Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague and non-essential contradiction arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a dispute over the right of use of a property. The appellants argued the lower court's reasoning was insufficient and contradictory, but the Court found these grounds legally unfounded. The Court ruled that the alleged contradiction existed between the minor and major propositions of the judgment rather than within the substantive premises required for a valid appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1), 560(6) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a contradiction between the minor and major propositions of a judgment is inadmissible, as only deficiencies in the substantive premises constitute grounds for review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 745 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 745/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: α) Ε. Ι. Ζ. και β) Ε. συζ. Ε. Ζ., το γένος Μ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τάντση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Δ. συζ. Θ. Κ., το γένος Ε. Λ., β) Κ. Θ. Κ. και γ) Ε. Θ. Κ., κατοίκων ... (...), από τις οποίες οι δύο πρώτες εκπροσωπήθηκαν και η τρίτη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωκράτη Βαλτζόγλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2014 αγωγή των αναιρεσιβλήτων στο Ειρηνοδικείο Πύργου Ηρακλείου Κρήτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 50/2015 του παραπάνω Δικαστηρίου και 922/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-1-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 922/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της 50/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πύργου Κρήτης, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή τους διατάραξης νομής ακινήτου και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή η παραπάνω αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, πλην άλλων, ότι το επίδικο αποτελεί διαιρετό τμήμα κληροτεμαχίου και ότι οι αναιρεσίβλητες ασκούσαν τη διανοία κυρίου νομή του από το έτος 1973 συνεχώς μέχρι και τις 18-10-2013, οπότε διαταράχτηκαν στην άσκησή της από τους αναιρεσείοντες και, συνεπώς, την ασκούσαν και μετά την 22-3-2012, οπότε άρχισε η ισχύς του νόμου 4061/2012, με τον οποίο επετράπη και η νομή διαιρετού τμήματος κληροτεμαχίου, την οποία απαγόρευε μέχρι τότε ο αν 431/1968, ο οποίος και καταργήθηκε με τον παραπάνω νόμο.
Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καταλήγοντας βάσει των ανωτέρω παραδοχών του στο παραπάνω πόρισμά του, ήτοι ότι από 22-3-2012 και μετέπειτα είναι δυνατή η νομή και τμήματος κληροτεμαχίου, εφάρμοσε το νόμο 4061/2012 και όχι τον αν 431/1968. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης με τις ανωτέρω παραδοχές της της διάταξης του άρθρου 1 του αν 431/1968, που απαγόρευε τη νομή τμήματος κληροτεμαχίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 984 και 987 ΑΚ, όπως και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο, από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της εφαρμογής του ανωτέρω άρθρου του αν 431/1968.
2. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 560 αριθ. 5β ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012). Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).
Εν προκειμένω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για κυριότητα της δεύτερης τούτων σε ολόκληρο το παραπάνω κληροτεμάχιο, (άρα και στο επίδικο), με έκτακτη χρησικτησία, όπως, για την ίδια αιτία και τον ισχυρισμό τους για νομή τους στο ανωτέρω κληροτεμάχιο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο, από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψης υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των ανωτέρω ισχυρισμών των αναιρεσειόντων.
3. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Δικαστήριο που την εξέδωσε των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων των αναιρεσειόντων, (άρθρ. 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όταν προσβάλλεται, όπως εν προκειμένω, απόφαση του πρωτοδικείου, που εκδόθηκε μετά από έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου, ο παραπάνω λόγος δεν προβλέπεται μεταξύ των λόγων αναίρεσης, που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 560 ΚΠολΔ.
4. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006), ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΑΠ 509/2013).
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης (παντελής έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών) της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να περιέχονται στην αιτιολογία, ώστε αυτή να είναι επαρκής, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" (ΟλΑΠ 20/2005, 32/1996, ΑΠ 1401/2010), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με την παραπάνω παραδοχή της για νομή του επιδίκου από τις αναιρεσίβλητες, καθόσον "δεν αιτιολογεί επαρκώς σε ποια πραγματικά περιστατικά στηρίχτηκε η κρίση της και δέχτηκε με αυτό τον τρόπο πράξεις νομής των αντιδίκων αφού στην απόφαση δεν αναφέρεται τίποτε σχετικό με αυτό". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και ποια επιπλέον στοιχεία θα έπρεπε να περιέχει η αιτιολογία αυτή, για να θεωρηθεί πλήρης.
5. Τέλος, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για τη στήριξη του διατακτικού της, δηλαδή από τις παραδοχές της για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός, όταν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού ως "αιτιολογίες" νοούνται στην παραπάνω διάταξη μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, ενώ οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υπάρχουν και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 176/2011, 282/2010, 568/2008).
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών, η οποία συνίσταται στο ότι ενώ γίνεται δεκτό, ότι ο νόμος που ίσχυε, όταν οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν αρχικά τη νομή του επιδίκου ακινήτου, απαγόρευε τη νομή τμήματος κληροτεμαχίου, γίνεται δεκτό, στη συνέχεια, ότι οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν τη νομή του επιδίκου, καίτοι τούτο αποτελεί, κατά τις παραδοχές της, τμήμα κληροτεμαχίου.
Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι η επικαλούμενη αντίφαση αναφέρεται, όχι στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μεταξύ της ελάσσονος και της μείζονος πρότασης αυτής.
Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-1-2018 αίτηση των: α) Ε. Ι. Ζ. και β) Ε. συζ. Ε. Ζ., το γένος Μ. Β., για αναίρεση της 922/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ