Supreme Court annuls lower court's statute application error regarding two-year limitation period for public servants' leave pay claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Polymerous District Court of Rodope's decision regarding the limitation period for public servants' leave pay claims. The lower court incorrectly applied the two-year limitation rule, whereas the plaintiffs argued the correct three-year period applied to their 2006 claims. The Court found this statutory interpretation error fundamental and ordered the case to be retried on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90(1) and 90(3) of Law 2362/1995; The Supreme Court must annul a lower court's decision if it erroneously applies the two-year limitation period instead of the three-year period for claims by public servants regarding leave pay, thereby reviving the limitation period upon retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 581 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 581/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Κωνσταντίνο Παπασταματίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Κομοτηνής, που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Γ. του Μ., 2) Ν. Γ. του Γ., 3) Χ. Γ. του Ν., 4) Ε. Δ. του Α., 5) Μ. Θ. του Δ., 6) Σ. Κ. του Δ., 7) Κ. Κ. του Χ., 8) Ε. Κ. του Π., 9) Ν. Κ. του Ν., 10) Ι. Κ. του Γ., 11) Χ. Κ. του Σ., 12) Ο. Μ. του Γ., 13) Χ. Μ. του Ε., 14) Α. Μ. του Κ., 15) Σ. Ν. του Ν., 16) Χ. Π. του Σ., 17) Α. Π. του Κ., 18) Γ. Π. του Β., 19) Θ. Ρ. του Χ., 20) Α. Σ. του Α., 21) Δ. Τ. του Ι., 22) Δ. Τ. του Κ., 23) Ξ. Τ. του Ν., 24) Χ. Τ. του Α., 25) Γ. Χ. του Χ., 26) Ι. Σ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Συγγενιώτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Παπασταματίου ανέγνωσε την από 3/1/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό το άρθρο 568 παρ.4 Κ.Πολ.Δ, κατά το οποίο ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος επιδίδει κλήση στους άλλους διαδίκους και από το άρθρο 576 παρ.1 και 2 του ιδίου Κώδικα, κατά το οποίο επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται, αν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα αυτή, συνάγεται ότι, αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος οφείλει να κλητεύσει τον αναιρεσείοντα και σε καταφατική περίπτωση ο Άρειος Πάγος, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι επισπεύδουν τη συζήτηση της κρινομένης αναίρεσης, και από την προσκομιζόμενη με επίκληση 220213/7.10.2013 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ροδόπης ..., προκύπτει ότι στον αναιρεσείοντα Δήμο Κομοτηνής επιδόθηκε ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την αρχή της παρούσας αναφερομένη δικάσιμο. Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσείων Δήμος δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.1 ΚΠολΔ. Η συζήτηση επομένως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του αναιρεσείοντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 ν. 2362/1995 " Περί Δημοσίου Πολιτιστικού και Ελέγχου δαπανών του Κράτους" που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968, 304 ... 40/1995 και 276 παρ.1 ν. 3463/2006, η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλου του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από τη γένεσή της, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.α του ιδίου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της .
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ’ αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού που αφορούν σε αποδοχές, ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθ. 91 εδ.α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λ.π. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο, σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρ. 9 εδ.α και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006).
Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του αρθρ. 90 παρ.3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ’ άρθρ. 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρ. 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου και των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (Ολ.ΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται α) στην κατά το άρθρ. 4 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το αρθρ. 22 παρ.1 εδ.
β αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας (ΑΕΔ 1/2012) και β) στις διατάξεις του άρθρ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρ.17 του Συντ.
προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή το δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από τη διάταξη του άρθρ. 1 παρ.2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους και θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, ευμενές και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, κα η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου και των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 2/2011 επί ομοίας διατάξεως του άρθρ. 48 παρ.3 ν.δ. 496/74, ΑΠ 1047/2012, ΑΠ 123/2011).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η απόφαση για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τόσο με ψευδή ερμηνεία, όσο και για εσφαλμένη εφαρμογή. Ο έλεγχος γίνεται με βάση, τις παραδοχές της αποφάσεως (ΑΠ 20/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, ως Εφετείο, δέχθηκε μεταξύ των άλλων τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 395/11011/31.3.2006 απόφασης του Δημάρχου του Δήμου Κομοτηνής και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 Π.Δ. 164/2004 οι ενάγοντες κατατάχθηκαν από τον εναγόμενο από 31.3.2006 σε οργανικές θέσεις εκπαιδευτικής βαθμίδας ΔΕ, ειδικότητας σχολικών φυλάκων, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για το έτος 2006 οι ενάγοντες δεν έλαβαν τη δικαιούμενη άδεια αναψυχής 18 ημερών ...
Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται για τις ανωτέρω αιτίες (αποδοχές αδείας και προσαύξηση αυτών, συνολικά ο πρώτος ποσά 1039,92 ευρώ ... Επί πλέον αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες έλαβαν για το έτος 2006 επίδομα αδείας ποσού 91,85 ευρώ έκαστος, με συνέπεια να δικαστούν ... για διαφορά επιδόματος 2006 επί πλέον ο πρώτος ποσό 165 ευρώ κ.λ.π.
Σημειώνεται ότι εν προκειμένω δεν ανακύπτει ζήτημα παραγραφής των ανωτέρω ένδικων αξιώσεων των εναγόντων, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος (παραγραφή, η οποία σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 94 εδ. δ Ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με το άρθρο 276 παρ.2 ν.3463/2006), διότι κατά τη γνώμη που το Δικαστήριο τούτο θεωρεί ορθότερη, για το χρόνο παραγραφής στην υπό κρίση υπόθεση εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 90 παρ.1 ν. 2362/95 που προβλέπει πενταετή παραγραφή και όχι η διάταξη του αρθρ.90 παρ.3 ν. 2362/95, ως αντικείμενη στο άρθρ. 4 παρ.1 Σ και 1ου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην οικεία θέση της προηγηθείσης μείζονος σκέψης (ΣτΕ1513/2009 ο.π, η από 25.6.2009 απόφαση ΕΔΔΑ).
Με βάση τα ανωτέρω στην υπόθεση που κρίνεται δεν παρήλθε πενταετία από τη γέννηση των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων (έτος 2006) μέχρι την κοινοποίηση στο εναγόμενο (την 26.3.2009) της κρινόμενης αγωγής, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι οι ενάγοντες την 26.2.2007 υπέβαλαν προς το εναγόμενο αίτηση να τους χορηγηθεί η άδεια και το επίδομα αδείας του έτους 2006, άλλως να τους καταβληθεί η αναλογούσα αποζημίωση, την οποία (αίτηση) ο εναγόμενο απέρριψε την 28.2.2007.
Επομένως, η εκκαλουμένη που έκρινε ότι οι παραπάνω αξιώσεις των εναγόντων υπέπεσαν στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ.3 ν. 2362/1995, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες. Επομένως, αφού γίνει δεκτή η έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατουμένης της υπόθεσης και δικαζόμενης από το παρόν Δικαστήριο της υπ’ αριθμ.
κατ. 129/2009 αγωγής (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει (αναφορικά με τις αποδοχές αδείας 2006, την προσαύξηση αυτών και τη διαφορά επιδόματος αδείας 2006) κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας". Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του υποχρέωσε τον εναγόμενο δήμο να καταβάλλει στον καθένα των εναγόντων τα αναφερόμενα σ’ αυτήν χρηματικά ποσά για αποδοχές τους από τις ως άνω αιτίες για το έτος 2006 νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.1 του ν. 2362/1995 και όχι την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον αιτιάται ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.1 του ν. 2362/1995 και όχι αυτής της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 82/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν.4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Εν προκειμένω μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως ως προς το εκκληθέν κεφάλαιο της επιδίκασης σους ενάγοντες, και σχολικών φυλάκων απασχολουμένων στον εναγόμενο δήμο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των αποδοχών τους από άδεια αναψυχής μετά προσαυξήσεων και διαφορές επιδόματος αδείας για το έτος 2006, οι οποίες λόγω άσκησης της αγωγής την 26.3.2009 είχαν, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ.3 ν.δ. 2362/95, παραγραφεί. Επομένως, εφόσον η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και δικάζοντας την έφεση κατά το αναιρεθέν μέρος της να απορριφθεί η αγωγή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 82/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης κατά το αναφερόμενο ειδικότερα στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζοντας εκ νέου επί της εφέσεως.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ