συζήτησε την υπόθεση, εξέδωσε την με αριθμό 1201/2020 απόφασή του, με την οποία χώρισε την εκδίκαση της υπόθεσης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης, για το λόγο ότι "ο ως άνω δικηγόρος, παριστάμενος ως πληρεξούσιος των ως άνω ήδη αναιρεσιβλήτων δεν αποδεικνύει την χορήγηση σ' αυτόν πληρεξουσιότητας προς εκπροσώπηση τούτων, κατά τη δικάσιμο της 8-4-2019 κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, με συνέπεια η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο να μην ισχύει ως κλήτευση των απολειπόμενων κατ' αυτήν διαδίκων".
Κατόπιν αυτού, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν από την αναιρεσείουσα να εμφανιστούν στην προαναφερόμενη δικάσιμο, και ενόψει του ότι επρόκειτο για απλή ομοδικία, το δικαστήριο διέταξε να χωρισθεί η εκδίκαση της υπόθεσης και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους ανωτέρω διαδίκους.
Ως προς τους λοιπούς διαδίκους έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης και αναιρέθηκε η με αριθμό 5205/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ήδη, με την από 12/2/2021 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η από 13/06/2018 αίτηση αναίρεσης, ως προς τους διαδίκους για τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο οι αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση. Όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 9585Γ/13-4-2021 και 9586Γ/13-4-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας με έδρα το Πρωτοδικείο Λαμίας, Ε.
Σ., ακριβές αντίγραφο της από 12/2/2021 κλήσης για συζήτηση της από 13/6/2018 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό. 5205/2018 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσίβλητους για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τους τελευταίους.
Επίσης ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Νικόλαο Μακρυγιάννη, με την ιδιότητά του ως πληρεξούσιου και αντίκλητου του δικαιοπάροχου των αναιρεσιβλήτων Τ. Ζ., όπως προκύπτει από την με αριθμό 7550Δ/2-7-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.
Φ.. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων, σαν να ήταν αυτοί παρόντες (ΚΠολΔ 568 παρ. 4, 576 παρ. 2).
Ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικώς την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικώς στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν.2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στον δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).
Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της σύμβασης (άρθρο 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο - δέκτη της υπόσχεσης), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πλήρωσης των όρων της σύμβασης.
Πρόκειται περί γνησίας ομαδικής ασφάλισης, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρο 411 Α.Κ.), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (ΑΠ 1895/2008, ΑΠ 11/2006).
Εξάλλου, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσης εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφάλισης με την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχείρησης ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Κατάθεσης ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφάλισης), εκείνη δε, έναντι προμήθειας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδότησης και οι συμφωνηθέντες, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 361 Α.Κ.
και 713 , μεταξύ των συμβαλλομένων, όροι, να καταβάλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχείρησης ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το λογαριασμό κατάθεσης ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίων.
Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. Α.Κ., δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζόμενου ή μέλος του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπό του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφάλισης και εν συνεχεία να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 462/2018, ΑΠ 1131/2017, ΑΠ 162/2017).
Επομένως, ο τρίτος που δεν είναι συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον ασφαλιστή εντολοδόχο την παροχή σ' εκείνη την έκταση και ποσότητα, την οποία, στο πλαίσιο της εντολής, καθόρισε δεσμευτικά για τον εντολοδόχο ασφαλιστή ο εντολέας σύλλογος ή εργοδότης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Άπαντες οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι τυγχάνουν συνταξιούχοι υπάλληλοι της ... Τράπεζας της Ελλάδος και... ήταν μέλη του επιχειρησιακού σωματείου εργαζομένων της με την επωνυμία "Σύλλογος εργαζομένων ...
Τράπεζας της Ελλάδος (Σ.Ε.Α.Τ.Ε.)", που αναγνωρίστηκε με την υπ' αριθμόν 6758/31.12.1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών... και προήλθε από τη συνένωση και ενοποίηση των άλλοτε αυτοτελών Συλλόγων Υπαλλήλων (Σ.Υ.Α.Τ.Ε.), Επιστημονικού Προσωπικού: ΑΤΕ (ΣΕΠΑΤΕ) και Γεωτεχνικών Επιστημόνων ΑΤΕ (ΣΓΕΑΤΕ). Ήδη, κατόπιν νέας τροποποίησης του καταστατικού του, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθμόν 653/04.02.2013 διαταγή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά την ενοποίηση των συλλόγων των δύο τραπεζών ...
και ..., μετονομάσθηκε με την επωνυμία "Σύλλογος Εργαζομένων Τράπεζας ... - ... (ΣΕΤΑΠ)". Σκοπός του σωματείου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του καταστατικού του, είναι η μελέτη, προάσπιση και προαγωγή των ηθικών, επαγγελματικών - εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών, συνδικαλιστικών και ταξικών συμφερόντων των μελών του και, μεταξύ άλλων, ειδικότερα, η δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών των μελών του καθώς και για την αλληλοβοήθεια τους (όρος 3 παρ. 1, στοιχείο I)...
Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του καταστατικού του υπό τον τίτλο "οικονομική ενίσχυση εξερχόμενων μελών" προβλέφθηκαν τα εξής: "Α) Στα μέλη του Σωματείου που αποχωρούν οριστικά και αμετάκλητα από την Αγροτική Τράπεζα, λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης ή θανάτου, παρέχεται οικονομική ενίσχυση με βάση τις πλήρεις αποδοχές, που λαμβάνουν κατά το χρόνο της εξόδου τους, σύμφωνα με την ακόλουθη αναλογία: 1) 2 μηνών πλήρεις αποδοχές, για όσους έχουν συμπληρώσει 25 χρόνια ως μέλη του Σωματείου, 2)... 3)...
και 4)... Δ) Για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού ποσοστό μέχρι 50% από τις μηνιαίες τακτικές εισφορές των μελών τηρείται σε Ειδικό Λογαριασμό... ΣΤ) Το Δ.Σ. δύναται να συνάψει με μία οικονομικά εύρωστη ασφαλιστική εταιρεία, ειδική συμφωνία για ομαδική ασφάλιση των μελών του Σωματείου ώστε, αξιοποιώντας όλα ή μέρος των μέχρι τότε υπολοίπων του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού και όλο ή μέρος του 40% των παρακρατούμενων μηνιαίων τακτικών εισφορών, να εξασφαλίσει, αντίστοιχα, καλύτερους ή ίσους όρους σε σχέση με αυτούς που προβλέπονται στις παραπάνω περιπτώσεις (Α) και (Β).
Ζ) Τα μέλη του Συλλόγου στην όποια περίπτωση ύπαρξης νέου καθεστώτος Ομαδικής Ασφάλισης θα δικαιούνται και θα λαμβάνουν, τουλάχιστον, τα ποσά που θα ελάμβαναν από τους προηγούμενους λογαριασμούς των επί μέρους Συλλόγων τους"... Στο πλαίσιο της υλοποίησης της υπό στοιχείο ΣΤ περίπτωσης του άρθρου 16 του καταστατικού του, ο δικαιοπάροχος του πρώτου των εναγομένων και ήδη εκκαλούντος, ήτοι το σωματείο με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων ...
Τράπεζας της Ελλάδος" (Σ.Υ.Α.Τ.Ε.) (εφεξής: "συμβαλλόμενος"), ενόσω λειτουργούσε ως αυθύπαρκτος και ανεξάρτητος των λοιπών δύο ενώσεων ("ΣΕΠΑΤΕ" και "ΣΓΕΑΤΕ"), συνήψε με τη δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία (εφεξής: "η εταιρεία") την υπ' αριθμόν 8553000048/14.05.1985 σύμβαση ομαδικής ασφάλισης λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου (εφεξής συμβόλαιο με αριθμό 48/1985), με τις μεταγενέστερες Πρόσθετες Πράξεις της και με ημερομηνία έναρξης ισχύος στις 14.05.1985.
Αναπόσπαστο μέρος του εν λόγω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποτελεί ο Γενικός Κανονισμός του Προγράμματος Πρόνοιας, όπως εκάστοτε ισχύει (άρθρο 1 παρ. 1). Με το συμβόλαιο αυτό και σύμφωνα με το πρόγραμμα εφάπαξ παροχών ο κάθε ασφαλισμένος κατά την αποχώρησή του από την εργασία του στην Αγροτική Τράπεζα λόγω συνταξιοδότησης, θα ελάμβανε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία συγκεκριμένο χρηματικό ποσό και ειδικότερα εφάπαξ ασφαλιστική παροχή, για την καταβολή της οποίας η ασφαλιστική εταιρεία κάθε φορά που αποχωρούσε κάποιος ασφαλισμένος, απέσυρε από τον τηρούμενο λογαριασμό ασφαλίστρων (Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου) το απαιτούμενο ποσό, το οποίο στη συνέχεια κατέβαλε στο δικαιούχο, αφού προηγουμένως το σωματείο είχε ειδοποιήσει την ασφαλιστική εταιρεία για την αποχώρηση του συγκεκριμένου υπαλλήλου, παρέχοντας συγχρόνως και όλα τα απαραίτητα στοιχεία (χρόνος υπηρεσίας, ηλικία, μισθός) για τον προσδιορισμό του ποσού αυτού.
Στον προρρηθέντα Γενικό Κανονισμό Πρόνοιας που συνοδεύει την ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι είναι ασφαλισμένοι ως μέλη του πρώην Σ.Υ.Α.Τ.Ε. και ήδη Σ.Ε.Τ.Α.Π., κατά τα εκτεθέντα, ορίζονται ειδικότερα τα εξής: ΠΑΡΟΧΕΣ: "Κάθε ασφαλισμένος δικαιούται παροχής εφάπαξ την ημερομηνία, κατά την οποία θα συνταξιοδοτηθεί από τον κύριο ασφαλιστικό φορέα, που τον καλύπτει, με σύνταξη γήρατος.
Το ποσό της παροχής αυτής είναι ίσο με 7% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού (ήτοι ο μέσος μηνιαίος μισθός του τελευταίου δωδεκαμήνου πριν από τη συνταξιοδότηση, που δηλώνει το συμβαλλόμενο σωματείο στην εταιρεία) επί τη συντάξιμη υπηρεσία (ήτοι το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία πρόσληψης στο Σ.Υ.Α.Τ.Ε.
μέχρι την ημερομηνία συνταξιοδότησης από τον κύριό ασφαλιστικό φορέα, όχι μεγαλύτερο των 35 ετών). Το ποσό αυτό καταβάλλεται εφάπαξ στον ασφαλισμένο κατά την ημερομηνία της συνταξιοδότησής του". Προσθέτως, το υπ' αριθμόν 1 άρθρο της επίμαχης σύμβασης με τον τίτλο "Γενικές διατάξεις" όριζε ότι: "Ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου τροφοδοτείται αποκλειστικά από τις εισφορές του Συμβαλλόμενου", δηλαδή χρηματοδοτείτο από τα συσσωρευμένα αποθεματικά από το παρακρατηθέν ποσοστό (ήμισυ του 1%) των ακαθάριστων μηνιαίων αποδοχών των ασφαλισμένων κατά τη διάρκεια της ενεργούς υπηρεσίας τους, και ότι "...
ο Λογαριασμός Διαχείρισης Κεφαλαίου έχει σκοπό τη δημιουργία ενιαίων αξιών (κεφαλαίων) που είναι απαραίτητες για την καταβολή των παροχών που καθορίζονται στο Γενικό Κανονισμό του Προγράμματος Πρόνοιας... Ο Συμβαλλόμενος δίνει το δικαίωμα στην Εταιρεία να αποσύρει από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου τα ποσά που απαιτούνται για την καταβολή των προβλεπόμενων παροχών.
Οι υποχρεώσεις της Εταιρίας προς τον ασφαλισμένο (εργαζόμενο) αρχίζουν από την ημερομηνία που το κατάλληλο ποσό αποσυρθεί από το Λογαριασμό Διαχείρισης Κεφαλαίου για την καταβολή της προβλεπόμενης παροχής". Ο ανωτέρω όρος διακηρύσσει την υπέρ τρίτου δικαιούχου - ασφαλισμένου ενέργεια της σύμβασής και θεμελιώνει την ευθεία αξίωσή του εναντίον της ασφαλιστικής εταιρείας για τη διεκδίκηση της δικαιούμενης εφάπαξ οικονομικής ενίσχυσης.
Το δικαίωμα προσδοκίας κάθε ασφαλισμένου μετατρέπεται σε αξίωση καταβολής του συμφωνημένου κεφαλαίου, ως ασφαλιστικής αποζημίωσης, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση συνιστάμενη στην ένδικη υπόθεση στο χρόνο συνταξιοδότησής του. Η ασφαλιστική σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε υπέρ, των εργαζομενων - μελών του Συλλόγου, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτων, γεννά υποχρεώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας, οι οποίες πρέπει να εκπληρωθούν ευθέως προς τους ασφαλισμένους (άρθρα 411, 412 ΑΚ).
Ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, αποκτά άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή την παροχή, στρεφόμενος κατ' αυτού απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 411 ΑΚ. Το δε έννομο συμφέρον των ασφαλισμένων θεμελιώνεται στο ασφάλιστρο, που καταβάλλει για λογαριασμό τους το σωματείο.
Όλα τα δικαιώματα των ασφαλισμένων απορρέουν από το ασφαλιστήριο και συνεπώς η ασφαλιστική εταιρεία δύναται να προβάλει κατά των ασφαλισμένων τις τυχόν υπάρχουσες κατά του συμβαλλομένου σωματείου ενστάσεις. Ως εκ τούτου, έκαστος των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων απέκτησε άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα κατά της υποσχεθείσας ασφαλιστικής εταιρείας-δεύτερης των εναγομένων και ήδη εκκαλούσας, από τη στιγμή της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, που συνέπιπτε με τη συνταξιοδότησή του, επί της εφάπαξ παροχής και νομιμοποιείται να στραφεί ευθέως κατ' αυτής προς διεκδίκηση της επίμαχης παροχής.
Περαιτέρω, το άρθρο 2 της επίμαχης σύμβασης όριζε ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου ανοίγεται κατά την ημερομηνία που θα πραγματοποιηθεί η πρώτη καταβολή του συμβαλλόμενου προς την εταιρεία (2.1), ότι κάθε εισφορά που καταβάλλεται από το συμβαλλόμενο στην εταιρεία πιστώνεται στον λογαριασμό την ίδια ακριβώς ημέρα της καταβολής (2.2), ότι οι τόκοι πιστώνονται στο λογαριασμό στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους (2.3), ότι στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους η εταιρεία συντάσσει έκθεση για την κατάσταση του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου, που περιλαμβάνει σε πίστωση α) το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, β) τις εισφορές που καταβλήθηκαν από το συμβαλλόμενο στην εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 κατά τη διάρκεια του έτους και γ) τους τόκους του κεφαλαίου που υπολογίσθηκαν από την εταιρεία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 και σε χρέωση α) τα ποσά που αναλήφθηκαν από το κεφάλαιο για την καταβολή των προβλεπόμενων παροχών των ασφαλισμένων που συνταξιοδοτήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, β) τα έξοδα διαχείρισης, όπως καθορίζονται στο.
άρθρο 4, γ) οποιοδήποτε ποσό που καταλογίζεται σε βάρος του κεφαλαίου για φορολογικούς ή άλλους λόγους, δ) τις προμήθειες που καταβλήθηκαν και ε) τους τόκους για τα ποσά που αναλήφθηκαν από το λογαριασμό (2.4) και ότι τα υπόλοιπο κάθε στιγμή μεταξύ πίστωσης και χρέωσης καθορίζει το ύψος του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου κατά τη στιγμή αυτή.
Επιπλέον, το άρθρο 3 της ίδιας σύμβασης όριζε ότι στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους ο συμβαλλόμενος διαβιβάζει προς την εταιρεία κατάσταση των εργαζομένων που καλύπτονται από το πρόγραμμα, ότι η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει τον αριθμό μητρώου του ασφαλισμένου, τα στοιχεία ταυτότητας, την ημερομηνία πρόσληψης στην υπηρεσία, τις μηνιαίες αποδοχές και κάθε άλλο στοιχείο σχετικό με τις ειδικές περιπτώσεις του προγράμματος (3.1:1), ότι με βάση τις παραπάνω πληροφορίες η εταιρεία καθορίζει το ποσό της εισφοράς την οποία όφειλε:
να καταβάλει ο συμβαλλόμενος στην αρχή κάθε ασφαλιστικού έτους για την καλυπτόμενη ομάδα, ότι η εισφορά αυτή υπολογίζεται με βάση ης υποθέσεις που προτείνονται από την εταιρεία και αυτές που εγκρίθηκαν από το Υπουργείο Εμπορίου και αναφέρονται στο Παράρτημα Α αυτού του συμβολαίου (3.1.2.), ότι κάθε έτος θα επανεξετάζονται οι υπολογισμοί για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του κεφαλαίου, ότι οι διαφορές που δυνατόν να διαπιστωθούν, μπορούν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή ή με αύξηση της εισφοράς σύμφωνα με τις προτάσεις της εταιρείας (3.1.3) ...
ότι η εταιρεία εγγυάται το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου κάθε στιγμή, ότι η εταιρεία εγγυάται την καταβολή της σύνταξης εφόσον προβλέπεται από τον κανονισμό προνοίας του προγράμματος αναλαμβάνοντας από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου το μικτό ενιαίο ασφάλιστρο που απαιτείται σύμφωνα με τις τεχνικές βάσεις τις εγκεκριμένες από το Υπουργείο Εμπορίου κατά την ημερομηνία της αποχώρησης, ότι εάν η εταιρεία διαπιστώσει ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου είναι ή τείνει να γίνει ανεπαρκής οφείλει να ενημερώσει για αυτό το συμβαλλόμενο και να του εισηγηθεί τις αναγκαίες αναπροσαρμογές που πρέπει να γίνουν στις εισφορές, ώστε να διατηρηθεί η επάρκεια του λογαριασμού και ότι δεν εκδίδεται ασφαλιστήριο σύνταξης και καμία καταβολή δεν γίνεται από την εταιρεία εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπάρχει τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκεί για την κάλυψη της παροχής αυτής (3.3).
Προσέτι, στο άρθρο 5 της ίδιας σύμβασης ορίσθηκε ότι κατά τη διάρκεια της ισχύος του συμβολαίου αυτού ο συμβαλλόμενος είναι υποχρεωμένος σε διάστημα όχι λιγότερο από δεκαπέντε ημέρες πριν από την ημερομηνία που θεμελιώνεται δικαίωμα παροχής κάθε εργαζόμενου, ο οποίος δικαιούται παροχής σύμφωνα με διατάξεις του προγράμματος, να το γνωστοποιήσει στην εταιρεία....
και ότι η εταιρεία δεν έχει καμία υποχρέωση για καταβολή παροχής για οποιαδήποτε άτομα, δεν λάβει προηγουμένως κανονικά συμπληρωμένη γνωστοποίηση (5.2). Περαιτέρω, το άρθρο 6 της ίδιας σύμβασης όριζε ότι με τη λήψη μίας κανονικά συμπληρωμένης γνωστοποίησης και με την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός διαχείρισης κεφαλαίου είναι επαρκής για την καταβολή της απαιτούμενης παροχής, η εταιρεία αναλαμβάνει από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου το ποσό που χρειάζεται για την καταβολή της παροχής σε κάθε δικαιούχο που πληροί τις προϋποθέσεις και η οποία είναι σύμφωνα με του όρους του προγράμματος και τα στοιχεία του ατόμου που τη δικαιούται όπως καθορίζονται στη γνωστοποίηση (6.1) ...
Στο άρθρο 7 της επίμαχης σύμβασης, δε, ορίσθηκε ότι ο συμβαλλόμενος μπορεί να καταγγείλει το συμβόλαιο στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους ... και ότι η εταιρεία έχει το δικαίωμα να καταγγείλει το συμβόλαιο οποιαδήποτε στιγμή με προειδοποίηση τριών μηνών τουλάχιστον απευθυνόμενη με συστημένη επιστολή στο συμβαλλόμενο εφόσον συμβεί μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις α) εάν ο συμβαλλόμενος δεν πραγματοποιεί υπέρ του κεφαλαίου σύμφωνα με τις παροχές που προβλέπονται στο συνημμένο πρόγραμμα πρόνοιας την καταβολή των εισφορών όπως καθορίζονται και απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 3 και β) αν ο συμβαλλόμενος αρνηθεί να αποδεχθεί τις τροποποιήσεις τις οποίες κρίνει η εταιρεία ότι πρέπει να επιφέρει στο παρόν συμβόλαιο σε περίπτωση τροποποίησης του προγράμματος προνοίας και εισηγείται σε αυτόν (7.2)....
Εξάλλου με βάση τον προειρημένο υπό στοιχείο Α) όρο του άρθρου 16 του καταστατικού του σωματείου το τελευταίο ανέλαβε τη συμβατική υποχρέωση προς έκαστο δικαιούχο μέλος του, όπως καταβάλει σε αυτόν την οριζομένη σε αυτόν τον όρο οικονομική ενίσχυση ως εφάπαξ βοήθημα κατά την αποχώρησή του από την ενεργό υπηρεσία και δη κατά τη συνταξιοδότησή του.....
Προσθέτως,.... η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα ευθύνεται εκ της επίδικης σύμβασης έναντι των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων για την καταβολή εφάπαξ παροχής ποσοστού 7% του μηνιαίου συντάξιμου μισθού επί τα έτη της συντάξιμης υπηρεσίας εκάστου ασφαλισμένου, ο οποίος απέκτησε άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό σχετικό δικαίωμα κατ' αυτής από τη στιγμή της συνταξιοδότησής του.
Το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν και η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα ευθύνονται έναντι των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων εις ολόκληρον στην καταβολή της παροχής, η καταβολή της μίας από αυτές αποκλείει την καταβολή και της ετέρας παροχής, εφόσον είναι ισόποσες, και στην περίπτωση, κατά την οποία η οφειλόμενη παροχή ενός των εναγομένων είναι μικρότερη από την οφειλόμενη παροχή του ετέρου εξ αυτών, έκαστος των εναγόντων διατηρεί την απαίτησή του για την καταβολή της διαφοράς έναντι του άλλου των εναγομένων, για τον οποίο η οφειλόμενη παροχή παραμένει μεγαλύτερη με βάση τους προρρηθέντες βάσει του καταστατικού (άρθρο 16 στοιχείο Α) και τους όρους της σύμβασης υπολογισμούς.
Η ύπαρξη της εις ολόκληρον ενοχής των εναγόμενων εδράζεται στο ότι στην ένδικη υπόθεση υφίστανται περισσότεροι οφειλέτες έναντι των εναγόντων, υφίσταται ταυτότητα παροχής συντρεχούσης της ενότητας του σκοπού της επίδικης παροχής και έκαστος των συνοφειλετών υποχρεούται με βάση την εκτεθείσα ευθύνη του σε καταβολή ολόκληρης της παροχής στους ενάγοντες και οι τελευταίοι δικαιούνται σε απαίτηση της παροχής μία φορά καθ' ο μέρος αυτή είναι ισόποση για αμφοτέρους τους εναγομέγους, σημειουμένου ότι η ύπαρξη της ταυτότητας της παροχής- δεν προϋποθέτει αναγκαίως ταυτότητα του νομικού και πραγματικού παραγωγικού λόγου γέννησής της...Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι κατά τη συνταξιοδότηση εκάστου των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν δεν εκπλήρωσε την ως άνω απορρέουσα εκ του καταστατικού του υποχρέωση για την καταβολή της οικονομικής ενίσχυσης και η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα δεν εκπλήρωσε την απορρέουσα εκ της επίδικης σύμβασης υποχρέωση για την καταβολή της εφάπαξ παροχής, με αποτέλεσμα έκαστος των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων να δικαιούται τα αιτούμενα χρηματικά ποσά.
Ειδικότερα έκαστος των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων αναλόγως των ετών υπηρεσίας του ως την συνταξιοδότησή του και των μεικτών μηνιαίων συντάξιμων αποδοχών δικαιούται να λάβει από το πρώτο των εναγομένων και ήδη εκκαλούν και από τη δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα τα ακόλουθα ποσά: .....Ο δέκατος έβδομος εξ αυτών προσελήφθη στις 29.03.1978, συνταξιοδοτήθηκε την 01.01.2011, έχοντας 32 χρόνια και 9 μήνες συντάξιμης υπηρεσίας, με τον βαθμό του Τμηματάρχη Α και με μεικτές μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές 3.725,15 ευρώ.
Δικαιούται. δε, από το πρώτο των εναγομένων το ποσό των (2.725,15 Χ 2=) 5.450,30 ευρώ και από τη δεύτερη εξ αυτών το ποσό των (2,.725,15 Χ32 Χ 7%=) 6.104,33 ευρώ..... Ως εκ τούτου, οι εναγόμενοι οφείλουν εις ολόκληρο ..... στον δέκατο έβδομο εξ αυτών το ποσό των 5450,30 ευρώ..... Επιπλέον, η δεύτερη των εναγομένων οφείλει στον ... δέκατο έβδομο εξ αυτών το ποσό των 654,03 ευρώ....
Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι ο, υπολογισμός και το ύψος απάντων των προειρημένων ποσών, τα οποία επιδικάσθηκαν και με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν αμφισβητούνται ειδικώς και δεν προσβάλλονται με σχετικό λόγο έφεσης από έκαστο των εκκαλούντων. Εξάλλου, εντός του έτους 2011 η δεύτερη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα απέστειλε στο πρώτο εξ αυτών την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 1669/10.02.2011 επιστολή της, με την οποία διαβίβασε σε αυτό το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 139/08.12.2010 έγγραφο της Υποδιεύθυνσης Αναλογιστικής και Υποστήριξης έργων Φερεγγυότητας.
Με το προαναφερόμενο ,από 08.12.2010 έγγραφο η μνησθείσα Υποδιεύθυνση της δεύτερης των εναγομένων ανέφερε ότι στο πλαίσιο της αναλογιστικής αποτίμησης, μεταξύ άλλων, της επίδικης σύμβασης, διενήργησε αναλογιστική μελέτη με ημερομηνία 31.12.2009, ότι σύμφωνα με την τελευταία αναφορικά με την επίδικη υπ' αριθμόν 48/1985 σύμβαση το ποσό των συσσωρευμένων υποχρεώσεων αυτού του συμβολαίου με ημερομηνία 31.12.2009 ανέρχεται σε 4.431.000 ευρώ περίπου, ότι το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης του συμβολαίου ανέχεται σε μηδέν ευρώ, ότι ο λογαριασμός διαχείρισης του συμβολαίου είναι ανεπαρκής και ότι με βάση τα αποτελέσματα αυτά η ασφαλιστική εταιρεία εισηγείται την καταβολή έκτακτης εισφοράς ύψους 4.431.000 ευρώ για τον εν λόγω λογαριασμό.
Ακολούθως, η δεύτερη των εναγομένων απέστειλε στο πρώτο εξ αυτών την από 24.10.2012 επιστολή της, με την οποία ζητούσε από αυτό - σε συνέχεια της υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου 1669/10.02.2011 επιστολής της, με την οποία κοινοποίησε σε αυτό την προαναφερόμενη αναλογιστική μελέτη - να της γνωστοποιήσει άμεσα τις προθέσεις του για την καταβολή έκτακτης εισφοράς ποσού 4.431.000 ευρώ και στην οποία ανέφερε ότι σε περίπτωση που δεν καταβληθεί η έκτακτη εισφορά το., ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα ακυρωθεί στις 31.12.2012 σύμφωνα με το άρθρο 7.2 του Γενικών Όρων Ασφάλισης.
Στη συνέχεια, λόγω του ότι το σωματείο δεν απάντησε στην ως άνω εισήγηση της ασφαλιστικής εταιρείας για την καταβολή έκτακτης εισφοράς, η τελευταία προέβη με το από 22.01.2013 έγγραφο της στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης, η οποία επιδόθηκε στο σωματείο στις 24.01.2013 συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθμό 2104/24.01.2013 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Τραπεζανλίδη.
Κατά το χρόνο, δε, της καταγγελίας, ήτοι στις 24.01.2013, το υπόλοιπο του λογαριασμού διαχείρισης ανερχόταν στο ποσό των 6.787,35 ευρώ.... Από τα προειρημένα συνάγεται ότι η ασφαλιστική εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε στις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση υποχρεώσεις της. Ειδικότερα, ελλείψει επίκλησης και προσκομιδής οιουδήποτε σχετικού εγγράφου από μέρους της δεύτερης των εναγομένων, δεν αποδείχθηκε ότι η ίδια στις 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους συνέτασσε έκθεση για την κατάσταση του λογαριασμού διαχείρισης κεφαλαίου περιλαμβάνουσα, μεταξύ άλλων, το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με τον υπ' αριθμόν 2.4 ως άνω όρο της σύμβασης, προκειμένου να είναι σε θέση να γνωρίζει την πραγματική κατάσταση του λογαριασμού και την επάρκεια αυτού.
Επιπλέον, η ίδια ουδόλως επανεξέτασε, σύμφωνα με το άρθρο 3.1.3 της σύμβασης, κάθε έτος τους υπολογισμούς για τη διαπίστωση της τεχνικής ισορροπίας του κεφαλαίου, έτσι ώστε οι διαφορές, που θα διαπιστώνονταν, θα μπορούσαν να εξισορροπηθούν είτε με εφάπαξ καταβολή ή με αύξηση της εισφοράς, προκειμένου να διατηρηθεί η επάρκεια του λογαριασμού σύμφωνα με το άρθρο 3.3 της σύμβασης και προκειμένου ανά τακτικά κατ' έτος χρονικά διαστήματα να πραγματοποιούνται οι αναγκαίες και εφικτές ενέργειες για την επίτευξη αυτού του σκοπού.
Τουναντίον, η ίδια προέβη μόλις στις 31.12.2009 στη σύνταξη της ως άνω αναλογιστικής μελέτης, οπότε και ήδη η κατάσταση του λογαριασμού είχε καταστεί άκρως δυσμενής, και η ίδια γνωστοποίησε αυτή τη μελέτη στο σωματείο πολύ αργότερα με την από 10.02.2011 επιστολή της, οπότε και εισηγήθηκε σε αυτό την καταβολή του ως άνω μεγάλου ποσού ως έκτακτη εισφορά.
Συνέπεια της επί σειρά ετών παραβίασης των ως άνω υποχρεώσεών της ήταν η απώλεια της δυνατότητας της τακτικής παρακολούθησης της πραγματικής κατάστασης του λογαριασμού και της έγκαιρης αντιμετώπισης του προβλήματος της ανεπάρκειας. Εντεύθεν, η ασφαλιστική εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε στη συμβατική υποχρέωση της, με την οποία εγγυήθηκε το υπόλοιπο του λογαριασμού κάθε στιγμή και με την οποία εγγυήθηκε την καταβολή της παροχής σύμφωνα με το άρθρο 3.3.
της σύμβασης, και με τις προαναφερόμενες παραλείψεις της έθεσε σε κίνδυνο τα δικαιώματα των ασφαλισμένων. Ταυτοχρόνως, ενώ ήδη από το τέλος του έτους 2009 η ίδια γνώριζε την ως άνω πραγματική κατάσταση του λογαριασμού, δεν ενημέρωσε εγκαίρως το σωματείο και δεν προέβη εγκαίρως στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης, ως όφειλε.
Επομένως, η ασφαλιστική εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε στις απορρέουσες από τα άρθρα 2.4, 3.1.3, 3.3. και 7 της σύμβασης υποχρεώσεις της. Εφόσον, δε, η σύμβαση ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και δη κατά τους προαναφερόμενους για έκαστο των εναγόντων χρόνους συνταξιοδότησης και συνακόλουθα της υποχρέωσης της ίδιας να καταβάλει την παροχή, η ίδια οφείλει να καταβάλει στους ασφαλισμένους ενάγοντες τα ως άνω προσδιορισθέντα ποσά.
Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης της εκκαλούσης η τελευταία παραπονείται ότι εσφαλμένα με την εκκαλουμένη απόφαση επιδικάσθηκαν τα ανωτέρω ποσά, διότι δεν ευθύνεται για την καταβολή των εν λόγω παροχών λόγω ανεπάρκειας του λογαριασμού, διότι η ευθύνη της περιορίζεται μέχρι το υπόλοιπο του λογαριασμού, διότι η ίδια εγγυήθηκε μόνον το υπόλοιπο του λογαριασμού κάθε στιγμή, διότι η επάρκεια του λογαριασμού αποτελούσε προϋπόθεση της καταβολής των παροχών και διότι η ανεπάρκεια του λογαριασμού δεν οφειλόταν στην ίδια αλλά στη μη αποδοχή από το σωματείο της πρότασής της για καταβολή εισφοράς ποσού 4.431.000 ευρώ, στην αθρόα έξοδο των μελών του σωματείου και στην παύση καταβολής των εισφορών των μελών του σωματείου στην ίδια.
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης της εκκαλούσης η τελευταία παραπονείται ότι εσφαλμένα με, την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επιδικάσθηκαν τα ανωτέρω ποσά, διότι η ίδια εγγυήθηκε το υπόλοιπο του λογαριασμού, κατά τον χρόνο αποχώρησης από την εργασία κάθε μέλους του συλλόγου. Με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης της εκκαλούσης η τελευταία παραπονείται ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο ισχυρισμός της περί του ότι η ίδια δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα ως προς την αδυναμία της για την καταβολή των παροχών και την ανεπάρκεια του λογαριασμού, διότι το σωματείο αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προτάσεις της ίδιας.
Με τον έκτο, δε, λόγο της κρινόμενης έφεσης της εκκαλούσης η τελευταία ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε η υποβληθείσα ένστασή της περί περιορισμού της ευθύνης της μέχρι του ποσού των 6.787,35 ευρώ, ήτοι μέχρι του ποσού του υπολοίπου του λογαριασμού κατά τον χρόνο της καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης στις 24.01.2013.
Με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά άπαντες οι προρρηθέντες λόγοι έφεσης και οι διαλαμβανόμενοι σε αυτούς ισχυρισμοί τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσία. Και αυτό, διότι, κατά τα εκτεθέντα, η ασφαλιστική εταιρεία παραβίασε τους ως άνω όρους της σύμβασης, η ίδια εγγυήθηκε την καταβολή της παροχής και δεν προέβη σε έγκαιρη καταγγελία της σύμβασης. ....".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του 17ου των εναγόντων, μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οποίου τυγχάνουν οι αναιρεσίβλητοι. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 και 33 του ν. 2496/1997, 13 κεφ.
VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970, 209, 414 και 342 του Α.Κ. και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.. Τούτο δε, διότι, υπό τις πιο πάνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και συγκεκριμένα ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, δυνάμει της συναφθείσας σύμβασης, θα τηρούσε λογαριασμό κατάθεσης των ασφαλίστρων, από τον οποίο και μόνον θα αντλούσε τα εφάπαξ καταβαλλόμενα χρηματικά ποσά στους συνταξιοδοτούμενους υπαλλήλους της ...
Τράπεζας της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων και ο 17ος των εναγόντων, μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του οποίου τυγχάνουν οι αναιρεσίβλητοι, ότι στη σύμβαση υπάρχουν όροι, σύμφωνα με τους οποίους η διάρκεια και η λειτουργία της (σύμβασης) εξαρτάται από την καταβολή των ασφαλίστρων και ότι ουδεμία καταβολή μπορούσε να γίνει από την αναιρεσείουσα, εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού που υπήρχε τη στιγμή της απαίτησης δεν επαρκούσε για την κάλυψη της παροχής, η ένδικη σύμβαση δεν φέρει το χαρακτήρα της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, υπό την έννοια της ανάληψης ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης, αλλά πρόκειται για Σύμβαση Διαχειριστικής Ασφάλισης Λογαριασμού, ήτοι επενδυτικής φύσης εργασία, με βάση την οποία ο εκάστοτε εργαζόμενος, μέλος του Συλλόγου, με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης υπό την οποία αυτή τελούσε, ήτοι από τη στιγμή της συνταξιοδότησής του, αποκτούσε άμεσο και ίδιο αποκλειστικό δικαίωμα κατά της αναιρεσείουσας, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση του συμβαλλόμενου Συλλόγου (λήπτη της ασφάλισης), προς καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής αφαιρετέας από το λογαριασμό διαχείρισης κεφαλαίου, υπό τον όρο όμως της επάρκειας του τηρούμενου λογαριασμού, εφόσον δε, σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω παραδοχές, το υπάρχον στο λογαριασμό υπόλοιπο δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης του ανωτέρω ενάγοντος και δεν συμπληρώθηκε, παρά τις έγγραφες οχλήσεις της αναιρεσείουσας, με οποιοδήποτε ποσό από το έχον την υποχρέωση αυτή κατά νόμο και κατά τη σύμβαση συμβληθέν σωματείο του εργαζόμενου υπαλλήλου, η αναιρεσείουσα δεν είχε συμβατική υποχρέωση να καταβάλει στον ανωτέρω αρχικό ενάγοντα την αιτούμενη παροχή.
Επιπροσθέτως δε το Εφετείο, απέρριψε τον εκ του 342 Α.Κ. ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κρίνοντας εσφαλμένως, ενόψει των προεκτεθέντων, ως προς τον τρόπο λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, ότι η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον επίδικο λογαριασμό ασφαλίστρων, λόγω της μη κάλυψης του ελλείμματός του από το επιχειρησιακό σωματείο με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ...
ΣΕΤΑΠ), παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της ιδίας, δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο αυτή δεν υπέχει ευθύνη, ώστε να απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της επίδικης παροχής στους αναιρεσίβλητους, καθόσον εντάσσεται στη σφαίρα της δικής της επιρροής. Επομένως οι αντίστοιχοι (πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τυγχάνουν βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρέλκουσας της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί.
Συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον ως Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Πρέπει επίσης να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
Διάταξη περί απόδοσης του παραβόλου στην αναιρεσείουσα δεν τίθεται καθόσον αυτό έχει ήδη αποδοθεί με την με αριθμό 1201/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 § § 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου (Ολ.ΑΠ 13/2004, ΑΠ 1631/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα- εναγομένη, με το κατατεθέν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με ημερομηνία 25/10/2021 υπόμνημα - αίτηση επικαλείται ότι κατέβαλε, για κεφάλαιο και τόκους σε πλήρη εξόφληση, στους δύο αναιρεσίβλητους, με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντος Τ.
Ζ., κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, τα ακόλουθα ποσά: στην Α. Κ. χήρα Τ. Ζ. 2.066,50 ευρώ και στον Κ. - Σ. Ζ. 6.199,53 ευρώ. Σημειώνεται ότι με την με αριθμό 128/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου (Τμήμα Αναστολών), απορρίφθηκε η αίτηση αναστολής της προσβαλλόμενης απόφασης. Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν τα ανωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
Το ανωτέρω αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων, είναι νόμιμο. Επομένως, η ανωτέρω αίτηση, εφόσον προαποδεικνύεται, από την με ημερομηνία 18/9/2018 εξοφλητική απόδειξη καταβολής αποζημίωσης η καταβολή στους αναιρεσίβλητους των ανωτέρω ποσών, πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δέχεται την από 13/6/2018 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...".
Αναιρεί την με αριθμό 5205/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσίβλητων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Δέχεται το περιεχόμενο στο από 25/10/2021 υπόμνημα-αίτηση, αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προ εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης κατάσταση και υποχρεώνει τους αναιρεσίβλητους, να αποδώσουν στην εναγομένη - αναιρεσείουσα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσης χρηματικά ποσά, τα οποία έκαστος εξ αυτών εισέπραξε παρ' αυτής σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ