Supreme Court partially allows appeal against appeal court decision on construction permit dispute regarding unauthorized building violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a construction permit dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider expert reports proving the contractor committed unauthorized building violations. The court found the appeal admissible because the lower court had ruled on more claims than requested, violating procedural rules, and thus remanded the case for retrial while accepting the counter-appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335 and 338-341 of the Code of Civil Procedure; The court must consider all legally presented evidence, and an appeal is admissible if the lower court ruled on claims beyond those requested, violating procedural mandates.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 787 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 787/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τ. - Ζ. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φαρμάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα άρθρα 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του ως προς τη βασιμότητα ή μη των από τους διαδίκους προβαλλόμενων πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπ’ όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική όμως προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, εφ’ όσον μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ ΑΠ 42/2002).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει ως πλημμέλεια της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η τελευταία δεν έλαβε υπ’ όψη νομίμως επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα, και δη την από 11-11-2011 έκθεση αυτοψίας του διπλωματούχου αρχιτέκτονος μηχανικού Ε. Π. και την υπ’ αριθμ.
πρωτ. ...- 4-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης τής κατόπιν αιτήματος αυτής (αναιρεσείουσας) ορισθείσης από το Τ.Ε.Ε. πολιτικού μηχανικού Ε. Ν., από τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος εργολάβος και οι προσληφθέντες από αυτόν εργαζόμενοι προέβησαν στις αναλυτικώς αναφερόμενες αυθαιρεσίες και παραβάσεις των σχετικών διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας, καθ’ υπέρβαση της αδείας της υπό ανέγερση οικοδομής.
Ο λόγος αυτός, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση, είναι απαράδεκτος, εφ’ όσον τα ως άνω έγγραφα που επικαλείται η αναιρεσείουσα στηρίζουν τον ισχυρισμό περί υπάρξεως ελαττωμάτων και ελλείψεων του έργου (ανεγειρόμενης οικοδομής), ο οποίος, προβληθείς πρωτοδίκως, απερρίφθη ως αόριστος και δεν και δεν περιελήφθη ως λόγος στην ασκηθείσα υπ’ αυτής έφεση, εντεύθεν δεν είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εν όψει του ότι το Εφετείο έκρινε περί οφειλής εργολαβικής αμοιβής εκτελεσθέντος έργου.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 εδ. β’ του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπ’ όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα", κατά την έννοια της ρηθείσης διατάξεως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (ΟλΑΠ 3/2008).
Για την ίδρυση δηλαδή του αντιστοίχου λόγου πρέπει να αγνοήθηκαν λόγοι εφέσεως, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και όχι σε επιχειρήματα που στηρίζουν τον ίδιο ή άλλο λόγο εφέσεως( ΑΠ 1070/2017). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται:
α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ’ όψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή ( ΑΠ 1289/2017, 692/2017).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την εκδίκαση της εφέσεώς της δεν έλαβε υπόψη τους εξής, παραδεκτώς προβληθέντες ισχυρισμούς της, οι οποίοι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης :
α) ότι από την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...30-4-2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της πολιτικού μηχανικού Ε. Ν. προκύπτουν μεταξύ άλλων ότι δεν έχει μετακινηθεί η εν λόγω οικοδομή, ότι δεν έχει εφαρμοσθεί η στάθμη του δαπέδου του ισογείου όπως αυτή εμφαίνεται στο αντίγραφο του εγκεκριμένου σχεδίου τομών, ότι δεν είναι δυνατόν να βεβαιωθεί αν έχει εφαρμοσθεί η στατική μελέτη, η οποία αφορά στην κατασκευή της θεμελιώσεως, εγκεκριμένης ή μη, της πλάκας οροφής του υπογείου καθώς και των υποστυλωμάτων του ισογείου, β) ότι επραγματοποιήθησαν εκσκαφές κατ’ επέκταση και κατά βάθος μεγαλύτερες των εγκεκριμένων στην εκδοθείσα άδεια οικοδομής, γ) ότι όλες οι ανωτέρω κατασκευές έγιναν χωρίς να προηγηθούν οι απαιτούμενες ενέργειες για την αναθεώρηση της αδείας οικοδομής, με αποτέλεσμα να είναι αυθαίρετες, δ) ότι η κατεδάφιση της οικίας αρωγής και της αποθήκης επραγματοποιήθη εν αγνοία της αναιρεσείουσας και ε) ότι εάν το δικάσαν Δικαστήριο είχε λάβει υπ’ όψιν τα ανωτέρω πράγματα θα είχε διαπιστώσει ότι οι ως άνω εκτελεσθείσες από τον καθ’ ου εξόφθαλμες κακοτεχνίες, αυθαιρεσίες, υπερβάσεις της αδείας οικοδομής καθώς και οι παραβάσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας είχαν καταστήσει το πρώιμο στάδιο εργασιών της υπό ανέγερση οικοδομής έργο εντελώς διαφορετικό από το συμφωνηθέν.
Ο λόγος αυτός, ως προς τις υπό στοιχεία α, β, γ και δ αιτιάσεις, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές, αναγόμενες στην άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί περατώσεως και παραδόσεως των συμφωνηθεισών οικοδομικών εργασιών δεν θεμελιώνουν, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική πρόταση, τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αφορούν στην ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του αμέσως ως άνω ζητήματος, αναφέρονται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, ως προς την υπό στοιχείο ε’ αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο αυτοτελής ισχυρισμός περί εκτελέσεως έργου εντελώς διαφορετικού από το συμφωνηθέν, με το περιεχόμενο που ήδη προσδίδεται με αυτό (αναιρετήριο), προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε ενώπιον του εφετείου ή ότι το πρώτον προβλήθηκε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με επίκληση νόμιμων λόγων βραδείας προβολής του.
Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και από τις από 4-6-2014 έγγραφες προτάσεις τής τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, προκύπτει ότι αυτή δεν προέβαλε πρωτοδίκως τον ανωτέρω ισχυρισμό.
Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι όμως και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, κατά το μέρος αυτών που περιλαμβάνει τα από τους μάρτυρες ενόρκως βεβαιωθέντα (ΑΠ 794/2017, 860/2013, ΑΠ 25/2011). Επίσης, δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι τα δικόγραφα της αγωγής, ανταγωγής ή εφέσεως, οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, που περιέχουν μαρτυρικές καταθέσεις και η δικαστική απόφαση (ΑΠ 1456/2013, 25/2011).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δικάσαν Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο εις βάρος της αποδεικτικό πόρισμα, παραμόρφωσε το περιεχόμενο τής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεως του μάρτυρος Σ.
Μ. και αυτό της υπ’ αριθμ. .../26-5-2014 ενόρκου βεβαιώσεως της μάρτυρος Χ. Ν., αποδίδοντας στις καταθέσεις αυτές διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με τα όσα εκείνοι πράγματι ενόρκως κατέθεσαν. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, εφ’ όσον η περιεχομένη στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του ως άνω μάρτυρος, καθώς και η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση, αναφορικά με τα όσα βεβαιώνει σε αυτήν η εξετασθείσα ενόρκως μάρτυρας, δεν συνιστούν έγγραφα που επιδέχονται παραμόρφωση του περιεχομένου αυτών, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στην μείζονα πρόταση.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφ’ όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999,ΑΠ 133/2017).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, 59/2017,1420/2013).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο τής ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του λόγου αναιρέσεως του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθ’ όσον περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητημάτων κρίσιμων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης, όπως της επιδικάσεως τής δια της αγωγής επιζητουμένης εργολαβικής αμοιβής, λόγω των υπό του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου εκτελέσεως συμφωνηθεισών μετά της εναγομένης- αναιρεσείουσας εργασιών σε υπό ανέγερση οικοδομή, εντεύθεν στέρησε την απόφαση από την νόμιμη βάση της.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αντιπαρήλθε σιγή και άνευ αιτιολογίας: α) ότι ουδέποτε υπήρξε μεταξύ των διαδίκων έγγραφη συμφωνία αναθέσεως εργασιών στην οποία να αναφέρονται λεπτομερώς και με σαφήνεια το εκτελούμενο έργο, το συνολικό κόστος κατασκευής του, τα επιμέρους στάδια, οι αντιστοιχούσες ανά στάδιο εργασίες, το κόστος εργασιών κάθε σταδίου, το χρονοδιάγραμμα του έργου καθώς και αυτό των επιμέρους σταδίων και β) ότι στην ανυπόγραφη και άνευ ημερομηνίας "προσφορά" του ενάγοντος αλλά και στο αποσταλέν προς αυτόν από 29-9-2009 σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού ουδεμία μνεία ή αναφορά υπάρχει ότι μεταξύ των διαδίκων συνεφωνήθησαν τα ποσά κόστους ανά κυβικό μέτρο απλού ή οπλισμένου σκυροδέματος ή για τις λοιπές εργασίες ούτε συγκεκριμένο κατ’ αποκοπή κόστος για εκάστη εξ αυτών και γ) ότι οι ως άνω τιμές κόστους των 150 και 300 ευρώ ανά κυβικό μέτρο αντιστοίχως ήταν εφεύρημα του ενάγοντος, ο οποίος ουδέποτε απέδειξε, ούτε προέκυψε από κάποιο προσαγόμενο ή επικαλούμενο απ’ αυτόν αποδεικτικό έγγραφο ή στοιχείο.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, το Εφετείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτώς επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υποθέσεως τα ακόλουθα: "...Το Μάρτιο του 2009 η εναγόμενη - εκκαλούσα, η οποία από κοινού με τον αδελφό της Α.
Κ. είναι συγκυρία ενός οικοπέδου έκτασης δύο περίπου στρεμμάτων εντός του οικισμού ... του Δημοτικού Διαμερίσματος ..., εντός του οποίου υπήρχε παλαιά οικία, ανέθεσε στην πολιτικό μηχανικό Χ. Ν. την έκδοση αδείας για αλλαγή χρήσης της υφιστάμενης οικοδομής από κατοικία σε υπόγειο, την προσθήκη τμήματος υπογείου αποθήκης, ισογείου και πρώτου ορόφου κατοικίας.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας, εξεδόθη από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Κεφαλληνίας η με αριθμό ...-12-2009 άδεια οικοδομής, σύμφωνα με την υποβληθείσα αίτηση και τη συνοδεύουσα αυτή μελέτη και σχέδια, κατά την οποία επρόκειτο να κατασκευαστούν α) υπόγειο, εμβαδού 206,18 τ.μ., στο οποίο θα ενσωματωνόταν η υπάρχουσα κατοικία αρωγής (εμβαδού 43,27 τ.μ.) και θα προστίθετο νέο τμήμα υπογείου, εμβαδού 162,91 τ.μ., β) ισόγειος όροφος, εμβαδού 152,03 τ.μ.
και ημιυπαίθριοι χώροι, εμβαδού 71,22 τ.μ. και γ) πρώτος όροφος, εμβαδού 132,47 τ.μ και ημιυπαίθριοι χώροι, εμβαδού 37,72 τ.μ. Την ανέγερση της άνω οικοδομής, ανέλαβε ο ενάγων - εφεσίβλητος, εργολάβος οικοδομών, κατόπιν προφορικής συμφωνίας που κατήρτισε με την εναγομένη το Σεπτέμβριο του 2009. Ωστόσο οι εργασίες, υπό την επίβλεψη της ανωτέρω πολιτικού Γ μηχανικού, ξεκίνησαν ένα έτος περίπου αργότερα και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2010, βάσει της εκδοθείσας αδείας.
Στην πορεία του έργου, κρίθηκαν αναγκαίες αλλαγές στα σχέδια και νέες στατικές μελέτες, τις οποίες εκπόνησε η ίδια πολιτικός μηχανικός. Συγκεκριμένα, παρόλο που το υπό κατασκευή κτήριο, κατά την αρχική μελέτη, είχε τοποθετηθεί σε απόσταση 2,50 μ. από τα όρια του οικοπέδου - όπως αυτά είχαν υποδειχθεί από την ενάγουσα - έτσι ώστε εντός αυτού να περικλείεται και το ήδη υφιστάμενο παλαιό κτίσμα αρωγής, στην πορεία, λόγω αντιδικίας που ανέκυψε με τον όμορο εκ δυσμών ιδιοκτήτη Γ.
Κ., ως προς την ακριβή θέση του δυτικού ορίου του οικοπέδου της, αποφασίστηκε η μετατόπιση της νέας οικοδομής σε απόσταση 5,50 μ. από το υποδειχθέν δυτικό όριο. Αυτή η μετατόπιση στη χωροθέτηση είχε σαν αποτέλεσμα να διέρχονται πλέον δύο δοκοί του υπό κατασκευή νέου φέροντος οργανισμού μέσα από την κατοικία αρωγής.
Όταν στη συνέχεια ξεκίνησαν οι εργασίες εκσκαφών περιμετρικά της κατοικίας αρωγής, διαπιστώθηκε διάβρωση λόγω παλαιότητας του υφιστάμενου υποτυπώδους οπλισμού θεμελίωσης και σε κάποια σημεία αποσάρθρωση του σκυροδέματος της οικίας αρωγής, η διάβρωση δε αυτή παρατηρήθηκε και όταν ξεκίνησε η μερική εκσκαφή της θεμελίωσης της οικίας αρωγής, για να διέλθουν από αυτήν τα ανωτέρω δομικά στοιχεία του νέου φέροντος οργανισμού.
Επίσης διαπιστώθηκαν ρωγμές, κυρίως λόγω ελλιπούς συντήρησης στους περιμετρικούς τοίχους της οικίας αρωγής, κατασκευασμένους από τσιμεντόπλινθους και σαθρότητα εδάφους που διαγνώστηκε κατά την εκσκαφή λόγω της απουσίας σταθερού εδάφους και της ύπαρξης μπαζών από την εποχή των σεισμών του 1953. Λόγω των εξελίξεων και των ευρημάτων αυτών κατά την πρόοδο των εργασιών στο ακίνητο της ενάγουσας, κρίθηκε επιβεβλημένη η κατεδάφιση της κατοικίας αρωγής για λόγους ασφαλείας του κτηρίου και πρόληψης ατυχημάτων κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου.
Όλες οι παραπάνω ενέργειες πραγματοποιήθηκαν με τη συναίνεση της ενάγουσας, όπως αυτό προκύπτει από την από 6-11-2011 υπογραφή της στο από Νοεμβρίου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα της ανωτέρω πολιτικού μηχανικού, στο οποίο, κατά - τροποποίηση του από Φεβρουάριου 2009 τοπογραφικού διαγράμματος της, αποτυπώνεται αφενός η κατεδάφιση του κτίσματος αρωγής, η οποία είχε συντελεστεί τον Οκτώβριο του 20010 και αφετέρου η τοποθέτηση του υπό ανέγερση κτίσματος σε απόσταση 5,50 μ.
από το όμορο ακίνητο κυριότητα Γ. Κ.. Επίσης, μια ακόμη τροποποίηση που επήλθε στα αρχικά σχέδια αφορούσε στην υψομετρική διαφορά του δαπέδου του ισογείου ορόφου σε σχέση με τη διαμορφωμένη ασφαλτοστρωμένη δημοτική οδό, εξαιτίας της επιθυμίας της ενάγουσας η είσοδος στην κατασκευαζόμενη διώροφη οικοδομή να υπερυψωθεί ώστε να δημιουργηθεί είσοδος με κλίμακα.Η δημιουργία κλίμακας εισόδου στο κτήριο, σε συνδυασμό με την κατεδάφιση της οικίας αρωγής, είχε σαν αποτέλεσμα την αλλαγή των στατικών σχεδίων του φέροντος οργανισμού του νέου κτηρίου και την εκ νέου στατική μελέτη τούτου.
Με βάση τα νέα αυτά σχέδια θα δημιουργείτο ανισόπεδη θεμελίωση, καθώς το σταθερό έδαφος σε τμήμα της κάτοψης ευρισκόταν χαμηλότερα από το σταθερό έδαφος επί του οποίου ήταν κατασκευασμένη η θεμελίωση της { οικίας αρωγής. Η υπερύψωση του δαπέδου κατά 1,5 μ. είχε ως περαιτέρω συνέπεια την αύξηση και του ύψους των τοιχίων που προβλέπονταν στο εγκεκριμένο σχέδιο τομών του κτηρίου, λόγω της ανάγκης μεγαλύτερης εκσκαφής, ώστε τα τοιχία να εδραστούν σε σταθερό έδαφος.
Εξαιτίας των αλλαγών αυτών ήταν φυσικό να δημιουργηθεί ένας δεύτερος υπόγειος χώρος, ο οποίος προοριζόταν να επιχωθεί, πλην όμως, μετά από επιθυμία της εναγομένης, αφέθηκε προσωρινά ανοικτός για την τοποθέτηση προσωπικών της αντικειμένων. Για όλες τις προαναφερθείσες σταδιακά πραγματοποιούμενες αλλαγές στον στατικό φορέα του νέου κτηρίου, δεν κατατέθηκε αίτηση για αναθεώρηση της εκδοθείσας οικοδομικής άδειας, με την προοπτική τούτο να γίνει μέχρι την αίτηση για την ηλεκτροδότηση του κτηρίου.
Οι εργασίες ανέγερσης της νέας οικοδομής, που, όπως αναφέρθηκε άρχισαν τον Οκτώβριο του 2010, συνεχίστηκαν, με βάση τις προβλέψεις της οικοδομικής άδειας και των αλλαγών που στην πορεία συμφωνήθηκαν. Έτσι, μέχρι τον Ιούλιο του 2011 είχαν εκτελεστεί η ανισόπεδη θεμελίωση, ο φέρων οργανισμός, τα τοιχία των υπογείων, το δάπεδο του ισογείου, τα υποστυλώματα του πρώτου ορόφου και είχε σιδερωθεί η πλάκα του πρώτου ορόφου.
Στο σημείο αυτό οι εργασίες διακόπηκαν από τον ενάγοντα, επειδή η εναγομένη δεν συναινούσε στην περαιτέρω χρηματοδότηση των κατασκευαστικών εργασιών, θεωρώντας ότι τα χρήματα που μέχρι τότε είχε καταβάλει υπερέβαιναν κατά πολύ το στάδιο στο οποίο είχε φθάσει η οικοδομή, επιπλέον δε ότι τα κατασκευασθέντα μέρη έφεραν σοβαρές κακοτεχνίες.
Μετά ταύτα, οι διάδικοι ερίζουν ως προς το περιεχόμενο της εργολαβικής τους συμφωνίας, ισχυριζόμενοι, ο μεν ενάγων ότι ανέλαβε την κατασκευή μόνο του φέροντος οργανισμού (θεμέλια και σκελετός) της οικοδομής, έναντι εργολαβικής αμοιβής που καθορίστηκε σε 150 ευρώ ανά κυβικό μέτρο άοπλου σκυροδέματος, σε 300 ευρώ ανά κυβικό μέτρο οπλισμένου σκυροδέματος και κατ’ αποκοπήν για τις υπόλοιπες εργασίες, χωρίς υπολογισμό του αναλογούντος Φ.Π.Α., ο οποίος βαρύνει εξ ολοκλήρου την εναγομένη, η δε εναγομένη ότι η συμφωνηθείσα κατασκευή αφορούσε την πλήρη αποπεράτωση της ανωτέρω διώροφης οικοδομής "με το κλειδί στο χέρι", έναντι συνολικής αμοιβής 220.000 ευρώ, στην οποία συμπεριλαμβάνονται τόσο οι ασφαλιστικές εισφορές, όσο και ο αντίστοιχος Φ.Π.Α.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι το Σεπτέμβριο του 2009 οι διάδικοι βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις σχετικά με τους όρους της συμφωνίας για την ανάληψη της εργολαβίας από τον ενάγοντα. Αρχικά ο ενάγων υπέβαλε στην εναγομένη έγγραφη προσφορά για την ανέγερση της προβλεπομένης στην οικοδομική άδεια οικοδομής, η οποία προέβλεπε την πλήρη αποπεράτωση της οικοδομής ("με το κλειδί στο χέρι") έναντι αμοιβής 1.350 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, πλέον του κόστους εκσκαφής εκ 3.500 ευρώ και μπαζωμάτων εκσκαφής εκ 3.000 ευρώ.
Η τιμή αυτή κρίθηκε απαγορευτική από την εναγομένη, δοθέντος ότι η καλυπτόμενη επιφάνεια ολόκληρης της οικοδομής, κατά τα σχέδια, θα ανερχόταν σε 650 περίπου τ.μ. και έτσι η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων επανήλθε με νεότερη έγγραφη προσφορά, η οποία αφορούσε μόνο τις εργασίες σκυροδέτησης και ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 220.000 ευρώ.
Όμως και αυτή η πρόταση δεν έτυχε της αποδοχής της εναγομένης, καθώς η τελευταία ουδέποτε απάντησε θετικά σ’ αυτή. Τελικά η συμφωνία καταρτίστηκε προφορικά και ο ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση μόνο των εργασιών σκυροδέτησης, έναντι αμοιβής 300 ευρώ ανά κυβικό μέτρο οπλισμένου σκυροδέματος, 150 ευρώ ανά κυβικό μέτρο άοπλου σκυροδέματος και για τις υπόλοιπες εργασίες συμφωνήθηκε η κατ’ αποκοπή αμοιβή του ενάγοντος.
Το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής επιβεβαιώνεται από τον εξετασθέντα ενόρκως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρα του ενάγοντος Σ. Μ., ο οποίος ήταν παρών στη συμφωνία. Την παρουσία του άνω μάρτυρα κατά την άνω συμφωνία και την αλήθεια των λεγομένων του, μέχρι σήμερα, δεν έχει αμφισβητήσει η εναγομένη, γεγονός που προσδίδει σ’ αυτόν ιδιαίτερη αξιοπιστία.
Επίσης, και η πολιτικός μηχανικός Χ. Ν. στην υπ’ αριθμ. .../26.5.2014 ένορκη ενώπιον της συμβολαιογράφου Σάμης Δ. Ζ. κατάθεσή της, ομιλεί μόνο για εκτέλεση εργασιών σκυροδέτησης από τον ενάγοντα εργολάβο και για συμφωνία αμοιβής με βάση τα χρησιμοποιηθέντα κυβικά μέτρα και ξεχωριστά τις επιπλέον εργασίες. Εξάλλου, η εναγομένη, όταν στις 19/1/2012 έλαβε την από 16/1/2012 εξώδικη όχληση του ενάγοντος για την άμεση καταβολή της υπολειπόμενης μέχρι το στάδιο εκείνο του εκτελεσθέντος έργου αμοιβής του, με βάση τις επιμετρηθείσες ποσότητες σκυροδέματος, δεν επικαλέστηκε αντίθετη συμφωνία καθορισμού της εργολαβικής αμοιβής, παρά στην από 28/2/2012 απαντητική της εξώδικη δήλωση, ανέφερε μόνο για παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, περί κακοτεχνιών και υπερβάσεων.
Τέλος, ενισχυτικό στοιχείο της καταρτίσεως της συμφωνίας με το παραπάνω περιεχόμενο αποτελεί το γεγονός ότι ο αναφερόμενος τρόπος υπολογισμού της αμοιβής για την εκτέλεση εργασιών σκυροδετήσεως είναι συνήθης στην κατασκευαστική αγορά, ο δε ενάγων, όπως προκύπτει από την με αριθμό 55/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, σε ανάλογες περιπτώσεις ανάληψης εργολαβίας, προέκρινε τον παραπάνω τρόπο αμοιβής, με τιμές παραπλήσιες με την επίδικη.
Περαιτέρω, όπως δεν αμφισβητείται, ο ενάγων, μέχρι τη διακοπή του έργου, είχε εκτελέσει τις ακόλουθες εργασίες: 1) κατασκευή 380 κυβικών μέτρων οπλισμένου σκυροδέματος, 2) κατασκευή 41 κυβικών μέτρων άοπλου σκυροδέματος, 3) εκσκαφή του βόθρου, τοποθέτηση τσιμεντοσωλήνων και μπάζωμα αυτού, 4) εκσκαφή τοιχίων εγκιβωτισμού καθαρών μπαζών και μπάζωμα, 5) μόνωση ξυλότυπου από φελιζόλ μπλε και επιχρίσματα τοιχίων από λάσπη (χοντρό μέσα, περιέχει και ειδικό μονωτικό για τις υγρασίες), 6) εκσκαφή θεμελίωσης και απομάκρυνσης μπάζων από το οικόπεδο, 7) μπάζωμα θεμελίωσης, 8) γκρέμισμα της παλιάς οικίας αρωγής και πέταγμα των μπάζων, 9) γκρέμισμα της παλιάς πέτρινης αποθήκης και πέταγμα των μπάζων, 10) μεταφορά της παλιάς παροχής νερού, 11) μεταφορά του παλαιού ρολογιού της ΔΕΗ, 12) διαπλάτυνση της εκσκαφής, 13) κατάθεση ΙΚΑ ΑΠΔ, και 14) καλούπωμα και σιδέρωμα της πλάκας του ισογείου της οικοδομής και αγορά 50 κ.μ.
οπλισμένου σκυροδέματος, έτοιμου προς χρήση. Επομένως, με βάση την ανωτέρω γενική συμφωνία και τις επιμέρους ειδικές συμφωνίες για τις κατ’ αποκοπήν αμειβόμενες εργασίες, η αμοιβή του ενάγοντος ανέρχεται: για την πρώτη εργασία, στο ποσό των 114.000 ευρώ (380 κ.μ. X 300 ευρώ), για τη δεύτερη εργασία, στο ποσό των 6.150 ευρώ (41 κ.μ.
X 150 ευρώ), για την τρίτη εργασία, στο ποσό των 3.000 ευρώ, για την τέταρτη εργασία, στο ποσό των 6.000 ευρώ, για την πέμπτη εργασία, στο ποσό των 10.480 ευρώ, για την έκτη εργασία, στο ποσό των 21.230 ευρώ, για την έβδομη εργασία, στο ποσό των 4.300 ευρώ, για την όγδοη εργασία, στο ποσό των 2.500 ευρώ, για την ένατη εργασία στο ποσό των 2.500 ευρώ, για τη δέκατη εργασία, στο ποσό των 500 ευρώ, για την ενδέκατη εργασία στο ποσό των 350 ευρώ, για τη δωδέκατη εργασία, στο ποσό των 2.500 ευρώ, για τη δέκατη τρίτη εργασία στο ποσό των 300 ευρώ και για τη δέκατη τέταρτη εργασία στο ποσό των 15.000 ευρώ (50 κ.μ.
X 300 ευρώ) και συνολικά στο ποσό των 188.810 ευρώ.....". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για την επιδίκαση στον ενάγοντα της αξιουμένης εργολαβικής αμοιβής. Τούτο δε διότι ανελέγκτως εδέχθη την μεταξύ των διαδίκων κατάρτιση συμφωνίας περί εκτελέσεως εργασιών οπλισμένου σκυροδέματος (σκυροδέτηση οικοδομής) έναντι συμφωνηθείσης αμοιβής, ως και την σύναψη επί μέρους ειδικών συμφωνιών για τις κατ’ αποκοπήν αμειβόμενες εργασίες .
Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αφορούν στην επιχειρηματολογία της ιδίας και του Δικαστηρίου καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεν ελέγχονται αναιρετικώς, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, ο ανωτέρω τέταρτος λόγος τυγχάνει αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" (ΦΕΚ Α 248), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο το Ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α 125) που εισήγαγε τον ανωτέρω φόρο στη χώρα, με τις εν τω μεταξύ επελθούσες αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του, οι οποίες ως ειδικές, υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση συμβάσεως έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση προς το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α., ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του, εφ’ όσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ’ αυτά Φ.Π.Α.
στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει απ’ αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικώς, εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκτός αν ο εργοδότης επικαλεσθεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του (ΑΠ 1598/2011).
Σε περίπτωση όμως που κατά το χρόνο εκδικάσεως τής διαφοράς δεν έχει εκδοθεί το σχετικό τιμολόγιο ή η απόδειξη παροχής υπηρεσιών από τον εργολάβο, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο φόρος γίνεται απαιτητός κατά το χρόνο είσπραξης της αμοιβής του εργολάβου ύστερα από επιταγή δημοσίας αρχής (όπως δικαστικής απόφασης), ο εργολάβος οφείλει να εκδώσει κατά τον χρόνο εισπράξεως της αμοιβής (ήτοι στο μέλλον) τιμολόγιο ή απόδειξη ή άλλο στοιχείο που προβλέπεται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο οποίο θα αναγράψει τη φορολογική αξία (την ως άνω επιδικασθείσα αμοιβή) και το ποσό του φόρου χωριστά (ΑΠ 80/1999).
Η εν λόγω απαίτηση του εργολάβου έναντι του εργοδότη για την οφειλή του φόρου προστιθέμενης αξίας δύναται να καταστεί αντικείμενο δίκης, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε του ΚΠολΔ. Επομένως για την κατά τα ανωτέρω αναγνώριση της ως άνω οφειλής δεν αρκεί η στο μέλλον εξόφληση της σχετικής οφειλής από τον υπόχρεο εργοδότη, αλλά απαιτείται επί πλέον και η έκδοση από τον εργολάβο, κατά το χρόνο εισπράξεως της αμοιβής, του κατά τη φορολογική νομοθεσία απαραίτητου φορολογικού στοιχείου (ΑΠ1113/2017, 190/2002).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Επί του ανωτέρω ζητήματος η προσβαλλομένη διέλαβε τα ακόλουθα: "...Στην προκειμένη περίπτωση, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι κατά την κατάρτιση της επίδικης εργολαβικής σύμβασης οι διάδικοι προήλθαν σε ειδική συμφωνία ότι ο αναλογών Φ.Π.Α.
θα επιβαρύνει τον ενάγοντα εργολάβο, οπότε, κατά τα προηγηθέντα, υπόχρεη για την καταβολή του είναι η εναγομένη εργοδότρια, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο ενάγων εργολάβος θα εκδώσει τα αντίστοιχα φορολογικά παραστατικά. Πράγματι, αποδεικνύεται ότι για τα παραπάνω εισπρακτέα ποσά, ο ενάγων εξέδωσε τις υπ’ αριθμ. .../1.10.13, ....10.13 και ....10.13 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, αξίας 54.550, 111.684, 18.204 και 1.414,5 ευρώ αντίστοιχα...
Κατόπιν των ανωτέρω, θα πρέπει να απορριφθεί η από 9-2-2015 έφεση, να γίνει δεκτή η από 15-9-2016 αντέφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και να δικασθεί κατ’ ουσίαν η από 2-4-2012 αγωγή και να γίνει εν μέρει δεκτή αυτή για το συνολικό ποσό των 63.371,30 ευρώ, το μεν ποσό των 43.426,30 ευρώ, που είχε επιδικαστεί και πρωτοδίκως, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, το δε υπόλοιπο ποσό των 19.945 ευρώ, που αποτελεί μη καταβληθέν Φ.Π.Α., νομιμοτόκως από την επομένη της εκδόσεως των αντίστοιχων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών και μέχρις εξοφλήσεως...".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης το Μονομελές Εφετείο Πατρών ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί υποχρεώσεως καταβολής Φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ) επιδικάσαν το σχετικό χρηματικό κονδύλιο εις βάρος της εναγομένης, εντεύθεν ο σχετικός πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα αυτού, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο - το οποίο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, εδέχθη εν μέρει την αγωγή -υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα (από το συνολικώς επιδικασθέν ποσόν των 63.371,30 ευρώ) το υπόλοιπο ποσό των 19.945 ευρώ, (που αποτελεί μη καταβληθέν Φ.Π.Α.), νομιμοτόκως από την επομένη της εκδόσεως των αντίστοιχων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών και μέχρις εξοφλήσεως, παρά το γεγονός ότι με την ένδικο αγωγή, ως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, ο ενάγων το συνολικώς αιτηθέν υπ’ αυτού ποσόν εζήτησε να του καταβληθεί νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο επεδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. β’ ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο τμήμα αυτού.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, καθ’ ο μέρος έκρινε επί της αντεφέσεως - ταύτης παραμενούσης εν ισχύι ως προς τις διατάξεις της περί απορρίψεως της από 9-2-2015 εφέσεως - να κρατηθεί δε η υπόθεση και να εκδικασθεί από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ., αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, εν όψει δε της δεσμευτικής για το Εφετείο ενεργείας της παρούσης αποφάσεως, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως, αλλά υπολείπεται μόνον η κατά το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως βάσει της εκτάσεως της αναιρέσεως (Α.Π. 252/2017 ΑΠ 353/2015 ΑΠ 1162/2013, σχετ.
Ολ. Α.Π. 42/2005). Επομένως, δεκτής καθισταμένης κατ’ ουσίαν της από 15-9-2016 αντεφέσεως, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, να κρατηθεί και να δικασθεί κατ’ ουσίαν η από 2-4-2012 αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) ποσό 63.371,30 νομιμοτόκως, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και να καταδικασθεί η αντεφεσίβλητη - εναγομένη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του αντεκκαλούντος- ενάγοντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας εκ ποσού 200 ευρώ.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του υπ’ αυτής κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα για την προκειμένη δίκη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176,178 παρ. 1,2. 183, 191 παρ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 120/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό.
ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν την αντέφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 3/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει κατ’ ουσίαν την από 2-4-2012 αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει αυτήν.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των εξήντα τριών χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και τριάντα λεπτών (63.371,30) νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη - αντεφεσίβλητη στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος-αντεκκαλούντος αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας εκ ποσού διακοσίων (200) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας για την παρούσα δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ