Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, upholding lower court's factual findings under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, rejecting the appellants' claim that the lower court improperly ignored specific witness testimonies and expert reports. The court found that the appellate court had duly considered all submitted evidence, including sworn statements and the General Directorate's report, as explicitly stated in the contested judgment. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedΚΠολΔ 561 § 1; The Supreme Court holds that an appellate court's evaluation of evidence is not subject to review if it is based on the record, and appellants cannot claim error merely because they disagree with the weight given to specific documents or testimonies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 739 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 739/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Α. Α. του Ι., κατοίκου ..., 2)Ε. Α. του Ε., κατοίκου ... 3)Κ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 4)Η. Α. του Λ., κατοίκου ..., 5)Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., 6)Κ. Α. του Β., κατοίκου ..., 7)Ε. Α. του Π., κατοίκου ..., 8)Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 9)Μ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 10)Μ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 11)Β. Α. του Δ., κατοίκου ..., 12)Β. Α. του Ε., κατοίκου ..., 13)Α.
Α. του Δ., κατοίκου ..., 14)Η. Α. του Κ., κατοίκου ..., 15)Ζ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 16)Ν. Β. του Α., κατοίκου ... 17)Δ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 18)Δ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 19)Β. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 20)Μ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 21) Χ. Β. του Β., κατοίκου ..., 22)Α. Β. του Γ., κατοίκου ... 23)Α. Β. του Ν., κατοίκου ..., 24)Φ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 25)Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., 26)Α.
Β. του Κ., κατοίκου ..., 27)Ο. Β. του Δ., κατοίκου ... 28)Π. Β. του Α., κατοίκου ..., 29)Σ. Β.-Π. του Λ., κατοίκου ..., 30)Ε. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 31)Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 32)Χ. Γ. του Τ., κατοίκου ..., 33)Ε. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 34)Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 35)Ε. Γ. του Γ., κατοίκου ..., 36)Ι. Γ. του Π., κατοίκου ..., 37)Α. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 38)Ι. Γ. του Α., κατοίκου ..., 39)Μ.
Γ. του Δ., κατοίκου ..., 40)Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 41)Ε. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 42)Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 43)Φ. Γ. - Ψ. του Γ., κατοίκου ..., 44)Γ. Γ. του Σ., κατοίκου ..., 45) Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ..., 46)Β. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 47)Η. Δ. του Α., κατοίκου ..., 48)Ε. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 49)Ε. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 50)Μ. Δ. του Α., κατοίκου ..., 51)Ν. Δ. του Π., κατοίκου ..., 52)Μ.
Δ. του Σ., κατοίκου ... 53)Ε. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 54)Σ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 55)Α. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 56)Β. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 57)Δ. Ζ. του Β., κατοίκου ..., 58)Λ. Ζ. του Σ., κατοίκου ..., 59)Β. Ζ. του Π., κατοίκου ..., 60)Κ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 61)Θ. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., 62)Χ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 63)Σ. Η. του Χ., κατοίκου ..., 64)Χ. Η. του Ν., κατοίκου ..., 65)Α.
Θ. του Α., κατοίκου ..., 66)Ζ. Θ. του Α., κατοίκου ..., 67)Α. Θ. του Σ., κατοίκου ..., 68)Μ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 69)Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 70)Π. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 71)Θ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 72)Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., 73)Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 74)Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 75)Κ. Ν. του Φ., κατοίκου ..., 76)Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 77)Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 78)Ε.
Κ. του Γ., κατοίκου ... 79)Α. Κ. του Ε., κατοίκου ... 80)Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 81)Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 82)Κ. Κ. του Η., κατοίκου ..., 83)Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 84)Π. Κ. του Η., κατοίκου ..., 85)Η. Κ. του Ε., κατοίκου ... 86)Ε. Κ. του Β., κατοίκου ..., 87)Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ... 88)Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 89)Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 90)Κ. Κ. του Β., κατοίκου ... 91)Ε.
Κ. του Π., κατοίκου ..., 92)Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., 93)Α. Κ. του Ε., κατοίκου ... 94)Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 95)Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 96)Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 97)Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 98)Ν. Λ., κατοίκου ..., 99)Γ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 100)Γ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., 101)Π. Λ. του Ζ., κατοίκου ... 102)Γ. Λ. του Θ., κατοίκου ..., 103) Μ. Λ.του Κ., κατοίκου ... 104)Ι.
Λ. του Π., κατοίκου ... 105)Μ.Λ. του Θ., κατοίκου ..., 106)Η. Λ. του Κ., κατοίκου ... 107)Α. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 108)Χ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 109)Γ. Λ. του Π., κατοίκου ..., 110)Π. Λ. του Β., κατοίκου ..., 111)Μ. Μ. του Α., κατοίκου ... 112)Ι.Μ.του Θ., κατοίκου ... 113)Ε. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 114)Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 115)Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 116)Α. Μ. του Ι., κατοίκου ... 117)Μ.
Μ.του Ι., κατοίκου ... 118)Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 119)Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 120)Π. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 121)Γ. Μ., κατοίκου ..., 122)Ε. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 123)Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 124)Α. Μ.του Ι., κατοίκου ..., 125)Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 126)Π.Μ. του Θ., κατοίκου ..., 127)Χ.Μ. του Ν., κατοίκου ..., 128)Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 129)Γ.Μ. του Α., κατοίκου ..., 130)Φ.
Μ. του Ι., κατοίκου ..., 131)Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 132)Μ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 133)Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 134) Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 135)Ν. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 136)Ν. Ν.του Δ., κατοίκου ..., 137)Ε. Ν. του Α., κατοίκου ..., 138)Π. Ν. του Β., κατοίκου ..., 139)Π. Ν. του Χ., κατοίκου ..., 140)Γ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 141)Α. Ν.του Σ., κατοίκου ..., 142)Ε. Ν.του Δ., κατοίκου ..., 143)Μ.
Ν. του Σ., κατοίκου ..., 144) Π. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 145)Ο. Ν. του Π., κατοίκου ..., 146)Π. Ξ. του Σ., κατοίκου ..., 147)Λ. Π. του Β., κατοίκου ..., 148)Ο. Π., κατοίκου ..., 149)Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 150) Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., 151)Σ. Π. του Ι., κατοίκου ... 152)Β. Π. του Κ., κατοίκου ..., 153)Η. Π. του Ι., κατοίκου ..., 154)Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., 155)Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 156)Φ.
Π. του Μ., κατοίκου ..., 157)Σ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 158)Μ. Π. Σ., κατοίκου ..., 159)Μ. Π. του Κ., κατοίκου ... 160)Χ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 161)Ν. Π. του Θ., κατοίκου ... 162)Σ. Π.του Γ., κατοίκου ... 163)Μ. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 164)Π. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 165)Φ. Ρ.του Γ., κατοίκου ..., 166)Κ. Σ. του Β., κατοίκου ..., 167) Α.Σ. του Κ., κατοίκου ..., 168)Ν. Σ. του Ν., κατοίκου ... 169)Ν.
Σ. του Β., κατοίκου ..., 170)Δ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 171)Δ. Σ. του Ι., κατοίκου ... 172)Κ. Σ. Σ., κατοίκου ..., 173)Π. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 174)Χ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 175)Α. Σ. Μ., κατοίκου ..., 176)Ε. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 177)Λ. Σ. Μ., κατοίκου ... 178)Σ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 179)Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., 180)Γ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 181)Χ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 182)Γ.
Σ. του Ε., κατοίκου ... 183)Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 184)Ε. Τ.του Μ., κατοίκου ..., 185)Μ. Τ.του Π., κατοίκου ..., 186)Π. Τ. του Α., κατοίκου ..., 187)Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., 188)Α. Τ.του Γ., κατοίκου ..., 189)Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., 190)Α.Τ. του Α., κατοίκου ... 191)Κ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 192)Ε.Τ. του Α., κατοίκου ..., 193)Ε.Υ. του Ι., κατοίκου ..., 194)Α. Φ.του Α., κατοίκου ..., 195)Σ.
Φ. του Χ., κατοίκου ..., 196)Η. Φ. του Γ., κατοίκου ... 197)Ε. Χ.του Κ., κατοίκου ..., 198)Ν. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 199)Ε. Χ.του Α., κατοίκου ..., και 200)Χ. Χ. του Μ., κατοίκου .... Οι 2η, 3η, 4ος, 5η, 6ος, 7η, 8η, 10η, 12ος, 13ος, 14ος, 16ος, 17ος, 18η, 19ος, 20η, 21η, 22η, 23η, 24η, 27η, 28ος, 29η, 31η, 32ος, 33η, 34η, 35η, 36ος, 38η, 41η, 42ος, 43η, 44η, 45η, 49ος, 50η, 51ος, 52η, 53η, 54η, 55ος, 57η, 58ος, 59η, 61ος, 62η, 63η, 64ος, 65η, 67η, 68η, 69η, 70η, 72η, 73η, 74η, 75ος, 76ος, 77η, 78η, 79ος, 80η, 82ος, 83ος, 85ος, 86η, 87η, 91η, 92ος, 94ος, 95ος, 96ος, 97η, 99ος, 100ος, 101ος, 102ος, 103η, 104η, 105η, 106ος, 107η, 109ος, 110η, 111η, 112η, 114η, 115η, 116η, 118ος, 120ος, 121ος, 124η, 125η, 126ος, 127η, 128ος, 130η, 131η, 133η, 134ος, 135ος, 136ος, 137η, 138η, 139ος, 140η, 141η, 142η, 145η, 147η, 148η, 149η, 150η, 151η, 152η, 153ος, 155ος, 156ος, 157ος, 158η, 160η, 161ος, 162η, 163η, 164η, 165η, 166η, 167η, 168η, 169ος, 170ος, 171η, 172ος, 173ος, 174η, 175η, 176η, 177η, 178ος, 179η, 181ος, 182η, 184η, 185η, 186η, 187η, 188η, 191η, 193η, 194η, 195η, 196η, 198η και 199η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Καμενόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί (1η, 9η, 11η, 15η, 25η, 26η, 30ος, 37ος, 39η, 40η, 46η, 47ος, 48η, 56η, 60ος, 66η, 71ος, 81ος, 84η, 88η, 89η, 90ος, 93η, 98ος, 108η, 113ος, 117ος, 119η, 122η, 123ος, 129ος, 132η, 143η, 144ος, 146η, 154η, 159η, 180ος, 183ος, 189η, 190η, 192η, 197η και 200ος) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΔΡΕΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΕΩΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ (Ε.ΥΔ.Α.Π Α.Ε.)", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Προκόπη Τάραντο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/7/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 571/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2676/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/4/2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94 § 1, 96 §§ 1 & 3, 97 § 1, 118 αρ. 5, 122 § 1, 123 § 1 & 568 § 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο δικηγόρος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, υπογράφοντας την κλήση και την παραγγελία προς τον δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της στον αντίδικο, καθώς και ο δικηγόρος που εκπροσωπεί τους διαδίκους κατά τη συζήτηση στον Άρειο Πάγο πρέπει να είναι εφοδιασμένος με τη σχετική πληρεξουσιότητα, η οποία παρέxεται από τον επισπεύδοντα και τον εκπροσωπούμενο διάδικο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.
Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 § 4, 576 § 1 & 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά την αναιρετική δίκη δεν παρίσταται ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση και αποδεικνύεται σύννομη χορήγηση από αυτόν δικαστικής πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο που άσκησε την αίτηση αναίρεσης, η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία του.
Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο αναιρεσείων επέσπευσε τη συζήτηση και παραστάθηκε κατά την αναβλητική δικάσιμο, οπότε, κατά το άρθρο 226 § 4 ΚΠολΔ, η αναγραφή από τον γραμματέα της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους, που παραστάθηκαν κατά την αναβλητική δικάσιμο.
Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΚΠολΔ 576 § 1), συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας, ως προς εκείνον (απολειπόμενο), προς τον δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει, με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 § 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι, και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς, δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, αν μεν πρόκειται για απλή ομοδικία αυτή (συζήτηση της αίτησης αναίρεσης) κηρύσσεται απαράδεκτη μόνο ως προς αυτούς, αν δε για αναγκαστική ομοδικία ως προς όλους (ΚΠολΔ 576 § 3), εκτός αν οι αναιρεσείοντες έχουν κλητευθεί από τους αντιδίκους τους.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../12-11-2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Γ. Β. προκύπτει ότι επισπεύδοντες την παρούσα συζήτηση, η οποία γίνεται μετ' αναβολή από τη δικάσιμο της 12-3-2019 με αναγραφή στο πινάκιο, είναι όλοι οι αναιρεσείοντες (σύνολο 200).
Σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η 1η, 9η, 11η, 15η, 25η, 26η, 30ος, 37ος, 39η, 40η, 46η, 47ος, 48η, 56η, 60ος, 66η, 71ος, 81ος, 84η, 88η, 89η, 90ος, 93η, 98ος, 108η, 113ος, 117ος, 119η, 122η, 123ος, 129ος, 132η, 143η, 144ος, 146η, 154η, 159η, 180ος, 183ος, 189η, 190η, 192η, 197η και 200ος εξ' αυτών δεν εμφανίστηκαν. Κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως από το παρόν Τμήμα του Αρείου Πάγου έρευνα του φακέλου της δικογραφίας ουδόλως προκύπτει η παροχή πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο Γεώργιο Αρβανίτη εκ μέρους όλων των ως άνω απολειπομένων επισπευδόντων -αναιρεσειόντων, προκειμένου να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και για λογαριασμό τους και να τους εκπροσωπήσει μαζί με τους λοιπούς (παριστάμενους) επισπεύδοντες -αναιρεσείοντες κατά την αναβληθείσα δικάσιμο, κατά την οποία παραστάθηκαν δια του δικηγόρου αυτού.
Επομένως, η επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης από αυτούς, καθώς και η εκπροσώπησή τους κατά την αναβληθείσα δικάσιμο δεν είναι έγκυρες και ενόψει και της μη κλήσεώς τους από τους λοιπούς διαδίκους, για να παρασταθούν στη συζήτηση, εφόσον πρόκειται για απλή ομοδικία, και απουσιάζουν πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη μόνο ως προς αυτούς.
Με την από 28-4-2016 και με αριθ. κατάθεσης 250/2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2676/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσία την από 25-7-2008 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 571/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 31-7-2006 αγωγή επιδικάσεως μισθολογικών διαφορών (τεχνικό επίδομα 30-50%) των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Από τις διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, 22 § 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της Συνθ.ΕΟΚ, απορρέει η αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης, αν προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτήν άλλους, οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία, κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση επιβάλλεται από την καλή πίστη στη συγκεκριμένη περίπτωση και, συνεπώς, είναι εύλογη και κατ' αντικειμενική κρίση δίκαιη. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης έχει εφαρμογή μόνον επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης, οπότε η ανισότητα ελέγχεται με βάση το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 § 1 εδ. β' αυτού.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρία ΕΥΔΑΠ ιδρύθηκε με το νόμο 1068/1980 "Περί συστάσεως ενιαίου φορέα Ύδρευσης και Αποχέτευσης της Πρωτεύουσας" μετά τη συγχώνευση της Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Υδάτων των Πόλεων Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων (ΕΕΥ) και του Οργανισμού Αποχέτευσης Πρωτευούσης (ΟΑΠ), και έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης, τη μελέτη, κατασκευή, εγκατάσταση, λειτουργία, εκμετάλλευση, συντήρηση, διαχείριση, επέκταση και ανανέωση συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης, σύμφωνα δε με το άρθρο 6 παρ. 1 του ίδιου νόμου το διοικητικό συμβούλιο διοικεί την εταιρία και διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους της και αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά αυτή, εκτός από τις περιπτώσεις για τις οποίες ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτό.
Δυνάμει της με αριθμό πρωτοκόλλου ...80/2-2-1975 απόφασης του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, η οποία κοινοποιήθηκε προς την Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Υδάτων, την οποία διαδέχθηκε η εναγομένη, αποφασίσθηκε η αναδιάρθρωση των χορηγουμένων τεχνικών επιδομάτων στο τεχνικό προσωπικό της εναγομένης εταιρίας και η επέκταση της χορήγησης τούτου και στην κατηγορία των πτυχιούχων σχεδιαστών από 1-1-1975.
Ακολούθως, η εναγομένη ανώνυμη εταιρία αποφάσισε την 21-6-1988, δυνάμει της με αριθμό 5734/1988 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της, την έγκριση της χορήγησης του τεχνικού επιδόματος από 1-1-1988 στις κατηγορίες του τεχνικού προσωπικού ΑΤΤ2, ήτοι στους υπηρετούντες στην εταιρία χημικούς πανεπιστημίου και βιολόγους με τους όρους και τις προϋποθέσεις που χορηγείται αυτό στους διπλωματούχους μηχανικούς.
Στη συνέχεια, η εναγομένη με την με αριθμό 8160/1992 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ενέκρινε τη χορήγηση από 1-8-1992 του τεχνικού επιδόματος στην κατηγορία των γεωλόγων πανεπιστημίου (ΑΤΤ2) με τους ίδιους όρους και τις ίδιες προϋποθέσεις που χορηγείται στους υπηρετούντες σ' αυτήν χημικούς πανεπιστημίου, βιολόγους και διπλωματούχους μηχανικούς.
Περαιτέρω, η από 5-6-1996 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ της εναγομένης και της Ομοσπονδίας Προσωπικού Ύδρευσης και Αποχέτευσης Ελλάδος και εκδόθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, και η οποία ρύθμιζε μισθολογικά θέματα, θέματα επιδομάτων και θεσμικά θέματα, αναφορικά με τα χορηγούμενα επιδόματα ορίζει στο Β' κεφάλαιο αυτής ότι χορηγείται από 1-5-1996 επίδομα "ειδικότητας" στο προσωπικό όλων των κλάδων του Κανονισμού Προσωπικού της ΕΥΔΑΠ, πλην του κλάδου ΕΤ (εργατοτεχνικού προσωπικού), ότι το επίδομα αυτό υπολογίζεται επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος και για το προσωπικό που έχει ενταχθεί στην κατηγορία Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΑΕ) όλων των κλάδων και στους δικηγόρους της εταιρίας ανέρχεται σε ποσοστό 12%.
Στο ίδιο κεφάλαιο διευκρινίζεται ότι το ως άνω επίδομα δεν δικαιούνται όσοι από τους εργαζόμενους των παραπάνω κλάδων λαμβάνουν ήδη, βάσει άλλων διατάξεων (ΣΣΕ, αποφάσεων ΔΣ, κλπ), όμοιο επίδομα ειδικότητας και όσοι λαμβάνουν τέτοιο επίδομα μικρότερου ποσοστού, θα λάβουν τη διαφορά. Επιπλέον, η εναγομένη με την με αριθμό .../25-2-2004 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ενέκρινε τη χορήγηση του τεχνικού επιδόματος και στους κατόχους πτυχίου Επιστημών Περιβάλλοντος, Επιστημών Οικολογίας, πτυχιούχους μαθηματικούς και φυσικούς, εφόσον ανήκουν στην ΑΤΤ2 κατηγορία, με τους ίδιους όρους και τις προϋποθέσεις που αυτό (τεχνικό επίδομα) χορηγείται στους διπλωματούχους μηχανικούς, και το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 30% έως 50% επί του βασικού μισθού και του χρονοεπιδόματος.
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι το τεχνικό προσωπικό της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας που ανήκει στην κατηγορία AT, ήτοι οι διπλωματούχοι μηχανικοί (ΑΤΤ1) και οι απόφοιτοι πανεπιστημιακών σχολών θετικών επιστημών, όπως οι χημικοί πανεπιστημίου, οι βιολόγοι, οι γεωλόγοι, οι κάτοχοι πτυχίου Επιστημών Περιβάλλοντος και Επιστημών Οικολογίας, καθώς και οι πτυχιούχοι μαθηματικοί και φυσικοί (ΑΤΤ2) λαμβάνουν το τεχνικό επίδομα, από τη λήψη του οποίου αποκλείονται οι ενταγμένοι στην κατηγορία διοικητικού - οικονομικού ανώτατης εκπαίδευσης (ΔΟ2) υπάλληλοι.
Ο δικαιολογητικός λόγος της καταβολής του τεχνικού επιδόματος στην κατηγορία του τεχνικού προσωπικού (ΑΤΤ1 και ΑΤΤ2) στηρίζεται στο γεγονός ότι άπαντες οι υπαγόμενοι στην ως άνω κατηγορία έχουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση, θεωρητική κατάρτιση και εξειδικευμένες γνώσεις, βάσει των οποίων εκτελούν εργασία, η οποία άγει στην επίτευξη του οργανογράμματος της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, κατά το σκέλος που άπτεται του τεχνικού και βιομηχανικού χαρακτήρα της.
Συγκεκριμένα, οι απόφοιτοι πολυτεχνικών σχολών (πολιτικοί μηχανικοί, μηχανολόγοι μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι μηχανικοί, τοπογράφοι μηχανικοί, αρχιτέκτονες μηχανικοί), αναλαμβάνουν, συνεπικουρούμενοι από γεωλόγους, περιβαλλοντολόγους, οικολόγους, φυσικούς και μαθηματικούς να σχεδιάσουν, να συντάξουν στατικές, μηχανολογικές, υδραυλικές και ηλεκτρολογικές μελέτες, να συντονίσουν, να εκτελέσουν και να φέρουν σε πέρας όλα τα έργα που σχετίζονται με το δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης του Νομού Αττικής.
Η εκτέλεση δε των παραπάνω εργασιών είναι δυνατό να λαμβάνει χώρα σε μεγάλο ποσοστό και εντός των εγκαταστάσεων και δη των γραφείων της εναγομένης εταιρίας, καθόσον τα τοπογραφικά σχεδιαγράμματα, η ανάλυση των πετρωμάτων, οι μαθηματικοί υπολογισμοί που είναι απαραίτητοι για τη σύνταξη των ως άνω μελετών, με τις οποίες είναι επιφορτισμένοι οι απόφοιτοι πολυτεχνικών σχολών, αλλά και οι φυσικές και εργαστηριακές έρευνες, η λήψη δειγμάτων για επιστημονικές αναλύσεις, καθώς και η εκτέλεση εξετάσεων και πετρωμάτων, η επεξεργασία και ανάλυση πληροφοριών (ενέργειες που είναι άκρως απαραίτητες στα έργα της εναγομένης κυρίως σε διυλιστήρια και έργα βιολογικού καθαρισμού) γίνονται, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, με σύγχρονους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, μικροσκόπια και άλλα σύγχρονα μέσα.
Συνεπώς, απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να λαμβάνει κάποιος υπάλληλος της εναγομένης το επίδικο τεχνικό επίδομα είναι να έχει τα τυπικά προσόντα δια των οποίων εντάσσεται στην κατηγορία του τεχνικού προσωπικού και εντεύθεν να εκτελεί βάσει των ειδικών γνώσεών του τις προαναφερόμενες εργασίες είτε στα εργοτάξια, είτε εντός των εγκαταστάσεων της εναγομένης.
Αντίθετα, οι ενάγοντες, οι οποίοι είναι πτυχιούχοι θεωρητικών επιστημών ανώτατης εκπαίδευσης (ΠΑΣΠΕ, Οικονομικού Πανεπιστημίου, Νομικής Σχολής, ΑΣΟΕΕ, Θεολογίας, Γαλλικής Φιλολογίας κλπ.), ασκούν, όπως προαναφέρθηκε, διοικητικά ή και οικονομικά καθήκοντα (οι εξ αυτών ιατροί ασκούν καθήκοντα που άπτονται των σπουδών τους, ήτοι την ιατρική και υγειονομική περίθαλψη), άπαντες δε λαμβάνουν το προβλεπόμενο από την από 5-6-1996 ΕΣΣΕ επίδομα ειδικότητας.
Ο ισχυρισμός τους ότι πρέπει να λαμβάνουν και αυτοί το τεχνικό επίδομα, και ειδικότερα τη διαφορά μεταξύ του επιδόματος ειδικότητας και του τεχνικού επιδόματος, αφού αμφότερες οι εν λόγω κατηγορίες προσωπικού της εναγομένης, ήτοι το τεχνικό και το διοικητικό-οικονομικό προσωπικό, κάνουν "δουλειά γραφείου" και εργάζονται "δίπλα - δίπλα" και ως εκ τούτου παρέχουν την ίδια εργασία, πρέπει να απορριφτεί ως αβάσιμος, καθόσον αυτοί αφενός δεν έχουν τα τυπικά προσόντα της κατηγορίας AT, και αφετέρου δεν μπορούν, ούτε έχουν τη δυνατότητα δια της πανεπιστημιακής τους εκπαίδευσης να παρέχουν, και πράγματι δεν παρέχουν, το ίδιο έργο που εκτελούν οι διπλωματούχοι μηχανικοί, οι περιβαλλοντολόγοι, οι βιολόγοι, οι οικολόγοι, οι χημικοί, οι μαθηματικοί και οι φυσικοί, που ανήκουν στην κατηγορία AT του προσωπικού της εναγομένης.
Συνακόλουθα, οι εργαζόμενοι που ανήκουν στο τεχνικό προσωπικό (κατηγορία AT, ήτοι διπλωματούχοι μηχανικοί, χημικοί, βιολόγοι, περιβαλλοντολόγοι, οικολόγοι, μαθηματικοί και φυσικοί), αποτελούν σε σχέση με τους διοικητικό-οικονομικούς υπαλλήλους (ΔΟΙ), στους οποίους ανήκουν οι ενάγοντες, άλλη κατηγορία υπαλλήλων με διαφορετική εργασία και τομέα απασχόλησης και καθήκοντα μεγαλύτερης σπουδαιότητας για την εναγομένη ανώνυμη εταιρία, κατά τρόπο ώστε η χορήγηση σ' αυτούς του τεχνικού επιδόματος να είναι εύλογη και δίκαιη κατά αντικειμενική κρίση, να μην παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης και να μην έρχεται σε αντίθεση με την καλή πίστη.
Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο εφάρμοσε και καλώς τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους λόγους της έφεσης των εναγόντων είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της".
Όπως συνάγεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 106, 216 § 1, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1, 8 & 9 ΚΠολΔ, ο δικαστής, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα, βάσει αυτού, χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και προσδίδει, ενόψει του περιεχομένου της, στην έννομη σχέση που προβάλλεται μ' αυτή, την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις σχετικές απόψεις των διαδίκων. Αν έτσι καταλήξει σε συμπέρασμα νομικώς διαφορετικό από το προβαλλόμενο από τους διαδίκους, δεν αγνοεί παρά το νόμο πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε ή αφήνει αίτηση αδίκαστη ώστε να ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 & 9 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, αλλά απλώς, αυτά που πρότειναν οι διάδικοι τα υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου (ΟλομΑΠ 13/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης εκ των αρ. 1, 8 & 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείοντες αιτιώνται την Εφετειακή απόφαση, διότι ενώ η αγωγή τους βασίζεται στην αρχή της ισότητας και συγκεκριμένα στα άρθρα 4 & 22 § 1β' του Συντάγματος, αυτή την απέρριψε ως αβάσιμη ερειδόμενη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Ωστόσο, το Εφετείο, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ορθά εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως την αρχή της ίσης μεταχείρισης των άρθρων 288 ΑΚ, 22 § 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της Συνθ.ΕΟΚ, προβαίνοντας στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, ενόψει του περιεχομένου της, με την οποία ζητείτο ίση αμοιβή επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το β' σκέλος του εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ, κατά το α' σκέλος του εκ του αρ. 8 και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αρ. 9 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού με τους προβαλλόμενους με τους λόγους αυτούς ισχυρισμούς, οι οποίοι αφορούν τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό, δεν ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 & 9 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (ΟλομΑΠ 2/2008). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 § 1, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με λόγο εκ του αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη της, προς απόδειξη της αγωγής τους, άλλως δεν προκύπτει τούτο αναμφιβόλως, τις υπ' αρ.../2007 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων τους ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και την με αρ. πρωτοκ. .../13-2-2006 εισήγηση της Γεν. Δ/νσης Ανθρωπίνου Δυναμικού & Ανάπτυξης της αναιρεσίβλητης, που νομότυπα με επίκληση προσκόμισαν.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδρίασης), τις νομοτύπως και μετ' εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, περί των οποίων οι υπ' αριθμ. .../2007 εκθέσεις της άνω Ειρηνοδίκη, και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, απεδείχθησαν τα ακόλουθα", σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τις αναφερόμενες στον αναιρετήριο λόγο ένορκες καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, καθώς και την με αρ. πρωτοκ. .../13-2-2006 εισήγηση της Γεν. Δ/νσης Ανθρωπίνου Δυναμικού & Ανάπτυξης της αναιρεσίβλητης, ανεξαρτήτως του ότι δεν κάνει ειδική μνεία ως προς το τελευταίο. Στην πραγματικότητα, η προβαλλόμενη αιτίαση των αναιρεσειόντων ανάγεται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελεί ουσιαστική εκ μέρους τους προσέγγιση, που εκτιμούν διαφορετικά τα αποδεικτικά αυτά μέσα, τα οποία θεωρούν μείζονος σπουδαιότητας, η οποία και απαραδέκτως προβάλλεται κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ. Επομένως και ο λόγος αυτός (τρίτος) της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι παρόντες αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28-4-2016 και με αριθ. κατάθεσης 250/2016 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2676/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 1η, 9η, 11η, 15η, 25η, 26η, 30ο, 37ο, 39η, 40η, 46η, 47ο, 48η, 56η, 60ο, 66η, 71ο, 81ο, 84η, 88η, 89η, 90ο, 93η, 98ο, 108η, 113ο, 117ο, 119η, 122η, 123ο, 129ο, 132η, 143η, 144ο, 146η, 154η, 159η, 180ο, 183ο, 189η, 190η, 192η, 197η και 200ο των αναιρεσειόντων.
Απορρίπτει την αίτηση αυτή ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Και
Καταδικάζει τους παρόντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ