Supreme Court partially allows appeal against labor court decision due to insufficient reasoning on public administration salary provisions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the State's appeal against a final labor court judgment regarding salary disputes. The court found the lower court's reasoning insufficient to determine if the plaintiff qualified for a specific €176 supplementary allowance under public administration regulations. Consequently, the judgment was annulled on these points and remanded for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 564, 577, 559, 562, 580, 22 of the Code of Civil Procedure; Article 14 of Law 3016/2002; Article 94 of the Constitution: When a second-instance judgment fails to provide adequate reasoning regarding the applicability of specific salary allowances to a public servant, the appeal is admissible and the judgment must be remanded for further clarification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 762 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 762/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αφροδίτη Καρούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Γ. - Χ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βασιλείου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2590/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 717/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 17/6/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Πιτταράς ανέγνωσε την από 16/10/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι λόγοι αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17.6.2015 αίτηση προσβάλλεται η 717/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 2590/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίστηκε η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αναφερόμενη κατωτέρω αγωγή της αναιρεσίβλητης και ακολούθως έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο και τώρα αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα για διαφορές αποδοχών το ποσό των 14.174 ευρώ. Η αίτηση στρέφεται κατ’ απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552 , 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)... γ)... Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος, που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993).
Περαιτέρω, σε εφαρμογή των αντίστοιχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.
θ’ του ν.1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του ν. 2721/1999, ορίστηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως οι διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.
Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Από τα ανωτέρω γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1340/2014, ΑΠ 1635/2012).
Τέτοιες ιδιωτικού χαρακτήρα διαφορές είναι και εκείνες που αναφύονται κατά την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3320/2005 για την κατάταξη του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού σε συγκεκριμένο μισθολογικό κλιμάκιο οργανικής θέσης, προσωποπαγούς ή μη, εφόσον και αυτές έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και την κατάταξη του μισθωτού σε οργανική θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για την επίλυση των οποίων είναι αρμόδια επομένως τα πολιτικά δικαστήρια ( ΑΕΔ 3/2004, ΣτΕ 3691/2014).
Μόνη η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές αρμοδιότητα του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου να διαπιστώνει την συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων του νόμου, καθώς και η δυνατότητα του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) να ασκεί τον αντίστοιχο έλεγχο, δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουν την σχετική διαδικασία ως ειδική διοικητική διαδικασία, η οποία, αν υπήρχε, θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να προσδώσει στις διαφορές αυτές τον χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς (ΣτΕ 3691/2014).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ’ αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλειστεί από τον νόμο (ΟλΑΠ 447/1984) και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.
Η τοιαύτη έρευνα των πολιτικών δικαστηρίων δεν αποσκοπεί στην ακύρωση των διοικητικών πράξεων, ούτε στο να αποκρουστεί η εκτελεστότητα αυτών, οι οποίες άλλωστε, κατά γενική αρχή του διοικητικού δικαίου έχουν το τεκμήριο της νομιμότητας, έτσι ώστε ακόμη και οι παράνομες διοικητικές πράξεις, εφόσον δεν έχουν ακυρωθεί, είναι εκτελεστές και παράγουν τα έννομα αποτελέσματά τους αλλά προκειμένου να απαγγελθούν άλλες έννομες συνέπειες ιδιωτικού χαρακτήρα, οι οποίες προκύπτουν από την εκτέλεση των παράνομων διοικητικών πράξεων (ΑΠ 734/2010, ΑΠ 171/2006).
Ειδικότερα, ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας της διοικητικής πράξης από τα πολιτικά δικαστήρια περιλαμβάνει και το αν η τελευταία εκδόθηκε κατά παράβαση των κανόνων δικαίου, οι οποίοι είναι αμέσως ή εμμέσως σχετικοί με το περιεχόμενο αυτής και πηγάζουν από οποιαδήποτε πηγή δικαίου, η δε νομιμότητα της εν λόγω πράξης κρίνεται με βάση τους κανόνες δικαίου, οι οποίοι ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσής της (ΑΠ 316/2016, ΑΠ 171/2006, 1459/2004, ΑΠ 526/200).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περίπτωση όμως τοιαύτης υπέρβασης της δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία, αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης, δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία τους, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται κατά νόμο (άρθ. 2 και 282 του ΚΠολΔ) με την απλή εξέταση και όχι με τη διάγνωση του ζητήματος, όταν το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας προς τούτο και για τον λόγο αυτό η απόφασή του για το ζήτημα που κρίθηκε παρεμπιπτόντως και το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠολΔ.
Στη προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 3.3.2009 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την 1.9.1996 και απασχολήθηκε έκτοτε ως καθαρίστρια σχολείων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση του νόμου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, ότι με την αναφερόμενη απόφαση του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και ότι στη συνέχεια, με τις μνημονευόμενες επίσης αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, από 7 Δεκεμβρίου του έτους 2006 κατατάχθηκε και τοποθετήθηκε σε οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εντάχθηκε στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3205/2003.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ενάγουσα ζήτησε, ύστερα από μερική μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, κυρίως κατ’ εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που απορρέουν από τις εκεί παρατιθέμενες υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλως με βάση τις διατάξεις των νόμων περί ενιαίου μισθολογίου ως εκ της απασχόλησής της στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άλλως και επικουρικά κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά και να υποχρεωθεί να της καταβάλει ένα μέρος αυτών ως οφειλόμενες για τα έτη 2001 έως 2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές εργαζομένων της αντίστοιχης ειδικότητας, συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας που απασχολήθηκε με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μισθώσεις έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους ν. 2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων έχουν επεκταθεί και στο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου απασχολούμενο από το εναγόμενο προσωπικό.
Με το αντικείμενο αυτό, η υπό κρίση διαφορά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι ιδιωτικού δικαίου και συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας που προβλήθηκε από την πλευρά του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δίκασε την αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη διαφορές αποδοχών, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Ειδικότερα, η επίκληση από την πλευρά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου του άρθρου 1 παρ.1 περ. γ του ν. 702/1977, όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 παρ.1 του ν. 3659/2008, κατά την οποία στην αρμοδιότητα του διοικητικού εφετείου υπάγονται οι αιτήσεις ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει, είναι αλυσιτελής, διότι η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στην αρμοδιότητα των διοικητικών εφετείων για την εκδίκαση ακυρωτικών διαφορών, περί της οποίας εδώ δεν πρόκειται.
Σημειώνεται ότι η αναφορά στην πιο πάνω ρύθμιση της φράσης "ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει", την οποία επισημαίνει το αναιρεσείον, διαλαμβανόταν στη διάταξη αυτή από την θέσπιση του ν. 702/1977 ["ανεξαρτήτως της φύσεως της συνδεούσης αυτό σχέσεως"] και διατηρήθηκε και στις επόμενες τροποποιήσεις του εν λόγω άρθρου με τα άρθρα 29 παρ.1 ν.2721/1999, 1 ν. 2944/2001 και 49 παρ. 1 του ν. 3659/2008, με τα οποία κατηγορίες υποθέσεων ακυρωτικών διαφορών μεταφέρθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας στα Διοικητικά Εφετεία.
Ούτε δε τα ανωτέρω διαφοροποιούνται από το ότι η αναγνώριση προϋπηρεσίας και η ένταξη της αναιρεσίβλητης στο κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο (18ο) έλαβε χώρα δυνάμει αποφάσεων του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, διότι είναι καθόλα επιτρεπτός από τα πολιτικά δικαστήρια ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητας των πιο πάνω αποφάσεων ως προς την τήρηση των διατάξεων του νόμου για την ένταξη της αναιρεσίβλητης σε αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο, στο πλαίσιο της ιδιωτικής διαφοράς που ανοίχθηκε με την πιο πάνω αγωγή.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 1 και 19, που δεν έχουν εδώ εφαρμογή, καθόσον ο πρώτος αφορά παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου και ο δεύτερος προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς), με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1, λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο του σκέλος, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικαιούται και για το διάστημα πριν την κατάταξή της σε οργανική θέση τις αντίστοιχες αποδοχές που καθορίζονταν κάθε φορά με το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, του οποίου οι κρίσιμες ρυθμίσεις επεκτάθηκαν και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του αναιρεσείοντος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.4 εδ.
β του ν. 3320/2005, για τον λόγο ότι οι συμβάσεις μίσθωσης έργου αυτής, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης καταρτίστηκαν σε χρόνο πριν την έναρξη της ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, έφεραν τον χαρακτήρα ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτή κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες καθαριότητας των σχολείων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ 1 και 3 του ν.21...20 ,1, 3, 4, 5 και 8 του ν.993/1979, 9 παρ.6 του ν. 1256/1982, 22 παρ.2 του ν. 1288/1982 , 21 του ν. 2190/1994, 6 παρ.1 του ν. 2527/1997, 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που προστέθηκαν μετά την συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001.
Και τούτο διότι, κατά τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, οι ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις αποκλείουν, ακόμη και για τον πριν την πιο πάνω αναθεώρηση του Συντάγματος χρόνο, τη μετατροπή των συμβάσεων μίσθωσης έργου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και εάν με αυτές καλύπτονταν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του δημόσιου φορέα της απασχόλησης, με συνέπεια στις συμβάσεις αυτές να μην μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν.21...20, λαμβανομένου υπόψη ότι με την παρ. 5 του άρθρου 113 του ν. 1892/1990 προβλέπεται ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να γίνεται από καθαρίστριες που εκτελούν το έργο αυτό με συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες συνάπτονται μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και καθεμιάς από αυτές και καλύπτει ένα διδακτικό έτος, έναντι αμοιβής ανά αίθουσα, το ετήσιο ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση.
Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης έγινε εν μέρει δεκτή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. β του ν. 3320/2005 σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 3205/2003, λόγω της κατάταξης αυτής σε οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και τήρησης της προβλεπομένης από αυτό διαδικασίας και κατά συνέπεια είναι χωρίς έννομη επιρροή, εάν ο χαρακτηρισμός από το Δικαστήριο της ουσίας της σύμβασης της αναιρεσίβλητης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έλαβε χώρα κατά παράβαση των επικαλούμενων από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο συνταγματικών και λοιπών νομοθετικών ρυθμίσεων (σχετ.
ΟλΑΠ 16/2017).
ΙV. Σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", (ΦΕΚ Α 134), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας (άρθ. 1 παρ. 1 αυτού) και του οποίου - σημειωτέον - οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία αποσκοπεί, κατά το άρθρο 1 σημείο 2 αυτής, στην αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ΔΕΚ της 23.4.2009 Υποθ.
Α. κλπ C 378 - 380), εξειδικεύτηκαν οι συνθήκες με τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόvoυ, προς επίτευξη του ανωτέρω σκοπού της Οδηγίας.
Με τα άρθρα 5 και 6 του ως άνω π.δ. απαγορεύτηκε, καταρχήν, η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που αναγράφονται στο άρθρο αυτό, και προβλέφθηκε η ανώτερη χρονική διάρκεια των συμβάσεων αυτών, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους εικοσιτέσσερις (24) μήνες, με την επιφύλαξη των εκεί εξαιρέσεων.
Με το άρθρο 7 του ιδίου διατάγματος ορίστηκε ότι συμβάσεις που καταρτίζονται κατά παράβαση των πιο πάνω ρυθμίσεων είναι απολύτως άκυρες, ο μισθωτός όμως που απασχολήθηκε κατά παράβαση αυτών δικαιούται να λάβει τα οφειλόμενα βάσει αυτών χρηματικά ποσά, καθώς και ως αποζημίωση το ποσό που θα ελάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του.
Ενόψει όμως του γεγονότος ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου, που συνάπτονταν με το Δημόσιο κατά παράβαση του ν. 2190/1994, του π.δ. 410/1988 και του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α’ 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι σχετικές παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτιστεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω π.δ.164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, δηλαδή μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιλήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του προσωπικού που ήδη απασχολούνταν με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω π.δ., η οποία λόγω του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίστηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α’ να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο αναφερόμενος στις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.
Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του διατάγματος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και, όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το όργανο του οικείου νομικού προσώπου που το διοικεί ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ’ αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).
Τέλος, με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργείς. Προς συμπλήρωση δε της μεταβατικού περιεχομένου διάταξης του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο νόμος 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48), με τη διάταξη του άρθρου 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Παρ.1.
Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του.
Παρ.2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, άπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ’ εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.
Παρ. 3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Παρ. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Παρ. 5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".
Εξάλλου, με τον ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 297), οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 - 18, 20 - 26, 27 παρ. 2 και 28 του οποίου επεκτάθηκαν με την με αριθ.
οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) όλων των συναρμοδίων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 21 του ως άνω νόμου, στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με χρόνο έναρξης της ισχύος της από 1.1.2004, ορίστηκε με το άρθρο 2 παρ.1 αυτού ότι το προσωπικό της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου εξελίσσεται ανεξάρτητα από τον βαθμό που κάθε φορά έχει σε μισθολογικά κλιμάκια και με το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού ότι τα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) των υπαλλήλων των κατηγοριών πανεπιστημιακής, τεχνολογικής, δευτεροβάθμιας και υποχρεωτικής εκπαίδευσης καθορίζονται σε 18 για κάθε κατηγορία με εισαγωγικό το 18° Μ.Κ.
Με το άρθ. 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των ως άνω κατηγοριών από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο απαιτείται η αναφερομένη εκεί, κατά χρόνο, υπηρεσία και λαμβάνεται υπόψη γι’ αυτήν (μισθολογική εξέλιξη) ο χρόνος υπηρεσίας που ορίζεται στο άρθ. 15 του νόμου αυτού.
Σύμφωνα δε με το ως άνω άρθ.15 παρ. 1 του εν λόγω νόμου "Ως υπηρεσία για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη: α. Η υπηρεσία που προσφέρεται στο Δημόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου, β...γ...δ.ε...στ...ζ...η...θ...ι.
ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου ή με ανάθεση κατ’ αποκοπήν εργασίας, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηριστεί με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης) ή εφόσον σύμφωνα με τα υπηρεσιακά έγγραφα συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
ί. απασχόληση κατά το σύνηθες δημοσιοϋπαλληλικό ωράριο ίί. παροχή εργασίας στον χώρο της δημόσιας υπηρεσίας και με την άμεση εποπτεία της υπηρεσίας και ίίί. αμοιβή ανάλογη με των προσλαμβανομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου". Τέλος, με το άρθ. 20 εδ. α του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η κατάταξη των υπηρετούντων υπαλλήλων στα Μ.Κ.
του άρθρου 3 του νόμου αυτού, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, γίνεται με βάση τον συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος νόμου, σύμφωνα με τα τυπικά τους προσόντα", συνυπολογίζεται δηλαδή και στην περίπτωση αυτή της κατάταξης σε μισθολογικά κλιμάκια και ο χρόνος απασχόλησης στο Δημόσιο κλπ.
με σύμβαση μίσθωσης έργου, κατά τη ρητή ως άνω διάταξη του ανωτέρω άρθρου 15 παρ. 1 περ. ι του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, που προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, από και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη συνυπολογίζεται, ως χρόνος προϋπηρεσίας, και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηριστεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθ. 1 παρ. 4 εδ.
β’ ν. 3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα, τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλαδή ο χρόνος αυτός της προηγουμένης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 866/2015, ΑΠ 942/2015, ΑΠ 2203/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, αφού - κατά παραδοχή λόγου έφεσης του εναγομένου - εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, έκρινε ότι αυτή είναι νόμιμη, ως προς την ουσία δε της υπόθεσης δέχθηκε - κατά την μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του - ότι, με βάση διαδοχικές συμβάσεις που συνήφθησαν κατ’ επίκληση της διάταξης του άρθρου 113 παρ. 5 του ν.1892/1990, η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε την 1.9.1996 και απασχολήθηκε έκτοτε μέχρι την αναφερόμενη κατωτέρω κατάταξή της σε οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και του άρθρου 1 του ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών, αφού, όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας" (με αριθμό...-4-2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού/ ΚΥΣΔΙΠ-Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων) καθώς και από το ΑΣΕΠ.
Ότι αυτή απασχολήθηκε από την κατάρτιση της αρχικής σύμβασης για συνεχή έτη με διαδοχικές συμβάσεις, που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις "μίσθωσης έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δέκα μηνών (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30η Ιουνίου του επομένου έτους), δηλαδή ίση περίπου με τη σχολική περίοδο.
Ότι, παρ’ όλα αυτά, στην πράξη απασχολούνταν και μετά το πέρας της σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης, καθόσον, όπως επίσης έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και η υποχώρησή τους κατά τους δυο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα".
Ότι οι εργασίες που εκτελούσε υποχρεωτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της ήταν ο καθημερινός καθαρισμός όλων των χώρων των σχολείων. Ότι, ειδικότερα, εργαζόταν όχι σε χρόνο που επέλεγε η ίδια αλλά σε καθορισμένο από τον εργοδότη της ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που επίσης καθόριζε ο εργοδότης της και τελούσε, όπως επίσης έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους Διευθυντές των σχολείων".
Ότι επρόκειτο, δηλαδή, για παροχή υπηρεσιών που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου", αλλά σε εκείνη της εξαρτημένης εργασίας και που επιπλέον κάλυπτε σταθερές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως κρίθηκε και από το αρμόδια όργανα αυτού και το ΑΣΕΠ. Ότι ενώ, όμως, η αναιρεσίβλητη εργαζόταν (και εξακολουθεί να εργάζεται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή της δεν ήταν αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία ελάμβαναν οι συνάδελφοί της, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του αναιρεσείοντος, μολονότι διαθέτει τα ίδια προσόντα και εργάζεται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.
Ότι ενόψει τούτων, μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, η αναιρεσίβλητη υπέβαλε αίτηση για τη θεώρηση των συμβάσεών της ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι επί της αιτήσεώς της αποφάνθηκε θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος και το ΑΣΕΠ, και έτσι με αποφάσεις του ΥΠΕΠΘ η αναιρεσίβλητη από 17.12.2006 κατατάχθηκε σε οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενη και αμειβόμενη έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου και λαμβάνοντας βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακό επίδομα και ειδική παροχή 176 ευρώ.
Ότι, ενώ κατατάχθηκε κατ’ εφαρμογή του ως άνω άρθρου 11 π.δ. 164/2004 και του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, η κατάταξή της σε μισθολογικό κλιμάκιο έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία της με συμβάσεις επιγραφόμενες ως μισθώσεις έργου, κατά παράβαση τόσο της αρχής του ορθού χαρακτηρισμού όσο και της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.
β του ν. 3320/2005, που ορίζει ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου καθώς και του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 3205/2003, όπου ορίζεται ότι ως υπηρεσίας για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηριστεί με διάταξη νόμου ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης εργασίας).
Ότι έτσι η ενάγουσα κατατάχθηκε στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία της έπρεπε να είχε καταταγεί στα αναφερόμενο κατωτέρω μισθολογικό κλιμάκιο και να λαμβάνει βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας της, καθώς η προϋπηρεσία της διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.
Άλλωστε, το εναγόμενο στις αναφερόμενες δυο όμοιες περιπτώσεις συναδέλφων της, που απασχολούνταν ως καθαρίστριες δημόσιων σχολείων επί μεγάλο χρονικό διάστημα, προέβη στην αναγνώριση του συνολικού χρόνου προϋπηρεσίας τους, κατατάσσοντας αυτές και στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια. Με την κρίση του αυτή το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 11 π.δ. 164/2004, 1 παρ. 1 έως 4 του ν.3320/2005, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 5 παρ.1 και 2, 15 παρ.1 και 20 ν.3205/2003, σε συνδυασμό με την με αριθ.
οικ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινή Υπουργική Απόφαση και συνεπώς είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του. Επίσης με την κρίση του αυτή το ως άνω Δικαστήριο δεν παραβίασε την επικαλούμενη με την αίτηση αναίρεσης διάταξη της παρ. 4 εδ.
β του άρθρου 15 του ν. 3205/2003, κατά την οποία σε κάθε περίπτωση αναγνώρισης προϋπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη, τα οικονομικά αποτελέσματα αυτής δεν μπορούν να ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής όλων των κατά νόμο απαιτουμένων δικαιολογητικών. Και τούτο διότι η κατά τα άνω αναγνώριση της προϋπηρεσίας της για κατάταξη στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο αφορά αυτή καθ’ εαυτή την κατάταξη της αναιρεσίβλητης σε αντίστοιχο με την προϋπηρεσία της μισθολογικό κλιμάκιο, ανώτερο του εισαγωγικού (18ου), είναι δε διάφορο ζήτημα το ότι η καταβολή των αναλογουσών στην κατάταξη αυτή αποδοχών λαμβάνει χώρα για τον μετά την κατάταξη εφεξής χρόνο.
Περαιτέρω, η επικαλουμένη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο διάταξη της παρ.1 του άρθρου 2 του ν. 3320/2005, με την οποία τροποποιήθηκαν εδάφια της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 2190/1994 περί ΑΣΕΠ και ορίστηκε ότι, αν ο χρόνος της αποκτηθείσας εμπειρίας σε καθήκοντα της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας με αυτή της προκηρυσσόμενης θέσης διανύθηκε σε υπηρεσίες του Δημοσίου, σε Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α.
πρώτου ή δευτέρου βαθμού, σε Ν.Π.Ι.Δ του δημοσίου τομέα της παρ.1 του άρθρου 14, όπως ισχύει, ή σε φορείς της παρ.3 του άρθρου 1 του ν.25271997 και είναι αθροιστικώς ίσος ή μεγαλύτερος των είκοσι τεσσάρων μηνών, ο αριθμός των μονάδων για τα κριτήρια της κατά τα ανωτέρω κτηθείσας εμπειρίας προσαυξάνεται κατά 50%, αφορά, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, περιπτώσεις συμβασιούχων που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ένταξής τους στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, των οποίων αύξησε την μοριοδότηση της προϋπηρεσίας τους, ώστε να διευκολυνθεί η απορρόφησή τους μέσω του συστήματος προσλήψεων.
Για τον λόγο αυτό, με την παρ.2 του ως άνω άρθρου 2 προβλέφθηκε η εφαρμογή της παρ.1 για την αξιολόγηση υποψηφίων που θα συμμετάσχουν σε διαδικασίες διορισμού ή πρόσληψης, βάσει προκηρύξεων που θα εκδοθούν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2007 και για χρόνο εμπειρίας από το 1990 μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού (σχετ.
ΣτΕ 460/2017). Συνακόλουθα, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, που αφορά συμβασιούχο, η οποία αντιθέτως πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και τήρησε για την κατάταξή της την διαδικασία αυτή και επομένως είναι αβάσιμα τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ότι δηλαδή η πέραν των είκοσι τεσσάρων μηνών προϋπηρεσία της αναιρεσίβλητης λαμβάνεται υπόψη μόνο ως αποκτηθείσα εμπειρία.
V. Από την αναφερόμενη και ανωτέρω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, με την οποία ορίζεται ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες στο Δημόσιο με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες στη συνέχεια αναγνωρίστηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είτε με δικαστική απόφαση, είτε με την προβλεπομένη διαδικασία του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κλπ) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης τους στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.
Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου του ως άνω άρθρου.
Ειδικότερα, δικαιολογητικός λόγος των ρυθμίσεων αυτών συνίσταται στο ότι δεν θα ήταν δίκαιο αυτοί που εργάστηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, καλύπτοντας ωστόσο πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κλπ, και η απασχόλησή τους αυτή αναγνωρίστηκε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με δικαστική απόφαση ή με την προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία (που περιλαμβάνει και κρίση του ΑΣΕΠ), να στερηθούν των παροχών εκείνων (επιδομάτων εορτών, επιδομάτων αδείας, αμοιβή για απασχόληση κατά τη διάρκεια της νύκτας ή κατά τη διάρκεια αργιών κλπ), τις οποίες δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου.
Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για τον λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάσσονται από τον χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον κατά νομοθετική παραχώρηση η πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν εκείνες μόνο τις παροχές που δεν έλαβαν εξαιτίας μόνο του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους αυτής ως σύμβασης μίσθωσης έργου ( ΟλΑΠ 16/2017 ).
Η διάταξη αυτή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α του ν. 3320/2005, η οποία ορίζει ως χρόνο έναρξης καταβολής των αποδοχών της θέσης των κατατασσομένων την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους (ex nunc), δεν αντιβαίνει στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη, και ειδικότερα στη ρήτρα 4 σημείο 1 αυτής, με την οποία ορίζεται ότι "όσον αφορά τις συμβάσεις απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους" και της οποίας (ρήτρας) μπορεί να γίνεται άμεση επίκληση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, αφού αυτή είναι απαλλαγμένη αιρέσεων και αρκούντως ακριβής (ΔΕΚ της 15.4.2008 υπόθ. ... 268/06, ΔΕΚ της 22.12.2010 I.
T. C 456/09). Και τούτο διότι δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση η απαιτουμένη από τη ρήτρα αυτή συγκρισιμότητα των επίμαχων συνθηκών απασχόλησης, για τη συνδρομή της οποίας (συγκρισιμότητας) λαμβάνεται υπόψη σύνολο παραγόντων, όπως η φύση της εργασίας, η κατάρτιση και οι όροι εργασίας, ώστε τα άτομα αυτά να μπορεί να θεωρηθεί ότι ευρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση με εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό την έννοια ότι ασκούν πανομοιότυπη ή παρόμοια με αυτούς εργασία, αφού στην περίπτωση που η εργασία που πραγματοποίησε ο εργαζόμενος με συμβάσεις ορισμένου χρόνου δεν αντιστοιχεί στην εργασία των εργαζομένων με συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής η ρήτρα αυτή, δεδομένου ότι η διαφορετική μεταχείριση αφορά διαφορετικές καταστάσεις (ΔΕΚ της 14.9.2016 υπόθ.
D. P. C 596/14 σκέψεις 40, 41, ΔΕΚ της 18.10.2012 υπόθ. V. C 302, 304/11 σκέψεις 42,43). Ειδικότερα, η απασχόληση των καθαριστριών/καθαριστών των σχολείων, η οποία παρέχεται σε συγκεκριμένο σχολικό συγκρότημα, όπου αυτοί είναι τοποθετημένοι, σε συγκεκριμένο χρόνο (πριν την έναρξη και κυρίως μετά τη λήξη των μαθημάτων) και μόνο κατά την περίοδο λειτουργίας των σχολείων, η οποία μάλιστα, εφόσον παρέχεται τυπικά δυνάμει συμβάσεων μίσθωσης έργου, επιτρέπει και την εκ μέρους αυτών παροχή υπηρεσιών καθαριότητας σε τρίτους, διαφέρει της απασχόλησης του μονίμου τακτικού προσωπικού καθαριότητας των δημοσίων υπηρεσιών δυνάμει συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία παρέχεται κατά τη διάρκεια του συνήθους δημοσιοϋπαλληλικού ωραρίου και καθ’ όλη τη διάρκεια της ετήσιας απασχόλησης (πλην της περιόδου λήψης της ετήσιας αδείας) αυτών.
Συνακόλουθα, για τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης της συγκρισιμότητας δεν αρκεί η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αμοιβή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης δεν ήταν αντίστοιχη με αυτήν που ελάμβαναν συνάδελφοί της, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του αναιρεσείοντος-εναγομένου, μολονότι διέθετε τα ίδια προσόντα και εργαζόταν υπό τις ίδιες συνθήκες, χωρίς την ειδική μνεία συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αναφορά των δραστηριοτήτων και καθηκόντων εκατέρας των δύο πλευρών, για να ερευνηθεί εάν υπήρξε παραβίαση της ρήτρας αυτής ή όχι (ΑΠ 866/2015).
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η νομοθετική επιλογή της κατάρτισης σύμβασης μίσθωσης έργου δεκάμηνης διάρκειας ειδικά για τον καθαρισμό των σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έναντι αμοιβής ανά αίθουσα, το ετήσιο ύψος της οποίας προσδιορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (όπως ήταν εδώ η σύμβαση της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας) κατά το μέρος που ανάγεται σε χρόνο μετά την παρέλευση του χρόνου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), δεν παρίσταται αυθαίρετη αλλά δικαιολογείται από την ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων, για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές, και από τα εγγενή χαρακτηριστικά των συμβάσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 στοιχ.
α της Οδηγίας (ΔΕΚ της 23.4.2009 υπόθ. Α. C 378 - 380/07 σκέψη 96, ΔΕΚ (διάταξη) της 24.4.2009 υπόθ. Κ. C 519/08 σκέψη 45, ΔΕΚ της 26.1.2012 υπόθ. K. C 586/2010 σκέψη 27 και 31, ΔΕΕ της 26.2.2015 υπόθ. Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου C 238/14 σκέψη 47), αφού, ενόψει της φύσης των υπηρεσιών αυτών ως απαραίτητης δραστηριότητας για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών για τη λειτουργία της εκπαίδευσης (καθαρισμός σχολικών κτηρίων), δεν επιβάλλεται η πρόσληψη από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο μόνιμου τακτικού προσωπικού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αλλά τούτο μπορεί να επιτευχθεί επίσης και με την κατάρτιση συμβάσεων μίσθωσης έργου, είτε αυτές συνάπτονται με νομικά πρόσωπα (πχ εταιρείες καθαρισμού), είτε με φυσικά πρόσωπα.
Και τούτο διότι η κατάρτιση ανανεούμενων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας, έστω και αν αυτή λαμβάνει χώρα κατ’ επανάληψη ή και μόνιμα, εφόσον τούτο δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια του άρθρου 5 σημείο 1 στοιχ. α της Οδηγίας, όπως στην προκείμενη περίπτωση, δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πλαίσιο αυτής, που αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 2 αυτής (πρβλ.
περίπτωση επί της οποίας έκρινε το ΔΕΚ της 26.1.2012 υπόθ. K. C 586/2010). Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι και με τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 4 του ν. 3577/2007 και στη συνέχεια του άρθρου 36 του ν. 3699/2008, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 113 παρ.5 του ν. 1892/1990 και οι οποίες εκδόθηκαν σε χρόνο μετά την προσαρμογή της εσωτερικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70, ορίστηκε και πάλι ότι ο καθαρισμός των σχολείων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μπορεί να καλυφθεί με συμβάσεις μίσθωσης έργου, για τις περιπτώσεις που οι ανάγκες καθαρισμού δεν καλύπτονται από το προσωπικό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις [τοιαύτη προϋπόθεση δεν έθετε η διάταξη του άρθρου 113 παρ.5 του ν. 1892/1990 υπό την ως άνω αρχική της διατύπωση, αυτή δε τέθηκε προφανώς μετά την σύσταση οργανικών θέσεων καθαριστριών σχολικών κτηρίων και την κατάταξη σε αυτές καθαριστριών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναιρεσίβλητη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004], που συνάπτονται όχι μόνο με συνεργεία καθαρισμού, αλλά και με καθαριστές/καθαρίστριες.
Αλλά και με πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις, μεταβατικού χαρακτήρα, όπως οι διατάξεις του άρθρου 167 του ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 72 του ν. 4369/2016 ή του άρθρου 81 του ν. 4413/2016 (ΦΕΚ Α 148) ορίστηκε ότι οι ανάγκες καθαρισμού και φύλαξης δημοσίων υπηρεσιών γίνεται με συμβάσεις έργου ή μίσθωσης υπηρεσιών με φυσικά πρόσωπα που δεν απασχολούν προσωπικό και εργάζονταν ή εργάζονται αυτοπροσώπως με τη φύλαξη ή καθαριότητα των πιο πάνω υπηρεσιών ή απασχολούνταν σε εταιρείες στις οποίες είχε ανατεθεί ο εν λόγω καθαρισμός ή η φύλαξη.
Τα ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται από το ότι στην προκείμενη περίπτωση εντάχθηκε η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη και για τον εφεξής χρόνο σε συσταθείσα οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004 που εκδόθηκε σε εφαρμογή της Οδηγίας, διότι η διάταξη αυτή του άρθρου 11, παραπέμποντας για την εφαρμογή της στη διάταξη μόνο του άρθρου 5 παρ.1 αυτού, που αφορά την απαγόρευση κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι και στη διάταξη του άρθρου 5 παρ.2 αυτού, που επιτρέπει την κατ’ εξαίρεση κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εφόσον τούτο δικαιολογείται για αντικειμενικούς λόγους, όπως προβλέπει άλλωστε η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α της Οδηγίας και μάλιστα χωρίς η τελευταία να θέτει χρονικούς περιορισμούς, είναι στο σημείο αυτό ευνοϊκότερη της Οδηγίας για τους απασχολουμένους.
Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 8 σημείο 1, η Οδηγία καθορίζει το ελάχιστο όριο προστασίας, χωρίς να εμποδίζει την εισαγωγή ευνοϊκότερων διατάξεων για τους εργαζομένους, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση. Ενόψει των προεκτεθέντων, δεν συντρέχει λόγος υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) [πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ), απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης.
Στη προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι, με βάση τις παραδοχές που αναφέρονται αναλυτικά στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας (ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα προσλήφθηκε από το αναιρεσείον-εναγόμενο την 1.9.1996 με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ως καθαρίστρια και απασχολήθηκε με τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για τη κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, που έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας, και ότι η αμοιβή της δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία ελάμβαναν συνάδελφοί της, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτει τα ίδια προσόντα και εργάζεται υπό τις ίδιες συνθήκες - φύλλο 11ο της προσβαλλομένης) η ενάγουσα δικαιούται και για τον πριν την κατάταξη της χρόνο τις αποδοχές που προκύπτουν από τον ν. 3205/2003, τις οποίες λαμβάνει το απασχολούμενο με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό του αναιρεσείοντος, και έτσι έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η ενάγουσα έπρεπε να λάβει διαφορά αποδοχών α) για το έτος 2004, με βάση τον μισθό του 15ου μισθολογικού κλιμακίου, 6.201 ευρώ και β) για το έτος 2005, με βάση τον μισθό του 14ου μισθολογικού κλιμακίου, 7.459 ευρώ, ενώ για τα υπόλοιπα έτη έκρινε, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης του εναγομένου , ότι οι αξιώσεις της έχουν υποκύψει σε παραγραφή .
Με τη κρίση του αυτή, κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο γνώμη τεσσάρων μελών αυτού και συγκεκριμένα της Προέδρου Πηνελόπης Ζωντανού, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Αποστόλου Παπαγεωργίου, Γεωργίου Μιχολιά και Κωνσταντίνου Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγιτών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 εδ.
α του ν. 3320/2005, την οποία δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα στη προκείμενη περίπτωση, και παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον δεν αρκούσε η αόριστη αναφορά στην προσβαλλομένη ότι η αναιρεσίβλητη, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου με αντικείμενο τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, που κάλυπταν σταθερές πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας, ελάμβανε αμοιβή που δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία ελάμβαναν συνάδελφοί της που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτει τα ίδια προσόντα και εργάζεται υπό τις ίδιες συνθήκες, αφού δεν διαλαμβάνεται σε αυτήν σε ποιά κατηγορία εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αναφέρεται και ποίο είναι το αντικείμενο δραστηριότητας, τα καθήκοντα και οι όροι της εργασίας αυτής, ούτως ώστε να λάβει χώρα η σχετική σύγκριση.
Επομένως, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο του σκέλος, όπως αυτός παραδεκτά συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015) είναι βάσιμος.
Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, ο Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης, έχει την ακόλουθη γνώμη ως προς τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.
Το βασικό ποιοτικό χαρακτηριστικό της εργασίας ορισμένου χρόνου, στο πλαίσιο της σύγχρονης πολιτικοοικονομικής συγκυρίας, είναι η "προσωρινότητα" ή, κατά το επικρατέστερο, η "επισφάλεια". Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου αποτελούν κατά κανόνα μία ιδιαίτερα ευάλωτη κατηγορία εργαζομένων, και ιδίως σε συνθήκες αυξημένης ανεργίας.
Οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιλέγουν οι ίδιοι την εργασία τους υπό το καθεστώς αυτό, δεδομένου ότι η εργασία ορισμένου χρόνου δεν ανταποκρίνεται κατά κανόνα ούτε στην πραγματική βούληση ούτε στις δικές τους ανάγκες αλλά αποτελεί κατ’ ανάγκην "επιλογή", επιβαλλόμενη από τον εργοδότη, συνήθως και υπό την πίεση της ανεργίας.
Οι εργαζόμενοι αυτοί αποβλέπουν σχεδόν πάντοτε στη διατήρηση της απασχόλησής τους (που είναι σημαντική για την επιβίωση τους) για την και μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της εργασιακής σχέσης αυτών, έστω και υπό το ίδιο καθεστώς, της εργασίας ορισμένου χρόνου, με την παράταση της σύμβασης ή την επαναπρόσληψή τους.
Η λήξη δηλαδή της εργασιακής σχέσης συνολικά αποτελεί κατά κανόνα πρωτοβουλία του εργοδότη. Η "προσωρινότητα", η εργασιακή ανασφάλεια και η προσδοκία παραμονής στην εργασία παρέχουν πρόσφορο έδαφος για διακρίσεις και καταστρατηγήσεις των δικαιωμάτων των εργαζομένων ορισμένου χρόνου. Ενόψει του ότι ο συνήθης τύπος της εργασιακής σχέσης είναι η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβαση αυτή αποτέλεσε και το πρότυπο για τη διαμόρφωση των βασικών θεσμών του εργατικού δικαίου, ενώ η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως "εξαιρετικού" χαρακτήρα, ήταν και παρέμενε στο περιθώριο των σχετικών ρυθμίσεων.
Όμως, η απουσία ειδικής και αποτελεσματικής προστασίας των εργαζομένων αυτών και η επέκταση του φαινομένου της εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούν παράγοντες εν γένει απορρύθμισης του εργατικού δικαίου, υπονόμευση των θεσμών του και συρρίκνωση της συνολικά παρεχόμενης μέσω αυτού προστασίας (επιδρώντας αναγκαίως και στα δικαιώματα των εργαζομένων αορίστου χρόνου).
Ενόψει αυτών, η ορθολογική και λελογισμένη χρήση των συμβάσεων ή των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και η προστασία των εργαζομένων αυτών απετέλεσε αντικείμενο συμφωνίας των Ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων (του CEEP, της UNICE και της CES). Με την κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις 28.6.1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο την οποία συνήψαν, στις 18-3-1999, οι ως άνω διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICΕ και CEEP, καταλαμβάνει και το δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθορίζονται ως βασικοί στόχοι:
α) η αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, αναφορικά με τις συνθήκες απασχόλησης, την προϋπηρεσία κ.λ.π. (ρήτρα 4) και β) η λήψη μέτρων από τα κράτη - μέλη για την αποφυγή καταχρήσεων κατά τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ρήτρα 5), με τη θέσπιση κανόνων που καθορίζουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τη μέγιστη συνολική διάρκειά τους, τον αριθμό των ανανεώσεων και τον, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, προσδιορισμό, όταν χρειάζεται, των συνθηκών υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (βλ.
ΟλΑΠ 18/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1643/2017).
Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.".
Η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου απαγορεύει, γενικώς και απεριφράστως, οποιαδήποτε μη αντικειμενικώς δικαιολογημένη διαφορετική μεταχείριση των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, όσον αφορά τους όρους απασχολήσεως. Έτσι, το περιεχόμενό της είναι αρκούντως ακριβές ώστε να μπορούν να την επικαλεστούν οι ιδιώτες και να την εφαρμόσει το δικαστήριο (βλ .απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C-486/08, Z.
L. T., σκέψη 24, βλ. Απόφαση της 22.10.2010, συν. υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 R. M. G. G., A. M. I. T. C. O. U. X. G. ). Εξάλλου, η απερίφραστη απαγόρευση την οποία επιβάλλει η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας- πλαισίου δεν απαιτεί την έκδοση άλλης πράξεως των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενώ ουδόλως παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια, κατά τη μεταφορά της ως άνω διατάξεως στο εσωτερικό δίκαιο, να εξαρτήσουν από προϋποθέσεις ή να περιορίσουν την έκταση της απαγορεύσεως που επιβάλλει όσον αφορά τις συνθήκες απασχολήσεως (βλ.Απόφαση της 22.10.2010, συν.
υποθέσεις C-444/09 και C-456/09 R. M. G. G., A. M. I. T. C. O. U. X. G.). Yπενθυμίζεται ότι, βάσει της ρήτρας 1, στοιχείο α’ , της συμφωνίας-πλαισίου, ένας από τους σκοπούς της είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Ομοίως, η συμφωνία-πλαίσιο, όπως διευκρινίζεται στο τρίτο εδάφιο του προοιμίου της, "αναδεικνύει τη βούληση των κοινωνικών εταίρων να θεσπίσουν ένα γενικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, προστατεύοντάς τους από τις διακρίσεις".
Η αιτιολογική σκέψη 14 της οδηγίας 1999/70 επισημαίνει συναφώς ότι σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι, μεταξύ άλλων, η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου διά του καθορισμού ελάχιστων προδιαγραφών που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G.
G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 47 διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 29, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 34). Κατόπιν αυτών, σκοπός της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου είναι να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να εμποδίσει να χρησιμοποιηθεί μια τέτοια σχέση εργασίας από τον εργοδότη προκειμένου να στερήσει από τους εργαζομένους αυτούς δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους εργαζομένους αορίστου χρόνου (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D.
C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 37- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 48 διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 30, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 35). Επομένως, δεδομένων των επιδιωκόμενων από τη συμφωνία-πλαίσιο σκοπών, η ρήτρα της 4 πρέπει να νοηθεί ως έκφραση μιας αρχής του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης η οποία δεν μπορεί να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ.
υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D. C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 38- της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψη 49- διατάξεις της 18ης Μαρτίου 2011, M. M., C-273/10, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:167, σκέψη 31, και της 9ης Φεβρουάριου 2012, L. M., C-556/11, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:67, σκέψη 36, ΑΠ 1643/2017). Ενόψει της ρήτρας 4 της ως άνω Οδηγίας , απαγορεύεται η διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων αορίστου χρόνου, ιδιωτικού και δημοσίου, και στο πεδίο των αμοιβών, παροχών και δικαιωμάτων.
Οποιαδήποτε διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων αορίστου χρόνου στο πεδίο των αμοιβών, παροχών και δικαιωμάτων συνδεόμενη με το γεγονός ότι απασχολούνται με σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (πχ "εκ του νόμου χαρακτηρισμός της σχέσεως ως έργου", "ορισμένου χρόνου") ή με στοιχεία που βρίσκονται σε συνάρτηση, δηλαδή που είναι σύμφυτα προς το γεγονός αυτό (πχ διαφορετική διαδικασία πρόσληψης, διαφορετικές συνθήκες υπηρεσιακής εξέλιξης, έλλειψη "μονιμότητας", διαφορετικές συνθήκες λύσης της εργασιακής σχέσης κλπ) αντίκειται ευθέως στη ρήτρα 4 της συμφωνίας- πλαισίου (βλ.
Απόφαση ΔΕΚ της 17.05.1990 στην υπόθεση C-262/1988, B. G. R. E. A. G., Συλλ. 1990. Σ. Ι-1889, Απόφαση ΔΕΚ της 30ης Μαρτίου 2000 στην υπόθεση C-236 /1998, J., Συλλ 2000, σ. Ι-2189 σκέψη 43, Απόφαση ΔΕΚ της 6ης Απριλίου 2000 στην υπόθεση C-226/1998, J., Συλλ 2000, σ Ι-2447 σκέψη 31, Απόφαση ΔΕΚ της 26 Ιουνίου 2001 στην υπόθεση C-381/1999, B., Συλλ 2001 σ. I 4961, Aπόφαση ΔΕΚ της 27ης Μαΐου 2004 στην υπόθεση C-285/02, E.-L., Συλλ 2004 σ.
Ι-5861, Απόφαση ΔΕΚ της 14 Σεπτεμβρίου 2016 στην υπόθεση C-596/14, Νόμος, ΑΠ 1643/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
Με το άρθρ. 5 του ως άνω ΠΔ απαγορεύθηκε καταρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο όρθρο αυτό προϋποθέσεις. Ενόψει του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου που συνάπτονταν με το Δημόσιο υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α’ 85/18-4-2001) προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, του ν. 2190/1994 και του ΠΔ 410/1988, δεν μπορούσαν, σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω ΠΔ 164/2004 άρχισε να ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από 19-7-2004, περιέλαβε αυτό ως μεταβατικές διατάξεις ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και προβλέπουν την κατ’ εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ως άνω Π. Δ. ορίζεται ότι (1) διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.
α’ να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.
α’ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για την διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται μ’ αυτό και όπου δεν υπάρχει το Δ.Σ.
ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ’ αυτό των σχετικών κρίσεων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.1 ν. 3320/2005 (θέματα προσωπικού Δημόσιου Τομέα, Οικονομικά Ο.Τ.Α. κ.λπ.) ορίζεται ότι: §1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο όρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του.
§2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ’ εφαρμογή του ΠΔ 164/2004.
§3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. §4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
§5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του όρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ και άλλες διατάξεις" για την μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44’ ). Ως ημερομηνία πρόσληψης νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι ως προς τους κατατασσόμενους στο εναγόμενο σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με την ρητή ρύθμιση του άρθ.1§4 εδ.β’ ν.3320/2005 (που επαναλαμβάνεται και στο άρθ.15§1 ν.3205/2003, ειδικά ως προς την κατάταξη και εξέλιξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικό κλιμάκια) ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως, δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξη τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (πρβλ.
ΑΠ 460/2014, ΑΠ 398/2015) λαμβανομένου υπόψη ότι στο προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ. με σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επεκτάθηκαν οι κρίσιμες και ουσιώδεις διατάξεις, που ορίζουν την σύνθεση και το ύψος των βασικών αποδοχών, τα διάφορα επιδόματα κλπ., τόσο του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997, ΦΕΚ Β’ 462, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ.24 του νόμου αυτού), όσο και του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (με την ΚΥΑ οικ.2/7093/0022/2014, ΦΕΚ Β’ 215.
εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ.21 ως άνω νόμου). Αντίθετη ερμηνεία δεν μπορεί να συναχθεί από την διάταξη του εδ. α’ της §4 του ως άνω άρθ.1 του ν. 3320/2005 που ορίζει ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στην γένεση της αξίωσης των κατατασσόμενων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλ.
για άλλη αξίωση θεμελιουμένη σε διαφορετική νομική βάση (βλ. ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 20/2016, ΑΠ 21/2016, ΑΠ 85/2016, ΑΠ 277/2015). Επιπλέον από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι και με την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για τη μισθολογική τους εξέλιξη, συνυπολογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, αφού έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ. 4 εδ.
β του ν. 3205/2003) ότι διανύθηκε στα πλαίσια σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες, μάλιστα τις συνέπειες, το αυτό δε για τον ως άνω λόγο ισχύει, συνυπολογίζεται δηλαδή ο χρόνος αυτός της προηγούμενης παροχής υπηρεσιών με συμβάσεις μίσθωσης έργου, και για την κατάταξη στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια (βλ.
ΑΠ 276/2015, ΑΠ 277/2015, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 937/2013). Τέλος, ο παραπάνω χρόνος προϋπηρεσίας λαμβάνεται υπόψη και για όλες τις συναφείς παροχές (δώρα εορτών κλπ), που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι κατατασσόμενοι εργάστηκαν με συμβάσεις έργου πριν την κατάταξή τους (βλ. ΑΠ 276/2015, ΑΠ 277/2015, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 937/2013, ΑΠ 694/2014).
Στη προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα έξης : Με την 3.3.2009 αγωγή της η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνική Δημόσιο την 1.9.1996 και απασχολείται έκτοτε σε αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής ως καθαρίστρια σχολείων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, αρχικά με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που το εναγόμενο κατά καταστρατήγηση του νόμου και καταχρηστικά χαρακτήριζε ως "μισθώσεις έργου", αν και υπέκρυπταν εξαρτημένη εργασία και μάλιστα αορίστου χρόνου, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, και στη συνέχεια με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ότι με την αναφερόμενη απόφαση του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και στη συνέχεια, με τις μνημονευόμενες επίσης αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, από 7 Δεκεμβρίου του έτους 2006 κατατάχθηκε και τοποθετήθηκε σε οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και εντάχθηκε στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3205/2003.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ενάγουσα ζήτησε, ύστερα από μερική μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά και να υποχρεωθεί να της καταβάλει ένα μέρος αυτών ως οφειλόμενες για τα έτη 2001 έως 2008 διαφορές αποδοχών συγκριτικά με τις νόμιμες αποδοχές εργαζομένων της αντίστοιχης ειδικότητας, συνυπολογιζομένου και του χρόνου εργασίας που απασχολήθηκε με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως μισθώσεις έργου, όπως οι αποδοχές αυτές καθορίζονται με τους ν. 2470/1997 και 3205/2003, οι διατάξεις των οποίων έχουν επεκταθεί και στο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου απασχολούμενο από το εναγόμενο προσωπικό, και τις οποίες αποδοχές, ενώ τις εδικαιούτο, κυρίως κατ’ εφαρμογή των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, που απορρέουν από τις εκεί παρατιθέμενες υπερνομοθετικής ισχύος και άλλες διατάξεις, άλλως με βάση τις διατάξεις των πιο πάνω νόμων περί ενιαίου μισθολογίου ως εκ της απασχόλησής της στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άλλως και επικουρικά κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, παράνομα δεν χορηγούνταν και σε αυτήν, κατά τα επίσης εκτιθέμενα στην αγωγή (α) για το διάστημα απασχόλησής της με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" με την αιτιολογία ακριβώς αυτή, ότι δηλαδή η σχέση της χαρακτηριζόταν κάθε φορά ως "μίσθωσης έργου" κα (β) για το διάστημα από την κατάταξη της σε θέση εξαρτημένης εργασίας και εφεξής με την αιτιολογία ότι ο χρόνος απασχόλησής της με συμβάσεις χαρακτηριζόμενες ως "μίσθωσης έργου" δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη μισθολογική της εξέλιξη, καθόσον η σχετική προϋπηρεσία δεν διανύθηκε υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.
Η ενάγουσα για την διεκδίκηση των αποδοχών της επικαλέσθηκε την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άλλως απαγόρευσης διακρίσεων) μεταξύ εργαζομένων ορισμένου χρόνου και εργαζομένων αορίστου χρόνου, και δη την ρήτρα 4 παρ. 1 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, που επιτάσσει την άρση της δυσμενούς διάκρισης από το εναγόμενο των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε αυτό έναντι των αντιστοίχων εργαζομένων αορίστου χρόνου και, κατ’ επέκταση, την καταβολή της επίδικων παροχών, ισχυριζόμενη ότι: (1) Υπάρχει αντιστοιχία, κατά την έννοια του νόμου, μεταξύ των εργαζομένων ορισμένου χρόνου και αορίστου χρόνου στο εναγόμενο, καθώς οι εν λόγω δύο κατηγορίες εργαζομένων παρέχουν: (α) υπηρεσίες στον ίδιο εργοδότη (β) την ίδια ή παρόμοια εργασία (γ) υπό τις ίδιες ή παρόμοιες συνθήκες εργασίας.. (2) Η παρεχόμενη από τις δύο κατηγορίες εργασία έχει την ίδια αξία και (3) Δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος μη παροχής της επίδικης παροχής στους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, καθώς μόνος λόγος μη καταβολής του είναι αυτή καθεαυτή η μορφή της απασχόλησής της (μέσω συμβάσεων ορισμένου χρόνου).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2590/2010 απόφασή του απέρριψε την αγωγή. Κατόπιν εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 717/2015 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και ακολούθως, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά τα οριζόμενα ειδικότερα σ’ αυτήν.
Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την αγωγή και ως νόμιμη όσον αφορά τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών για τον πριν και μετά την κατάταξη εκάστου ενάγοντος χρόνο και όρισε τα αναφερόμενα σ’ αυτή. Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι με βάση διαδοχικές συμβάσεις που συνήφθησαν κατ’ επίκληση της διάταξης του άρθρου 113 παρ. 5 του ν.1892/1990, η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα προσλήφθηκε την 1.9.1996 και απασχολήθηκε έκτοτε μέχρι την αναφερόμενη κατωτέρω κατάταξή της σε οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και του άρθρου 1 του ν. 3320/2005, στον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή για την εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών, αφού, όπως έχει ήδη κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, ο καθαρισμός των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης "αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη διεξαγωγή της όλης εκπαιδευτικής διαδικασίας" (με αριθμό...-4-2005 Πράξη Κεντρικού Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού/ ΚΥΣΔΙΠ-Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων) καθώς και από το ΑΣΕΠ.
Ότι αυτή απασχολήθηκε από την κατάρτιση της αρχικής σύμβασης για συνεχή έτη με διαδοχικές συμβάσεις, που χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις "μίσθωσης έργου" και είχαν τυπική χρονική διάρκεια περίπου δέκα μηνών (από 1η Σεπτεμβρίου μέχρι 30η Ιουνίου του επομένου έτους), δηλαδή ίση περίπου με τη σχολική περίοδο.
Ότι, παρ’ όλα αυτά, στην πράξη απασχολούνταν και μετά το πέρας της σχολικής περιόδου και μέχρι την έναρξη της επόμενης, καθόσον, όπως επίσης έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, "οι ανάγκες καθαρισμού των σχολικών εγκαταστάσεων είναι διαρκείς, δηλαδή καλύπτουν όλη τη διάρκεια του σχολικού έτους και η υποχώρησή τους κατά τους δυο μήνες των θερινών διακοπών και των δεκαπενθήμερων διακοπών κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και του Πάσχα εξισορροπείται με τον εκτεταμένο καθαρισμό που πραγματοποιείται κατά την έναρξη και λήξη του σχολικού έτους και κατά την περίοδο των διακοπών των Χριστουγέννων και του Πάσχα".
Ότι οι εργασίες που εκτελούσε υποχρεωτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της ήταν ο καθημερινός καθαρισμός όλων των χώρων των σχολείων. Ότι, ειδικότερα, εργαζόταν όχι σε χρόνο που επέλεγε η ίδια αλλά σε καθορισμένο από τον εργοδότη της ωράριο, δηλαδή πριν την έναρξη των μαθημάτων και μετά τη λήξη τους, στον τόπο που επίσης καθόριζε ο εργοδότης της και τελούσε, όπως επίσης έχει κριθεί από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, υπό την "εκ του σύνεγγυς καθοδήγηση και εποπτεία στην εκτέλεση του έργου καθαρισμού των σχολικών χώρων από τους Διευθυντές των σχολείων".
Ότι επρόκειτο, δηλαδή, για παροχή υπηρεσιών που δεν ανταποκρινόταν στην έννοια του όρου "έργου", αλλά σε εκείνη της εξαρτημένης εργασίας και που επιπλέον κάλυπτε σταθερές, πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, όπως κρίθηκε και από το αρμόδια όργανα αυτού και το ΑΣΕΠ. Ότι ενώ, όμως, η αναιρεσίβλητη εργαζόταν (και εξακολουθεί να εργάζεται) υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, η αμοιβή της δεν ήταν αντίστοιχη με αυτήν που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και την οποία ελάμβαναν οι συνάδελφοί της, που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του αναιρεσείοντος, μολονότι διαθέτει τα ίδια προσόντα και εργάζεται υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες.
Ότι ενόψει τούτων, μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, η αναιρεσίβλητη υπέβαλε αίτηση για τη θεώρηση των συμβάσεών της ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι επί της αιτήσεώς της απ0φάνθηκε θετικά το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος και το ΑΣΕΠ, και έτσι με αποφάσεις του ΥΠΕΠΘ η αναιρεσίβλητη από 17.12.2006 κατατάχθηκε σε οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενη και αμειβόμενη έκτοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου και λαμβάνοντας βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακό επίδομα και ειδική παροχή 176 ευρώ.
Ότι, ενώ κατατάχθηκε κατ’ εφαρμογή του ως άνω άρθρου 11 π.δ. 164/2004 και του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, η κατάταξή της σε μισθολογικό κλιμάκιο έλαβε χώρα χωρίς να ληφθεί υπόψη η προϋπηρεσία της με συμβάσεις επιγραφόμενες ως μισθώσεις έργου, κατά παράβαση τόσο της αρχής του ορθού χαρακτηρισμού όσο και της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 εδ.
β του ν. 3320/2005, που ορίζει ότι ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου καθώς και του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 3205/2003, όπου ορίζεται ότι ως υπηρεσίας για την εξέλιξη των υπαλλήλων στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 3 του παρόντος νόμου, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος παροχής υπηρεσίας με σύμβαση μίσθωσης έργου, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτηριστεί με διάταξη νόμου ότι διανύθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (εξαρτημένης εργασίας).
Ότι έτσι η ενάγουσα κατατάχθηκε στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο, ενώ με βάση την προϋπηρεσία της έπρεπε να είχε καταταγεί στα αναφερόμενο κατωτέρω μισθολογικό κλιμάκιο και να λαμβάνει βασικό μισθό αναλόγως της προϋπηρεσίας της, καθώς η προϋπηρεσία της διανύθηκε υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας, κατά τα προεκτεθέντα.
Άλλωστε, το εναγόμενο στις αναφερόμενες δυο όμοιες περιπτώσεις συναδέλφων της, που απασχολούνταν ως καθαρίστριες δημόσιων σχολείων επί μεγάλο χρονικό διάστημα, προέβη στην αναγνώριση του συνολικού χρόνου προϋπηρεσίας τους, κατατάσσοντας αυτές και στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια. Κατά τη μειοψηφούσα άποψη, με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 εδ.
α, β’ Ν. 3320/2005 και 11 ΠΔ 164/2004. Και τούτο γιατί, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, δηλαδή, ότι: α) συνέτρεχαν στο πρόσωπο της ενάγουσας οι προϋποθέσεις υπαγωγής στις διατάξεις του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, β) κατετάγη ήδη αυτή από 7.12.2006 σε οργανική θέση του εναγομένου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, γ) η συνδέουσα τα διάδικα μέρη σχέση χαρακτηρίσθηκε, εξ υπαρχής, ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από το ΑΣΕΠ, αφού η ενάγουσα καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, παρέχοντας ίσης αξίας εργασία με τους αντίστοιχους εργαζόμενους της ειδικότητάς της, ε) ο χρόνος των συμβάσεων των κατατασσομένων λογίζεται (κατ’ άρθρο 1 παρ. 4 εδ.
β’ Ν. 3320/2005) για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και τέλος, στ) με επίκληση εφαρμογής της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, θεμελιωνόταν κατά νόμο και δη στις προεκτεθείσες διατάξεις το αίτημα αυτό της αγωγής (ΑΠ 1643/2017, ΑΠ 20/2016, ΑΠ 21/2016, ΑΠ 85/2016).
Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε με την προσβαλλομένη απόφασή του (717/2015) ότι με βάση τη διάταξη του εδαφίου β της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, η απασχοληθείσα με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης αναιρεσίβλητη, για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, που έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας και των οποίων η αμοιβή δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί της που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτει τα ίδια προσόντα και εργάζεται υπό τις ίδιες συνθήκες (φύλλο 11° της προσβαλλομένης), δικαιούται και για τον πριν την κατάταξη της χρόνο των αποδοχών που προκύπτουν από τον Ν. 3205/2003, τις οποίες λαμβάνει το απασχολούμενο με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό του αναιρεσείοντος.
Με την κρίση του αυτή, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, το Εφετείο Αθηνών δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.4 εδ. α του Ν. 3320/2005 (η έννοια της οποίας ερμηνεύθηκε παραπάνω) και διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, εφόσον αρκούσε η αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου με αντικείμενο τον καθαρισμό σχολείων πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που κάλυπταν σταθερές πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και έφεραν τον χαρακτήρα εξαρτημένης εργασίας, λάμβαναν αμοιβή που "δεν ήταν αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και με αυτή που ελάμβαναν συνάδελφοί τους που ανήκουν στο τακτικό προσωπικό του εναγομένου, μολονότι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες", αφού στο σκεπτικό της απόφασης διαλαμβάνεται η κατηγορία εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αναφέρονται και το αντικείμενο δραστηριότητας, τα καθήκοντα και οι όροι της εργασίας αυτής, τα οποία ήταν ομοειδή με τους εργαζόμενους ως αορίστου χρόνου (ΑΠ 1643/2017).
H άποψη ότι για την συγκρισιμότητα απαιτούνται περισσότερα στοιχεία των όσων διέλαβε η απόφαση και ότι κατά συνέπεια με την παραδοχή της προβαλλομένης υφίσταται αοριστία του αγωγικού ισχυρισμού (τον οποίο οι ενάγοντες στηρίζουν στην ρήτρα 4 της παραπάνω Οδηγίας), αποτελεί εξαιρετικό φορμαλισμό, που δεν είναι συμβατός κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Και τούτο γιατί η παραπάνω ερμηνευτική (τυπολατρική) προσέγγιση εμποδίζει στην πραγματικότητα την εξέταση της ουσίας της ένδικης αγωγής και του ενδίκου μέσου που άσκησε η ενδιαφερόμενη (βλ. σχ. ΕΔΔΑ της 13.07.2017 S. κατά Ελλάδος, ΕΔΔΑ της 16.03.2017 Λ.- Γ. κατά Ελλάδος,. B. και άλλοι κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, αριθ. 47273/99, § 69, Συλλογή αποφάσεων 2002-ΙΧ, Z.
και Z. κατά Δημοκρατίας της Τσεχίας, αριθ. 46129/99, § 55, Συλλογή αποφάσεων 2002-ΙΧ, Β. κατά Ελλάδας, αριθ. 36970/06, § 29,16 Οκτωβρίου 2008, Κ. κατά Ελλάδας, αριθ. 37349/07, § 18, 2 Απριλίου 2009, Κ. Π. κατά Ελλάδας αριθ. 55484/ 07, § 21,15 Οκτωβρίου 2009). Περαιτέρω, με τις ως παραδοχές του Εφετείου, ορθά εφαρμόσθηκε η ρήτρα 4 της παραπάνω Οδηγίας (που απαγορεύει την δυσμενή διάκριση), όπως ειδικότερα αυτή ερμηνεύθηκε και της οποίας οι διατάξεις αυτές υπερισχύουν του Εθνικού Δικαίου.
Σημειώνεται με βάση και όσα ήδη εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογητικός της διάκρισης λόγος ο χαρακτηρισμός αυτός καθ’ εαυτόν της σχέσης ως ορισμένου χρόνου, ούτε και ο "εκ του νόμου" ειδικότερος χαρακτηρισμός της ενδεχομένως ως σύμβασης "μίσθωσης έργου" κ.λπ., ενώ υποκρύπτεται εξαρτημένη εργασία, αφού κάτι τέτοιo θα ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με τον σκοπό και το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
Κατά την ίδια έννοια, δεν μπορούν κατ’ αρχήν να θεωρηθούν ως δικαιολογητικά της διάκρισης στοιχεία που είναι σύμφυτα με τη σύναψη τέτοιας σχέσης π.χ. η κατά κανόνα διαφορετική διαδικασία πρόσληψης των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου, οι διαφορετικές συνθήκες εξέλιξης η έλλειψη "μονιμότητας" αλλά μόνο η εργασία καθ’ εαυτή, η φύση των καθηκόντων, οι συνθήκες παροχής της εργασίας, η αξία της κ.λπ.
Εξάλλου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο χρόνος και ο τρόπος / διαδικασία πρόσληψης των εργαζομένων δεν αποτελούν λόγο απόκλισης ούτε καν από τη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισή των εργαζομένων. Ακόμη, δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο διάκρισης η μικρή διάρκεια της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου ή η περιστασιακή απασχόληση του εργαζομένου έστω και με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας μίας ημέρας (Απόφαση ΔΕΕ της 22 Απριλίου 2010 στην υπόθεση C-486/08, Z.
L. T., ΑΠ 1643/2017). Σημειώνεται ότι οι χρηματοκοικονομικοί λόγοι αν και ενδέχεται να αποτελούν το έρεισμα των επιλογών κοινωνικής πολιτικής ενός κράτους -μέλους και να επηρεάζουν τη φύση ή την έκταση των μέτρων κοινωνικής προστασίας που επιθυμεί να θεσπίσει το κράτος αυτό, δεν συνιστούν πάντως από μόνοι τους σκοπό κοινωνικής πολιτικής που μπορεί να δικαιολογήσει διακρίσεις (βλ.
Απόφαση ΔΕΚ της 22 Νοεμβρίου 2005 στην υπόθεση M., Συλλ. 2005 σ. Ι-9981, ΑΠ 1643/2017). Τονίζεται επίσης ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός λόγος διάκρισης η αρχή εξοικονόμησης προσωπικού, καθώς ανάγεται σε δημοσιονομικούς λόγους οι οποίοι δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογητικό λόγο για διακρίσεις (βλ. Απόφαση ΔΕΕ της 22 Απριλίου 2010 στην υπόθεση C-486/08, οπ, βλ επίσης απόφαση ΔΕΚ της 10ης Μαρτίου 2005 στην υπόθεση C-196/02, Συλλ 2005 σ Ι-1789, ΑΠ 1643/2017).
Επομένως, ενόψει των όσων εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω, με δεδομένο ότι αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο: α) η διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου έναντι των αντιστοίχων εργαζομένων αορίστου χρόνου, με τους οποίους εργάζονται υπό τις ίδιες συνθήκες και παρέχουν ίσης αξίας εργασία για την οποία δικαιούνται ίση αμοιβή και β) η μη λήψη υπόψη του χρόνου απασχόλησης του εργαζομένου με συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου για την μισθολογική του εξέλιξη (βλ.
Απόφαση ΔΕΚ της 13ης Σεπτεμβρίου 2007 στην υπόθεση C-307/2005, D. C. A., Συλλ 2007 σ Ι-7109), κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο αυτού σκέλος, όπως είναι διατυπωμένος, είναι αβάσιμος. Σημειώνεται επίσης ότι με το άρθρο 36 του Ν. 3699/2008, "Η παρ. 5 του άρθρου 113 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α’ ), που αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 3577/2007 (ΦΕΚ 130 Α’ ), αντικαθίσταται ως εξής: "α.
Ο καθαρισμός των σχολείων της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, όταν οι ανάγκες τους δεν καλύπτονται από το προσωπικό καθαριότητας που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις, μπορεί να ανατίθεται σε καθαριστές - καθαρίστριες ή συνεργεία καθαρισμού με σύμβαση μίσθωσης έργου διάρκειας ενός διδακτικού έτους." Με την διάταξη αυτή παρασχέθηκε η δυνατότητα απασχόλησης με σύμβαση έργου προσωπικού καθαριότητας όταν οι ανάγκες τους δεν καλύπτονται από το προσωπικό καθαριότητας που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή και η απασχόληση προσωπικού με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πλην όμως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, σε περίπτωση που οι άνω συμβάσεις των προσλαμβανομένων προσχηματικά επιγράφονται ως "συμβάσεις έργου", ενώ στην πραγματικότητα φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας τους καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και από τη φύση των συμβάσεών τους δεν δικαιολογείται η ορισμένη διάρκεια αυτών, τότε οι εργαζόμενοι αυτοί προστατεύονται από την ρήτρα 4 της άνω Οδηγίας, που απαγορεύει τη δυσμενή διάκριση, όπως ερμηνεύθηκε παραπάνω.
Περαιτέρω, η κατάρτιση ανανεουμένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή μίσθωσης έργου ορισμένης διάρκειας, αν αυτή λαμβάνει χώρα κατ’ επανάληψη ή και μόνιμα, εφόσον τούτο δεν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους κατά την έννοια του άρθρου 5 σημείο 1 στοιχ. α της Οδηγίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εμπίπτει στο προστατευτικό πλαίσιο αυτής που αποσκοπεί στην αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου κατά την έννοια του άρθρου 1 σημείο 2 αυτής.
Κατόπιν αυτών, οι ως άνω διατάξεις του εσωτερικού δικαίου δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογητικό λόγο που να εμποδίζει την προστασία της ρήτρας 4 της παραπάνω Οδηγίας. Τέλος, σημειώνεται ότι η έννοια των "αντικειμενικών λόγων", κατά τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου, πρέπει να νοηθεί ως μη δικαιολογούσα διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου και των εργαζομένων με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου εκ του γεγονότος ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση προβλέπεται από γενικό και αφηρημένο εθνικό κανόνα δικαίου, όπως είναι ο νόμος ή η συλλογική σύμβαση (αποφάσεις της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, D.
C. A., C-307/05, EU:C:2007:509, σκέψη 57 της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G. G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, ,EU:C:2010:819, σκέψη 54 της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, R. S., C-177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 72, καθώς και της 18ης Οκτωβρίου 2012, V. κ.λπ., C-302/11 έως C-305/11, EU:C:2012:646, Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, de D. P., C-596/14, EU:C:2016:683, σκέψη 46, Απόφαση 20-12/2017 ΔΕΚ C-158/2016, σκέψη 47). Εξάλλου, η επίκληση απλώς και μόνον του προσωρινού χαρακτήρα της απασχολήσεως του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης δεν ανταποκρίνεται σε αυτές τις απαιτήσεις και, επομένως, δεν δύναται να αποτελέσει "αντικειμενικό λόγο" κατά την έννοια της ρήτρας 4 της συμφωνίας-πλαισίου.
Πράγματι, εάν γινόταν δεκτό ότι απλώς και μόνον ο προσωρινός χαρακτήρας της σχέσεως εργασίας αρκεί για τη δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ εργαζομένων με σχέση ορισμένου χρόνου και εργαζομένων με σχέση αορίστου χρόνου, οι σκοποί της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου θα καθίσταντο κενοί περιεχομένου και θα διαιωνιζόταν μια κατάσταση δυσμενής για τους εργαζομένους με σχέση ορισμένου χρόνου (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2010, G.
G. και I. T., C-444/09 και C-456/09, EU:C:2010:819, σκέψεις 56 και 57 της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, R. S., C-177/10, EU:C:2011:557, σκέψη 74, καθώς και της 18ης Οκτωβρίου 2012, V. κ.λπ., C-302/11 έως C-305/11, EU:C:2012:646, σκέψη 52, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, de D. P., C-596/14, EU:C:2016:683, σκέψη 47, Απόφαση 20-12/2017 ΔΕΚ C-158/2016 ,σκέψη 48).
VI. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών και κατά συνέπεια δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλειστεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της χορηγούμενης μ’ αυτούς εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας, για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από τον δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή μέσα σε ορισμένη προθεσμία, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 "Συλλογικές διαπραγματεύσεις στη Δημόσια Διοίκηση κλπ" (ΦΕΚ Α 180) (Κεφάλαιο Α’ ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13 όμως του ιδίου νόμου με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ. 1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς, βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14, με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών", του ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 110), ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738 /1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγουμένης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...5... 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν, εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν, περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Περαιτέρω, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 καθώς και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.ΣτΕ 95/2013).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η παροχή των 176 ευρώ συνιστά "ειδική παροχή", καταβαλλόμενη υπό προϋποθέσεις σε χαμηλόμισθους υπαλλήλους και όχι γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμείβονται σύμφωνα με αυτό, εξομοιούμενη με μισθό.
Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων από την πλευρά της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σε αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προαναφερόμενες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού) εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α’ 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίστηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιονδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 24 του νόμου αυτού ορίστηκε ότι, " ...
ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις ...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν.3016/2002 καθώς και των ΚΥΑ που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν ήδη μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α 96), με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" [κεφάλαιο Β], που ορίζει ότι "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟTA, οι οποίοι διορίστηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση, ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004, σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να την λαμβάνει το προσωπικό της Υπηρεσίας, στην οποία οι υπάλληλοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας αυτής, διότι αν οι τελευταίοι υπάλληλοι λαμβάνουν την προσωπική διαφορά, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι, να μη λαμβάνουν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή [αλλά και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης μετά από εκτίμηση των δημοσιονομικών συνθηκών], οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, ούτε και με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται ( ΟλΑΠ 16/2015 ).
Επομένως, για τη χορήγηση της πιο πάνω ειδικής παροχής των 176 ευρώ δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτή χορηγείται σε υπαλλήλους της ιδίας υπηρεσίας προσαυξάνοντας τις αποδοχές τους (ΑΠ 1392/2015, ΑΠ 960/2014), ούτε η υπαγωγή της ενάγουσας στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, εφόσον αυτή παρέχεται μόνο, εάν η Διοίκηση, ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΑΠ 22/2016, ΑΠ 86/2016, ΑΠ 1392/2015), ενώ για την επιδίκαση αυτής απαιτείται επί πλέον αφενός μεν η ενάγουσα να μην λαμβάνει τόσον αυτή, όσο και οι υπάλληλοι της υπηρεσίας στην οποία μετατάχθηκε ή διορίστηκε οποιαδήποτε πρόσθετη παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των 176 ευρώ (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 916/2017), αφετέρου δε και ειδικότερα για τους διορισθέντες ή μεταταχθέντες μετά την 1.1.2004 σε υπηρεσίες του Δημοσίου να διαλαμβάνεται παραδοχή ότι η παροχή αυτή, [υπό την προϋπόθεση ότι είχε χορηγηθεί νομίμως κατά τα ήδη προαναφερθέντα], είχε διατηρηθεί και εξακολούθησε να καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά στο προσωπικό της υπηρεσίας, όπου διορίστηκε ή μετατάχθηκε η ενάγουσα (ΑΠ 913/2017, ΑΠ 960/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή της και κατά το σχετικό της αίτημα η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε την επιδίκαση ολοκλήρου του ποσού της ειδικής παροχής από 88 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2002 και από 176 ευρώ μηνιαίως για τον μετά την 1.7.2002 χρόνο, επικαλούμενη απλώς τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν.3016/2002, της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας 2/32172/0022/4.7.2002 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 870), με την οποία προβλέφθηκε η καταβολή μηνιαίας ειδικής παροχής ύψους (από 1.1.2002) 88 ευρώ και (από 1.7.2002) 176 ευρώ, μεταξύ άλλων, στους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), του άρθρου 24 παρ.2 του ν. 3205/2003 για τη διατήρηση αυτής ως προσωπικής διαφοράς στους υπαλλήλους στους οποίους αυτή καταβαλλόταν, και του άρθρου 2 παρ.3 του ν. 3336/2005 για τη χορήγηση αυτής από 1.1.2005 και σε διοριζόμενους ή μετατασσόμενους μετά την 1.1.2004 υπαλλήλους σε υπηρεσίες, όπου αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά.
Επί του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος, η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δέχθηκε (φύλλο 9ο την αρχή) ότι η αναιρεσίβλητη, υπαγόμενη και αμειβόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου, δικαιούται να λάβει, για το αναφερόμενο στην απόφαση χρονικό διάστημα, μεταξύ άλλων, και την εν λόγω ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν.3016/2002, εφόσον από μισθολογική άποψη δικαιούται τις αποδοχές που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς, την δε παροχή αυτή ελάμβαναν οι συνάδελφοί της στην ίδια υπηρεσία.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 ν.3016/2002, 24 παρ.2 ν.3205/2003 και 2 παρ.3 του ν. 3336/2005, τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου. Και τούτο διότι , όπως εκτέθηκε στην πιο πάνω νομική σκέψη, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης αλλά αποτελεί ειδική παροχή, μη εξομοιούμενη με μισθό, η οποία παρέχεται, εάν η Διοίκηση ασκήσει νομίμως την διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μην λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ.
Διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αφού ουδόλως εκτίθενται σ’ αυτήν τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που απαιτούνται για την υπαγωγή της αναιρεσίβλητης στις διατάξεις του άρθρου 14 ν. 3016/2002. Ειδικότερα, δεν διέλαβε στο σκεπτικό της σε ποιές κατηγορίες υπαλλήλων της ιδίας Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος επεκτάθηκε η παροχή αυτή και υπό ποίες συνθήκες και όρους, ούτε αν είχε προβλεφθεί ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, ούτως ώστε να κριθεί εάν η σχετική ΚΥΑ (η οποία μάλιστα δεν προσδιορίζεται στη προσβαλλομένη) είχε εκδοθεί νόμιμα και εντός της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, ενώ δεν διευκρινίζεται εάν η αναιρεσίβλητη λαμβάνει και άλλου είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή (σχετ.
ΑΠ 86/2016), ούτε ότι η ανωτέρω παροχή εξακολούθησε να καταβάλλεται νομίμως σε υπαλλήλους (και ποίας κατηγορίας) ως προσωπική διαφορά και μετά την 31.12.2003 στην Υπηρεσία, όπου τοποθετήθηκε η αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τη παρούσα (άρθρο 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015) είναι βάσιμος. Μετά τις ανωτέρω σκέψεις, πρέπει, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αίτησης αναίρεσης και ειδικότερα κατά πλειοψηφία του δευτέρου, κατά το τρίτο του σκέλος, και ομόφωνα του τρίτου λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα πληττόμενα με αυτούς κεφάλαια αυτής, που αναφέρονται α) στην επιδίκαση μισθολογικών διαφορών για το πριν την κατάταξη της αναιρεσίβλητης σε οργανική θέση χρονικό διάστημα και β) στην επιδίκαση της "ειδικής παροχής των 176 ευρώ", και να παραπεμφθεί μετά από αυτά η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκείμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, καθόσον η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση. Τέλος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.2 του ν. 3693/1957, να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 717/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ