Legislator Case Law & Legislation
743/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to cite evidence in lower court.

Case Number 743/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court erred by accepting a claim of ownership from 1975 despite the defendants' admission of ownership from 1980. The court rejected this appeal because the specific evidence supporting the 1975 claim was never formally proposed or cited before the Third Instance Court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562 para. 2, 559 no. 12 and 11 gamma of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it relies on evidence not legally proposed in the court of first instance, unless it concerns a non-proposable violation, a defect inherent in the judgment itself, or public order.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal failure to cite evidence Code of Civil Procedure property ownership dispute admission of fact legal representation court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 12 of the Code of Civil Procedure
Article 559 no. 11 gamma of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 743 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 743/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α) Γ. Κ. Κ. του Μ. και Μ., συζ. Σ. Ε., β) Γ. Γ. Κ. Κ. του Μ. και Μ., συζ. Α. - Ν. Α., γ) Μ. Κ. Κ. του Μ. και Μ. και ) Α. Κ. Κ. του Μ. και Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πανούση.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Κ. Ι. Μ. και β) Α. Ι. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σαρρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2007 αγωγή των αναιρεσειόντων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 102/2015 του παραπάνω Δικαστηρίου και 157/2017 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-8-2018 αίτησή τους, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η ανωτέρω Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική τους δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 157/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 102/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία είχε απορριφθεί αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτων αγωγή των ιδίων κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο επικύρωσε με την προσβαλλόμενη απόφαση του την 102/2015 πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά παραδοχή ένστασης ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) των αναιρεσιβλήτων.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δέχτηκε την παραπάνω ένσταση, καίτοι οι αναιρεσίβλητοι δεν υπέβαλαν τέτοια ένσταση, ο δεύτερος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια παραπάνω πλημμέλεια της παραδοχής της ανωτέρω ένστασης, καίτοι στα 102/2015 πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης δεν έχει καταχωρηθεί τέτοια ένσταση των αναιρεσιβλήτων, ο τέταρτος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι έκανε δεκτή ένσταση κτητικής παραγραφής, χωρίς να έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης τέτοια ένσταση των αναιρεσιβλήτων και ο δέκατος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση από το Εφετείο με την παραπάνω, βάσει του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού …., κρίση του των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 κ' 2, 17 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης αυτής και 14 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών κ' Πολιτικών Δικαιωμάτων, λόγω αντίθεσης προς τις διατάξεις αυτές της δεκαπενταετούς νομής χρησικτησίας του παραπάνω άρθρου του Κτηματολογικού Κανονισμού ….

Είναι δε απαράδεκτοι οι λόγοι αυτοί, πρωτίστως, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 22-7-2015 έφεσης, των από 3-1-2017 προσθέτων λόγων έφεσης, των προτάσεων των αναιρεσειόντων στο Εφετείο και το αναιρετήριο, οι ανωτέρω ισχυρισμοί, που στηρίζουν τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, δεν προτάθηκαν στο Εφετείο, αν και μπορούσαν, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.

2. Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί, αν και ποιον από τους περιοριστικούς λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην απόφαση ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επιπλέον, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός, για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996).

Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αόριστος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παράβασης με την ανωτέρω κρίση του των διατάξεων των άρθρων 973, 999, 1000, 1094, 1095, 1193, 1195, 1198, 1710, 1711, 1813 και 1846 ΑΚ, 51 του Κτηματολογικού Κανονισμού …..και 70 ΚΠολΔ, "επειδή εν προκειμένω παρά το ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 973, 999, 1000, 1094, 1095, 1193, 1195, 1198, 1710, 1711, 1813 και 1846 του Αστικού Κώδικος, του άρθρου 70 Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και του άρθρου 51 του Κτηματολογικού Κανονισμού …, οι κανόνες αυτοί δεν εφαρμόστηκαν, ενώ εάν ορθά τους εφάρμοζε το Εφετείο θα δέχονταν την αναγνωριστική αγωγή μας, κατά την κύρια βάση της και την έφεσή μας και θα μας αναγνώριζε κυρίους, νομείς και κατόχους των επιδίκων...

Συνεπώς με την απόφαση του το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας παραβιάζοντας τους κανόνες των άρθρων 973...". Είναι δε αόριστος ο παραπάνω λόγος, διότι δεν αναφέρεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την εφαρμογή ή την ερμηνεία των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. 3.

Επίσης, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού …., που κυρώθηκε με το 132/1-9-1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη …. και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της …. και την εισαγωγή της Ελληνικής Νομοθεσίας με το άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκια), συγχωρείται η κτητική παραγραφή, σύμφωνα με τις αρχές της Ιταλικής Νομοθεσίας, μετά 15ετία από της εγγραφής και ο χρησιδεσπόσας νομέας μπορεί, με δυνατότητα συνυπολογισμού στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος είτε με πράξη, στην οποία συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του από τον εγγεγραμμένο τιτλούχο, είτε με δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου ή των κληρονόμων του ή, όταν δεν υπάρχουν κληρονόμοι, έναντι του διευθυντή του κτηματολογικού Γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, σύμφωνα με το σύστημα του Κτηματολογίου, που ισχύει στη … και, ειδικά, στη νήσο … τόσο η αρχική εγγραφή, όσο και οι μεταγενέστερες καταχωρίσεις στο κτηματικό βιβλίο αποτελούν πλήρη απόδειξη έναντι όλων για το ότι το δικαίωμα στο ακίνητο ανήκει σε εκείνον στο όνομα του οποίου έγινε η εγγραφή, λόγω της δημόσιας πίστης των κτηματολογικών εγγραφών και του προορισμού του Κτηματολογίου.

Αναγνωρίζεται, όμως, προκειμένου για ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας και ο θεσμός της έκτακτης χρησικτησίας (κτητικής παραγραφής) με 15ετή νομή, η οποία, εφόσον αναφέρεται σε χρόνο μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα στη …. (1947), διέπεται, ειδικά ως προς την έννοια της νομής, από τα άρθρα 974 και 1045 ΑΚ. Επομένως, σε περίπτωση τέτοιας παραγραφής, η οποία μπορεί να προταθεί με αγωγή ή και με ένσταση, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος εκείνου που απέκτησε το ακίνητο με τίτλο και ανεξάρτητα αν η παραγραφή άρχισε και συμπληρώθηκε μετά την εγγραφή του τίτλου στο κτηματολόγιο ή και προηγουμένως, εκτός αν, στη δεύτερη περίπτωση, ο τιτλούχος απέκτησε το ακίνητο από επαχθή αιτία και διατελούσε σε καλή πίστη στηριζόμενος στα δεδομένα της κτηματολογικής εγγραφής, οπότε δεν επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του.

Παράλληλα δε με την απόσβεση, το δικαίωμα κυριότητας μπορεί να περιέλθει στον χρησιδεσπόζοντα, εφ' όσον τηρηθεί η διαδικασία της αναγνώρισης ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής και η σχετική δικαστική απόφαση καταχωρηθεί στο Κτηματικό Βιβλίο (ΑΠ 399/2018, 641/2017, 91/2013, 1177/2012, 1004/2009).

Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση και απερρίφθη η ανωτέρω αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσειόντων, επειδή το Δικαστήριο που την εξέδωσε, κατά παραδοχή της παραπάνω ένστασης 1 δετούς κτητικής παραγραφής των αναιρεσιβλήτων, έκρινε, ότι, κατά το χρόνο θανάτου της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, στην κληρονομά της οποίας στήριζαν αυτοί το δικαίωμά τους, είχε αποσβεστεί η κυριότητά της στα επίδικα.

Αναφέρεται, ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι "...οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι των επιδίκων ακινήτων, κατά ποσοστό...με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή, όπως ισχυρίζονται, αφού κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, ήτοι κατά το χρόνο θανάτου της μητέρας τους το έτος 2003, τα επίδικα ακίνητα, κατά το παραπάνω ποσοστό, δεν περιλαμβάνονταν στην επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, διότι οι εναγόμενοι είχαν ήδη καταστεί κύριοι αυτών, κατά το ως άνω ποσοστό, με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με συνυπολογισμό στο δικό τους χρόνο νομής (από το έτος 1990) και του χρόνου νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου τους (από το έτος 1975 μέχρι το έτος 1990), αφού τόσο οι ίδιοι όσο και ο ως άνω δικαιοπάροχος τους νέμονταν τα επίδικα, κατά το ως άνω ποσοστό, συνεχώς και αδιαλείπτως, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαπενταετίας, της κτητικής παραγραφής, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού ….

γενομένης δεκτής, ως βάσιμης και κατ' ουσίαν, της ενστάσεως που προέβαλαν οι εναγόμενοι περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων...". Σύμφωνα με αυτά, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο τρίτος, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο "...με το να δεχτεί το Εφετείο ότι οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι κατά το χρόνο του θανάτου της μητέρας μας το έτος 2003 είχαν ήδη καταστεί κύριοι των εξ αδιαιρέτου ποσοστών επί των επιδίκων...χωρίς να δεχθεί προηγούμενη καταχώρηση στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ….

είτε δικής μας αναγνώρισης, είτε τελεσιδίκου σχετικής δικαστικής απόφασης", παρέβη τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού …. και 999 και 1000 ΑΚ. Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι το Εφετείο απεφάνθη, κάνοντας δεκτή την παραπάνω ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με 15ετη χρησικτησία, για την παραδοχή της οποίας δεν τάσσεται από το προαναφερθέν άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού …..

ως προϋπόθεση οποιαδήποτε καταχώριση στα κτηματικά βιβλία.

4. Εξάλλου, ο Αστικός Κώδικας αγνοεί, πλην άλλων και το θεσμό της κτητικής παραγραφής του προϊσχύσαντος δικαίου, τον οποίο αναπληρώνει με το θεσμό της χρησικτησίας και, συνεπώς, οι όροι της κτητικής παραγραφής και της έκτακτης χρησικτησίας είναι ταυτόσημοι (ΑΠ 399/2018, 180/2018, 629/2016, 1426/2014, 289/2014). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία του ΑΚ και όχι στην κτητική παραγραφή του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού …., πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως αλυσιτελής.

5. Περαιτέρω, αφού, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στον αμέσως προηγούμενο λόγο, το Εφετείο απέρριψε την παραπάνω αναγνωριστική αγωγή των αναιρεσειόντων, επειδή δέχτηκε την ανωτέρω ένσταση 1 δετούς κτητικής παραγραφής των αναιρεσιβλήτων, ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι απεφάνθη "για την δεκαπενταετία, της κτητικής παραγραφής και όχι για την ένσταση της κτητικής παραγραφής", πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αλυσιτελής.

6. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Αν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που, ανέλεγκτα, το δικαστήριο τούτο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχτηκαν, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 740/2010, 825/2009).

Αντίθετα, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, όταν οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται, ότι παραβιάστηκαν, αφορούν σε έννομη σχέση, που προέκυψε από τις αποδείξεις και έγινε δεκτή από το Δικαστήριο της ουσίας και η οποία δεν αποτελεί τη βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, για την οποία αυτό έκρινε, αλλά οδηγεί, ως επιχείρημα ή περιεχόμενο αρνητικού, κατά αγωγής κλπ, ισχυρισμού, σε αποδυνάμωση της βασιμότητας αυτών (ΑΠ 373/2002).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Αντίθετα, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, όταν οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται, ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου, αφορούν σε έννομη σχέση, που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο της ουσίας επειδή προέκυψε από τις αποδείξεις και η οποία δεν αποτελεί τη βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, για την οποία αυτό έκρινε, αλλά οδηγεί, ως επιχείρημα ή περιεχόμενο αρνητικού, κατά αγωγής κλπ, ισχυρισμού, σε αποδυνάμωση της βασιμότητας αυτών (ΑΠ 373/2002).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1β ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται, ότι παραβιάστηκαν, αφορούν την έννομη σχέση που αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης, όπως αυτό οριοθετείται από το περιεχόμενο της αγωγής και των εκατέρωθεν αυτοτελών ισχυρισμών των διαδίκων και για το οποίο αντικείμενο έκρινε το δικαστήριο της ουσίας.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται, ότι παραβιάστηκαν, αφορούν σε έννομη σχέση, που έγινε δεκτή από το Δικαστήριο της ουσίας επειδή προέκυψε από τις αποδείξεις και η οποία δεν αποτελεί τη βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, για την οποία αυτό έκρινε, αλλά οδηγεί, ως επιχείρημα ή περιεχόμενο αρνητικού, κατά αγωγής κλπ, ισχυρισμού, σε αποδυνάμωση της βασιμότητας αυτών (ΑΠ 373/2002).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι "τα επίδικα ακίνητα είναι τα εξής: α) αγρός, εκτάσεως 252.190 τμ, που βρίσκεται στη θέση Αυλώνα της κτηματικής περιφέρειας ….., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 4, φύλλο 11, μερίδα 555, φάκελος 330, …., του Κτηματολογίου …., νομικής φύσεως αρζί-μιρί και ήδη μουλκ, β) αγρός, εκτάσεως 280 τμ, που βρίσκεται στη θέση ...

της κτηματικής περιφέρειας ..., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 4, φύλλο 9, μερίδα 283, φάκελος 328, ..., του Κτηματολογίου ….υ, νομικής φύσεως αρζί-μιρί και ήδη μουλκ, γ) αγρός, εκτάσεως 8.720 τμ, που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ..., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 4, φύλλο 10, μερίδα 346, φάκελος 329, ..., του Κτηματολογίου …, νομικής φύσεως αρζί-μιρί και ήδη μουλκ και δ) λιθόκτιστη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο χώρο και αυλή, που βρίσκεται στη θέση Αυλώνα της κτηματικής περιφέρειας ..., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 3, φύλλο 74, μερίδα 69, φάκελος 281, Οικοδομών ..., του Κτηματολογίου …., νομικής φύσης αρζί-μιρί και ήδη μουλκ.

Τα ως άνω ακίνητα φέρονται καταχωρημένα, εξ αρχικής θεμελιώδους καταγραφής, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, στο όνομα του Χ. Μ. Κ., ο οποίος απεβίωσε στη Ρόδο την 7-2-1936. Με την 250/1951 απόφαση του Πρωτοδικείου Ρόδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στο Κτηματολόγιο … αναγνωρίστηκε ότι ο ως άνω Χ. Μ. Κ. είναι το αυτό πρόσωπο με τον Χ.

Κ. του Μ. και ότι ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, είναι τα τέκνα του, 1) Μ. Κ. του Χ., 2) Μ. Κ. του Χ., 3) Ζ σύζυγος Μ. το γένος Χ. Κ. και 4) Μ. σύζυγος Μ. Κ., το γένος Χ. Κ. (μητέρα των εναγόντων). Την 28-6- 2003 απεβίωσε η τελευταία και αναγνωρίστηκαν ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της τα τέκνα της, ήτοι οι ενάγοντες, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου έκαστος, δυνάμει της 248/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, νομίμως μεταγεγραμμένης στο Κτηματολόγιο ….

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι περί το έτος 1975 ο Ι. Μ. του Κ., πατέρας των εναγομένων, ήλθε σε συμφωνία με τους ανωτέρω κληρονόμους του αρχικού τιτλούχου Χ. Μ. Κ., μεταξύ των οποίων ήταν και η Μ. σύζ. Μ. Κ., το γένος Χ. Κ., για άτυπη πώληση προς αυτόν των μεριδίων τους επί των επιδίκων ακινήτων, έναντι τιμήματος 300.000 δραχμών για κάθε μερίδιο και συνολικά έναντι 1.200.000 δραχμών.

Η ως άνω άτυπη πώληση των επιδίκων ακινήτων έγινε προκειμένου να αποφευχθούν τα έξοδα και οι φόροι μεταβιβάσεως αυτών. Επειδή όμως δεν συντάχθηκαν συμβολαιογραφικά έγγραφα, προς εξασφάλιση του αγοραστή των ακινήτων, συντάχθηκαν ανέκκλητα πληρεξούσια. Συγκεκριμένα, η μητέρα των εναγόντων Μ. σύζ. Μ. Κ., το γένος Χ.

Κ., με το ...36/23-5- 1980 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Χ. Ι. Γ., παρείχε προς τον Ι. Μ. την "ανέκκλητον", "ισχύουσαν και διά την περίπτωσιν θανάτου της", ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και δικαίωμα να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει προς οιονδήποτε και προς τον εαυτό του με αυτοσύμβαση, αντί οιουδήποτε τιμήματος και με οιουσδήποτε όρους και συμφωνίες, τα ιδανικά της μερίδια επί των ανωτέρω, υπό στοιχεία (α) και (γ) επιδίκων ακινήτων.

Για τον ίδιο λόγο επακολούθησε και το ...35/2-6-1980 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Σ. Ε. Μ., με το οποίο η μητέρα των εναγόντων χορήγησε προς τους Ι. Μ. και Κ. Ι. Μ., την ειδική εντολή, πληρεξουσιότητα και δικαίωμα, είτε από κοινού είτε χωριστά ο καθένας, να πωλήσουν, παραχωρήσουν, μεταβιβάσουν και παραδώσουν προς οιονδήποτε και προς τον εαυτό τους με αυτοσύμβαση, αντί οιουδήποτε τιμήματος και με οιουσδήποτε όρους και συμφωνίες, άπαντα τα μερίδιά της επί των ακινήτων της που βρίσκονται στην ..., στην ...

και στη .... Σημειωτέον ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων περί μη γνησιότητας της υπογραφής της εντολέως - μητέρας τους στο εν λόγω πληρεξούσιο προβάλλεται μη νομίμως, καθόσον το ως άνω πληρεξούσιο, που αποτελεί δημόσιο έγγραφο, δεδομένου ότι δεν έχει προσβληθεί για πλαστότητα, αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της εντολέως.

Τα ανωτέρω περί κατάρτισης άτυπης σύμβασης πώλησης ενισχύονται και από το ότι ήδη κατά τα έτη 1977 έως 1979 είχαν χορηγηθεί πληρεξούσια και από τους λοιπούς κληρονόμους του αρχικού τιτλούχου Χ. Κ. προς τον Ι. Μ., με τα οποία παρέχονταν προς αυτόν ομοίου περιεχομένου με τα ως άνω πληρεξούσια εντολή και πληρεξουσιότητα, ήτοι να προβεί στην πώληση των ιδανικών τους μεριδίων επί των επιδίκων ακινήτων σε οποιονδήποτε, ακόμα και με αυτοσύμβαση, με οποιουσδήποτε όρους και έναντι οποιουδήποτε τιμήματος.

Άλλωστε, και από την αλληλογραφία μεταξύ κάποιων εκ των κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου Χ. Κ., οι οποίοι ήταν κάτοικοι Τουρκίας, με τον Ι. Μ. και δη αναφορικά με την οφειλή από τον τελευταίο προς αυτούς κάποιων χρηματικών ποσών, δεν προέκυψε ότι τα εν λόγω οφειλόμενα ποσά αφορούσαν κάποια άλλη μεταξύ τους συναλλαγή, πλην της εξόφλησης του τιμήματος από τις άτυπες συμβάσεις πώλησης που είχαν καταρτιστεί μεταξύ των κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου Χ.

Κ. και του Ι. Μ.. Όσον αφορά δε στον ισχυρισμό των εναγόντων, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο εφέσεως, ότι τα προαναφερόμενα πληρεξούσια που δόθηκαν από τη μητέρα τους προς τον Ι. Μ., αφορούσαν σε μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση μεσιτείας, δυνάμει της οποίας ο Ι. Μ. ανέλαβε την υποχρέωση έναντι αμοιβής να βρει αγοραστές για τη μεταβίβαση σ' αυτούς του μεριδίου της μητέρας τους επί των επιδίκων ακινήτων, κρίνεται αβάσιμος, καθόσον το όλο περιεχόμενο των εν λόγω πληρεξουσίων, όπως αυτό προαναφέρθηκε, δεν αρμόζει σε σύμβαση μεσιτείας, ενώ ο Ι.

Μ. ουδέποτε ασκούσε το επάγγελμα του μεσίτη. Έκτοτε, μετά την ως άνω άτυπη πώληση, η μητέρα των εναγόντων παρέδωσε τη νομή των επιδίκων ακινήτων, κατά το μερίδιο της (1/8 εξ αδιαιρέτου), στον αγοραστή Ι. Μ. και αποξενώθηκε πλήρως από κάθε δικαίωμά της επί των ακινήτων αυτών. Τούτο συνάγεται ιδίως από το γεγονός ότι ο Ι.

Μ. από το έτος 1975 μέχρι το έτος 1990, οπότε μεταβίβασε με άτυπη δωρεά τα επίδικα ακίνητα στους ενάγοντες, νέμεται με διάνοια κυρίου τα επίδικα ακίνητα, κατά το παραπάνω ποσοστό, αφού προέβη στην εκμίσθωση των επιδίκων στο Γ. Ι. του Ι., έναντι ετήσιου μισθώματος, προκειμένου αυτός να τα χρησιμοποιήσει ως βοσκοτόπους, δεδομένου ότι, λόγω της ιδιοσυστασίας του εδάφους και δη του βραχώδους χαρακτήρα τους, δεν μπορούσαν αυτά να χρησιμοποιηθούν για καλλιέργεια, παρά μόνο ως βοσκότοποι.

Ο εν λόγω μισθωτής Γ. Ι. χρησιμοποιούσε τα επίδικα ακίνητα ως βοσκοτόπους για τα ζώα του μέχρι το θάνατο του, περί το έτος 1992 και έκτοτε, μέχρι το έτος 2011, συνέχισε να χρησιμοποιεί τα επίδικα ακίνητα ο γαμπρός του αρχικού μισθωτή Β. Κ., έναντι ετήσιου μισθώματος. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι η μητέρα των εναγόντων ασκούσε πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων από το έτος 1975 και εντεύθεν, ούτε ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα είχε επιτρέψει αρχικά σε μια τσοπάνισσα, ονόματι Χ.

Κ., να βόσκει τα ζώα της στα επίδικα ακίνητα με αντάλλαγμα την παροχή τυροκομικών προϊόντων και ότι στη συνέχεια τη διαδέχθηκε άλλη, ονόματι Μ. Α. Και τούτο, διότι αποδείχθηκε ότι από τις παραπάνω, η μεν Χ. Κ. είχε φύγει από τη …. και είχε εγκατασταθεί στη … ήδη από τη δεκαετία του 1950, η δε Μ. Α. έβοσκε τα ζώα της στα επίδικα ακίνητα κατά τη δεκαετία 1930- 1940.

Η ένορκη βεβαίωση δε του μάρτυρα Μ. Μ., ως προς το σημείο αυτό, δεν κρίνεται πειστική, αφού είναι εντελώς αόριστη, ενώ ο ίδιος δεν έχει ιδία αντίληψη. Με βάση τα ανωτέρω, οι ενάγοντες δεν κατέστησαν κύριοι των επιδίκων ακινήτων, κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου (1/32 εξ αδιαιρέτου έκαστος), με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή, όπως ισχυρίζονται, αφού κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς, ήτοι κατά το χρόνο θανάτου της μητέρας τους το έτος 2003, τα επίδικα ακίνητα, κατά το παραπάνω ποσοστό, δεν περιλαμβάνονταν στην επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά, διότι οι εναγόμενοι είχαν ήδη καταστεί κύριοι αυτών, κατά το ως άνω ποσοστό, με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με συνυπολογισμό στο δικό τους χρόνο νομής (από το έτος 1990) και του χρόνου νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου τους (από το έτος 1975 μέχρι το έτος 1990), αφού τόσο οι ίδιοι όσο και ο ως άνω δικαιοπάροχος τους νέμονταν τα επίδικα, κατά το ως άνω ποσοστό, συνεχώς και αδιαλείπτως, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαπενταετίας, της κτητικής παραγραφής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού …., γενομένης δεκτής, ως βάσιμης και κατ' ουσίαν, της ενστάσεως που προέβαλαν οι εναγόμενοι περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων.

Τούτο δε, ανεξαρτήτως του γεγονότος, ότι δεκαπέντε έτη μετά τη σύνταξη των προαναφερομένων ...36/23-05-1980 και ...35/2-6-1980 πληρεξουσίων, η μητέρα των εναγόντων προέβη στην ανάκληση αυτών με τις …39/26-10-1995 και …89/12-1-1995 πράξεις ανάκλησης πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Χ. Μ., αφού ήδη κατά το χρόνο ανάκλησης (1995) είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο των εναγομένων ο χρόνος κτητικής παραγραφής επί των επιδίκων ακινήτων, όπως προεκτέθηκε".

Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή).

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, τόσο κατά το μέρος, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται αιτίαση για παράβαση από το Εφετείο των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ερμηνεία των αναφερομένων πληρεξουσίων, με τα οποία η μητέρα των αναιρεσειόντων παρείχε στους πληρεξουσίους την ανέκκλητη, ισχύουσα και μετά το θάνατο της, εντολή να πουλήσουν τα επίδικα, όσο και κατά το μέρος, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, επειδή στερείται αιτιολογιών ως προς την καταβολή του τιμήματος της άτυπης σύμβασης πώλησης των επιδίκων από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τη συμφωνία των ανωτέρω για το τίμημα της εν λόγω πώλησης, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ως προς το ύψος των φόρων κλπ επιβαρύνσεων, για τη μη καταβολή των οποίων προτιμήθηκε, κατά τον ερευνώμενο λόγο, από τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, αντί της σύναψης έγκυρης σύμβασης πώλησης, η παροχή των ανωτέρω ανέκκλητων πληρεξουσίων εκποίησης των επιδίκων.

Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι οι παραδοχές του Εφετείου ως προς τις ανωτέρω δικαιοπραξίες προέκυψαν από τις αποδείξεις και αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου αυτού, για την ενίσχυση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα της παραπάνω ένστασης των αναιρεσιβλήτων και, συνεπώς, δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.

7. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει και ότι το Εφετείο ούτε ερμήνευσε, ούτε εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 216 ΑΚ, διότι, ενόψει του αντικειμένου της ενώπιον του δίκης, όπως οριοθετείται από την αγωγή των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα βάσει κληρονομικής διαδοχής και από την ένσταση των αναιρεσιβήτων για δική τους κυριότητα, βάσει της κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού …., η παραπάνω διάταξη δεν ήταν εφαρμοστέα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος, που, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης της ανωτέρω διάταξης, καθόσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της εφαρμογής της από το Εφετείο.

8. Επίσης, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, εξαιτίας της παράβασης των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απέδωσε σε ορισμένα δύναμη απόδειξης μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και όταν, εκτιμώντας τα ελεύθερα, κατ' άρθρο 340 ΚΠολΔ, απέδωσε σε ορισμένα από αυτά, τα οποία, κατά το νόμο, έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε σχέση με τα τελευταία (ΑΠ 519/2013). Επομένως, ο λόγος αυτός δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο, σύμφωνα με το νόμο, ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους απόδειξης (ΑΠ 278/2010).

Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι "προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα βασίστηκε ιδίως...στις καταθέσεις του πατρός των αναιρεσιβλήτων (Ι. Μ.υ) ενώπιον του Πρωτοδικείου, αλλά και σε αυτήν που περιέχεται στην 4/2008 εισηγητική έκθεση...και προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη στην κατάθεση αυτή...", πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, καθόσον, εκτιμώντας το παραπάνω αποδεικτικό μέσο (κατάθεση μάρτυρα) ελεύθερα, του απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα και αξιοπιστία, σε σχέση με τα υπόλοιπα που έχουν την ίδια με αυτό αποδεικτική δύναμη.

9. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έκανε δεκτή την παραπάνω ένσταση 1 δετούς κτητικής παραγραφής των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε, βάσει αυτής, την ανωτέρω αγωγή των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στα τέσσερα επίδικα ακίνητα, αφού δέχτηκε, ως προς τη νομή των ακινήτων αυτών, ως στοιχείο της κτητικής τους παραγραφής, πλην άλλων, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Ι.

Μ. "...προέβη στην εκμίσθωση των επιδίκων στο Γ. Ι. του Ι., έναντι ετησίου μισθώματος...". Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο έκτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για εκμίσθωση των παραπάνω ακινήτων "ως ένα πράγμα και ως ένα οιονεί ενιαίο ακίνητο" και για το ότι "δεν επιτρέπονταν η εκμίσθωση ιδανικών μεριδίων των τεσσάρων επιδίκων ακινήτων", πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στις ανύπαρκτες παραδοχές του Εφετείου, ότι τα επίδικα εκμισθώθηκαν κατ' ιδανικά μερίδια. 10.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής για συνεχή εικοσαετία ή δεκαπενταετία στην περίπτωση της παραπάνω κτητικής παραγραφής. Άσκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό τους και με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα, να έχει το πράγμα δικό του.

Αυτός που προβάλλει τη χρησικτησία ως τρόπο κτήσης της κυριότητας του ακινήτου, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή του, καθορίζοντας ταυτόχρονα και τις μερικότερες εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησής του να κατέχει το ακίνητο ως κύριος.

Η απόφαση δε του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αναγνωρίζεται ότι ο ενάγων ή ο εναγόμενος που προέβαλε ένσταση δικής του κυριότητας, έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, γιατί το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου τουλάχιστον για είκοσι ή δεκαπέντε, στην παραπάνω περίπτωση, χρόνια, στερείται νόμιμης βάσης, αν δεν αναφέρονται στο αιτιολογικό της συγκεκριμένες πράξεις νομής του ίδιου ή του αντιπροσώπου του στο επίδικο, ώστε να κριθεί, αν αυτές είναι ικανές να προσπορίσουν στον ενάγοντα ή τον ενιστάμενο την κυριότητα του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία (ΑΠ 608/2013, 1601/2008).

Τέτοιες πράξεις νομής είναι και η εκμίσθωση του ακινήτου (ΑΠ 1418/2010), όπως και η παραχώρηση της χρήσης του με ή χωρίς αντάλλαγμα (ΑΠ 92/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν αυτά που εκτίθενται δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).

Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ίδιος παραπάνω λόγος για αντιφατικότητα της αιτιολογίας του Εφετείου ότι η εκμίσθωση των επιδίκων στον Γ. Ι. έγινε "προκειμένου αυτός να τα χρησιμοποιήσει ως βοσκοτόπους" σε σχέση με την άλλη αιτιολογία του ότι το ένα από τα εκμισθωθέντα επίδικα ακίνητα ήταν λιθόκτιστη οικοδομή και το άλλο είχε έκταση 280 τμ. Ειδικότερα, κατά τους αναιρεσείοντες, η αντίφαση συνίσταται στο ότι η λιθόκτιστη οικοδομή δεν είναι βοσκότοπος και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βοσκότοπος, όπως και το δεύτερο ακίνητο, λόγω της μικρής έκτασής του. Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, διότι η αντίφαση που προβάλλεται, αναφέρεται στις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες, όμως, είναι πλεοναστικές, καθόσον, για την παραδοχή της παραπάνω ένστασης κτητικής παραγραφής αρκούσε η παραδοχή για εκμίσθωση των επιδίκων, χωρίς, προκειμένου να θεωρηθεί αυτή πράξη νομής χρησικτησίας, να απαιτείται και αναφορά του είδους της χρήσης, για την οποία έγινε η μίσθωση.

11. Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008).

Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, για κυριότητα των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα με 15ετή χρησικτησία, απορρίπτοντας, στη συνέχεια την αγωγή των αναιρεσειόντων, χωρίς, όμως, να λάβει υπόψη του τις τρεις, από 20-7-2009, εκθέσεις φωτοερμηνείας του δασολόγου - περιβαλλοντολόγου - φωτοερμηνευτή Ε. Κ. και τις αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού ετών 1971, 1980 και 1990, που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι αναιρεσείοντες και από τις οποίες, κατά τον ερευνώμενο λόγο, προέκυπταν τα αντίθετα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα.

12. Αφού, επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, απορριπτέος, πρωτίστως, ως αβάσιμος είναι ο ίδιος παραπάνω λόγος, κατά το μέρος, που, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον οικείο πρόσθετο λόγο έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποία παραπονέθηκαν κατά της όμοιας, ως προς τα παραπάνω έγγραφα, κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

13. Επίσης, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε, ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναίρεσης αντιφάσκει προς το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ που προαναφέρθηκε, καθόσον προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται, ότι παραμόρφωσε και, συνεπώς, δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο τούτο, ταυτόχρονα και να μην έλαβε υπόψη του ένα έγγραφο, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ και να παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, καθόσον, αφού δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, είναι αδύνατον να παραμόρφωσε το περιεχόμενο του.

Συνεπώς, ο ίδιος παραπάνω λόγος, ως προς την αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, με την ανωτέρω κρίση του, το περιεχόμενο των προαναφερομένων (στη σκέψη της απόφασης αυτής με τον αριθ. 11) εγγράφων, πρέπει να απορριφθεί, αφενός μεν ως απαράδεκτος, λόγω αντίφασής του με τον από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, λόγο, αφού δεν είναι δυνατόν το ίδιο έγγραφο το Εφετείο και να μη το έλαβε υπόψη του και να παραμόρφωσε το περιεχόμενο του, αφετέρου δε ως αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά στα έγραφα αυτά το παραπάνω πόρισμά του, αλλά τα συνεκτίμησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, χωρίς να τα εξαίρει ιδιαίτερα. 14. Εξάλλου, ο ίδιος παραπάνω λόγος με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αιτιολογίες επειδή "η απόφαση του Εφετείου αιτιολογεί την κρίση περί του ότι τα επίδικα χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοποι παραπέμποντας στις σχετικές φωτογραφίες των επιδίκων", από τις οποίες, όμως, κατά τον ερευνώμενο λόγο, συνάγεται, ότι αυτά δεν χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοποι, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι πλήττει την εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

15. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι, όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 137/2012, 860/2011, 39/2010). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός ο προεκτεθείς, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το αποδεικτικό μέσο, ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, ποιά αποδεικτική δύναμη προσδόθηκε στο αποδεικτικό αυτό μέσο από το δικαστήριο της ουσίας, ποιό είναι το σχετικό σφάλμα της απόφασης (ΑΠ 778/2012, 633/2012) και ότι έγινε επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 225/2009). Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αόριστος.

Εν προκειμένω, με τον όγδοο, από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα για νομή των επιδίκων από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1975, παρά το γεγονός ότι αυτοί με τις ενώπιον του προτάσεις τους ανέφεραν (ομολόγησαν) ότι ο δικαιοπάροχος τους νεμήθηκε τα επίδικα από το έτος 1980, ενώ με τον ίδιο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη της επίμαχης ομολογίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι, όπως οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στο αναιρετήριο δεν επικαλέσθηκαν το παραπάνω αποδεικτικό μέσο στο Εφετείο.

16. Τέλος, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο έκανε δεκτή την παραπάνω ένσταση 1 δετούς κτητικής παραγραφής των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε, βάσει αυτής, την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στα τέσσερα επίδικα ακίνητα, αφού δέχτηκε, ως προς τη νομή των ακινήτων αυτών, ως στοιχείο της κτητικής τους παραγραφής, πλην άλλων, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων "...Ι. Μ. από το έτος 1975 μέχρι το έτος 1990...νέμεται με διάνοια κυρίου τα επίδικα ακίνητα, κατά το παραπάνω ποσοστό, αφού προέβη στην εκμίσθωση των επιδίκων...". Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο ένατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι "το Εφετείο με τις παραδοχές του ότι ο Ι. Μ. ασκούσε ταυτόχρονα αλληλοσυγκρουόμενες με άλλων προσώπων πράξεις νομής επί των επιδίκων ακινήτων διά της μισθώσεως αυτών, υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 8, 11, 12, 19 και 20 του άρθρου 5δ9 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας". Είναι δε αβάσιμος ο λόγος αυτός, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στις ανύπαρκτες παραδοχές του Εφετείου, ότι ο Ι. Μ. ασκούσε ταυτόχρονα αλληλοσυγκρουόμενες με άλλων προσώπων πράξεις νομής επί των επιδίκων.

Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-8-2018 αίτηση των: α) Γ. Κ. Κ. του Μ. και Μ., συζ. Σ. Ε., β) Γ. Γ. Κ. Κ. του Μ. και Μ., συζ. Α. - Ν. Α., γ) Μ. Κ. Κ. του Μ. και Μ. και ) Α. Κ. Κ. του Μ. και Μ., για αναίρεση της 157/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ