Supreme Court dismisses appeal on public procurement contract amount misinterpretation and awarding costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Patras Court of First Instance's final judgment regarding a public procurement contract. The appellant argued the court misinterpreted a document stating a contract value of 6,239 euros, but the court found the lower court correctly read the document as covering a three-month period totaling 10,143.38 euros. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible due to internal contradiction and baseless, leading to the dismissal of the appeal and the award of legal costs to the public entity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure; Article 561 of the Code of Civil Procedure; Article 495 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Municipal and Communal Code; The court held that an appeal based on contradictory arguments regarding the interpretation of documentary evidence is inadmissible and baseless, and that the lower court's evaluation of evidence remains unreviewable on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 738 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 738/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "..." - ..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαμπρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης - Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΠΑΤΡΕΩΝ" που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 699/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 391/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/4/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 08.04.2020 και με αριθ. κατάθ. 15/21.05.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 391/30.08.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 209 παρ.1, 2 και 9 του Ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), 82 παρ. 1, 83 παρ. 1 του Ν. 2362/1995, και των Α.Υ.Ο. 2/45564/0026/2001 (ΦΕΚ Β' 1066) και 35130/739/9-8-2010 (ΦΕΚ Β' 1291/11-8-2010), που ίσχυαν κατά το χρόνο γενέσεως της ένδικης αξίωσης, προκύπτει ότι για κάθε σύμβαση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α. που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται, όμως, κατ' εξαίρεση, η με απευθείας ανάθεση σύναψη συμβάσεως προμηθείας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτελέσεως έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι ποσού των 15.000 ευρώ και ήδη από 11-8-2010 μέχρι το ποσό των 20.000 ευρώ (χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ), με συνοπτική διαδικασία - πρόχειρο διαγωνισμό μέχρι του ποσού των 45.000,00 και ήδη 60.000,00 ευρώ και με διενέργεια τακτικού διαγωνισμού άνω του ποσού των 45.000,00 (ήδη 60.000,00) ευρώ.
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, η σύμβαση έργου με απευθείας ανάθεση επιτρέπεται να συναφθεί μόνο για την αντιμετώπιση έκτακτων και επειγουσών περιπτώσεων ειδικά αιτιολογημένων και μόνο εφόσον υπάρχει εγγραφή στον προϋπολογισμό εξειδικευμένης πιστώσεως προορισμένης για προμήθεια, εργασία ή μεταφορά, που κατονομάζεται ρητά στον προϋπολογισμό.
Συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως 84 του παρόντος ως άνω Ν. 2362/1995 είναι άκυρες κατ' άρθρο 85 του ίδιου Νόμου και δεν παράγουν έννομες συνέπειες (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1260/2018, AΠ 327/ 2018). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο στη σύμβαση μισθώσεως έργου είναι η συμφωνία για την αμοιβή, ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου.
Η αμοιβή μπορεί να ορίζεται κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, ή με ποσοστά (ΑΠ 1487/ 2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.
Από τον κανόνα του άρθρου αυτού, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας και έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α., αφού γι' αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977), προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.
Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλαδή η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου (ΑΠ 501/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της αποφάσεως επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) εταιρεία με την επωνυμία "..."-... διατηρεί επί της οδού ...
της πόλης των … επιχείρηση με αντικείμενο την εμπορία και υποστήριξη, μετά την πώληση, προϊόντων υλισμικού (hardware) και λογισμικού (software), το σχεδιασμό και την ανάπτυξη λογισμικού και την προσφορά υπηρεσιών μηχανογραφικής υποστήριξης και μηχανογραφικών εφαρμογών, με τον δε εναγόμενο Δήμο (και ήδη αναιρεσίβλητο) συνεργαζόταν επί σειρά ετών μέσω της μεταξύ τους κατάρτισης συμβάσεων έργου, δυνάμει των οποίων παρείχε στον τελευταίο υπηρεσίες συντήρησης και υποστήριξης του προγράμματος μισθοδοσίας και του γραφείου προσωπικού του.
Τον Οκτώβριο του 2010 συνήφθη έγγραφη σύμβαση μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων... με διάρκεια ενός έτους και συγκεκριμένα από 01-10-2010 έως 30-09-2011, αντικείμενο της οποίας ήταν η από την ενάγουσα-ανάδοχο ανάληψη των εργασιών συντήρησης - υποστήριξης των προγραμμάτων της μισθοδοσίας και του προσωπικού του εναγομένου, αντί συνολικής ετήσιας αμοιβής ύψους 6.234,36 ευρώ, προσαυξημένης μετά του αναλογούντος ποσοστού Φ.Π.Α.
και καταβλητέας σε τέσσερις (4) ισόποσες δόσεις, βάσει εκδιδομένων από την ενάγουσα τιμολογίων και εντός δύο μηνών από την έκδοση εκάστου, η οποία συμφωνήθηκε ότι μπορούσε να ανανεωθεί για έναν ακόμη χρόνο μετά από σχετική απόφαση του εναγομένου, αντί ετήσιας αμοιβής αυξημένης κατά 5% επί της ανωτέρω αμοιβής των 6.234,36 ευρώ.
Η ενάγουσα, με το άρθρο 4 παρ.1 της ανωτέρω σύμβασης, ανέλαβε την υποχρέωση, χωρίς να της καταβληθεί πρόσθετη αμοιβή, να ενημερώνει το λογισμικό, ώστε να ανταποκρίνεται πάντα στην κείμενη νομοθεσία (εργατική, ασφαλιστική, συλλογικές συμβάσεις, εγκυκλίους του Ι.Κ.Α. φορολογικές μεταβολές, αλλαγές μισθολογίου), να εγκαθιστά τις καινούριες εκδόσεις της εφαρμογής και να ενημερώνει την εφαρμογή, ώστε αυτή να μπορεί να λειτουργεί με όλες τις νέες εκδόσεις του υποστηρικτικού λογισμικού, ενώ με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ήταν υποχρεωμένη, σε περίπτωση αλλαγής hardware, να μεταφέρει το συστημικό λογισμικό και τις εφαρμογές στο νέο υπολογιστικό σύστημα, χωρίς να της οφείλεται πρόσθετη αμοιβή ούτε για τις εν λόγω υπηρεσίες της.
Με τις λοιπές παραγράφους του άρθρου 4 της σύμβασης, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει προληπτική και διορθωτική συντήρηση των εφαρμογών λογισμικού, να πραγματοποιεί διορθώσεις δεδομένων, να τροποποιεί τα υπάρχοντα εκτυπωτικά, να παρέχει τηλεφωνική υποστήριξη στον εναγόμενο - εργοδότη για την καθημερινή λειτουργία των παραπάνω εφαρμογών λογισμικού, να εξετάζει τα back up των δεδομένων και των προαναφερθεισών εφαρμογών, να εκτελεί εργασίες restore, αναδόμησης και επιδιόρθωσης των δεδομένων των εφαρμογών λογισμικού και του συστημικού λογισμικού, εκτός από το λειτουργικό σύστημα και εργασίες επαναφοράς των δεδομένων, προγραμμάτων και εφαρμογών σε περίπτωση καταστροφής ή βλάβης δίσκων.
Περαιτέρω... ο εναγόμενος Δήμος έπρεπε 1) να προβεί μέχρι τις 28-02-2011... στην απογραφή των βασικών υπηρεσιακών στοιχείων των σε αυτόν απασχολουμένων, τα οποία έπρεπε να καταχωρισθούν μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία στο Ηλεκτρονικό Μητρώο εργαζομένων του Δήμου Πατρέων", ώστε να καταβληθούν σε αυτούς τους εργαζομένους, μέσω της...
Ενιαίας Αρχής Πληρωμών, οι πάσης φύσεως αμοιβές τους που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της τελευταίας και δη το αργότερο μέχρι τις 31-10-2011, ταυτοχρόνως δε 2) να αναβαθμίσει τα προγράμματα του γραφείου προσωπικού και μισθοδοσίας ενόψει της συγχώνευσης στο νέο Καλλικρατικό Δήμο Πατρέων των, μέχρι τότε ανεξάρτητων, Δήμων Πατρέων, Βραχναίικων, Ρίου, Μεσσάτιδος και Παραλίας.
Την προαναφερθείσα... αναβάθμιση ανέλαβε η ενάγουσα-ανάδοχος, η δε σχετική υποχρέωσή της περιλαμβανόταν στην προρρηθείσα έγγραφη σύμβαση, διάρκειας από 01-10-2010 έως 30-09-2011 και συγκεκριμένα... η... ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι της καταβληθείσας σε αυτήν ετήσιας (και χωρίς την καταβολή πρόσθετης προς τούτο) αμοιβής των 7.668,26 [6.234,36 ευρώ, ως συμφωνηθείσα ετήσια αμοιβή + 1.433,90 ευρώ (23% λόγω ΦΠΑ)] ευρώ, να προσαρμόσει το λογισμικό των ηλεκτρονικών υπολογιστών του Γραφείου Προσωπικού-Μισθοδοσίας του εναγομένου Δήμου, μέσω του οποίου γινόταν μέχρι τότε η μισθοδοσία του προσωπικού του τελευταίου...
εγκαθιστώντας καινούρια... έκδοση του προϋφισταμένου λογισμικού... προκειμένου η σχετική μισθοδοσία να γίνεται αποκλειστικά μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμών της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής και στη συνέχεια να συνδέσει τη νέα εφαρμογή με το διπλογραφικό σύστημα του εναγομένου, έργο το οποίο πράγματι εκτέλεσε η ενάγουσα στα πλαίσια της παραπάνω έγγραφης σύμβασης, η λήξη της οποίας συμπίπτει με την, ισχύουσα κατά την έναρξη ισχύος της (01-10-2010), λήξη της προθεσμίας κατάρτισης, από τον ενοποιημένο πλέον (καλλικρατικό) Δήμο Πατρέων, του επιχειρησιακού του προγράμματος...
γενομένης έτσι δεκτής της σχετικής περί αυτού δεύτερης έκφανσης του δεύτερου λόγου έφεσης, κατά την οποία η προαναφερθείσα υποχρέωση της ενάγουσας περιλαμβανόταν στην από 01-10-2010 έγγραφη σύμβαση, χωρίς να οφείλεται γι' αυτήν πρόσθετη αμοιβή από τον εναγόμενο, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Στη συνέχεια, συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων... έγγραφη σύμβαση με εξάμηνη διάρκεια από 01-10-2011 έως 31-03-2012, που είχε πανομοιότυπο αντικείμενο με αυτό της προηγουμένης, το οποίο, ως προς τις υποχρεώσεις της αναδόχου, επαναλήφθηκε αυτούσιο στο άρθρο 4 αυτής, με συμφωνηθείσα αμοιβή εκείνη της προηγούμενης σύμβασης, αυξημένη όμως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 της τελευταίας, κατά 5% επί της βασικής αμοιβής των 6.234,36 ευρώ, ανερχομένης έτσι αυτής σε 6.546,078 (6.234,36Χ 5%=311,718 +6.234,36) ευρώ, μετά δε την προσαύξησή της με Φ.Π.Α.
ποσοστού 23%, σε 8.051,68 ευρώ και καταβλητέας σε δύο (2) ισόποσες δόσεις. Η επόμενη έγγραφη σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ των αυτών ως άνω εκπροσώπων των διαδίκων είχε διάρκεια από 12-06-2012 έως 12-12-2012 και ακριβώς το ίδιο με τις προηγούμενες αντικείμενο αναφορικά με τις υποχρεώσεις της ενάγουσας-αναδόχου, η δε συμφωνηθείσα μεταξύ των μερών αμοιβή της τελευταίας ανερχόταν για το ανωτέρω εξάμηνο στο συνολικό ποσό των 10.143,38 ευρώ, το οποίο, μετά την προσαύξησή του με Φ.Π.Α. 23%, ανήλθε σε 12.476,36 (10.143,38 + 2.332,98) ευρώ και ήταν καταβλητέο ομοίως σε δύο (2) ισόποσες δόσεις, ενώ προβλέφθηκε και πάλι η δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασης, μετά από σχετική απόφαση του εναγομένου Δήμου, με αύξηση 5% επί της βασικής ετήσιας αμοιβής των 10.143,38 ευρώ.
Οι ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις καταρτίσθηκαν μετά από αντίστοιχες αποφάσεις του Δημάρχου Πατρέων για την απ' ευθείας (και όχι κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού) ανάθεση στην ενάγουσα των εργασιών συντήρησης και υποστήριξης των Τμημάτων Προσωπικού και Μισθοδοσίας του εναγομένου, λόγω του κατεπείγοντος να ολοκληρωθούν οι...
αλλαγές στο σύστημα μισθοδοσίας του απασχολουμένου στον τελευταίο προσωπικού και δη εντός των αναφερομένων... σύντομων προθεσμιών. Η ενάγουσα εξετέλεσε τις απορρέουσες από τις ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις υποχρεώσεις της... η ενάγουσα, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ της λήξης της δεύτερης έγγραφης σύμβασης και της κατάρτισης της τρίτης, ήτοι από τις 01-04-2012 έως τις 11-06-2012, εξακολούθησε να προσφέρει ατύπως στον εναγόμενο τις προβλεπόμενες στην δεύτερη έγγραφη σύμβαση υπηρεσίες της...
η δε σχετική για το εν λόγω χρονικό διάστημα αμοιβή της συμπεριελήφθη στην από 12-06-2012 σύμβαση, καθόσον η συνομολογηθείσα σε αυτήν βασική αμοιβή (μη συνυπολογιζομένου σε αυτήν του αναλογούντος Φ.Π.Α.) ορίσθηκε σε 10.143,38 ευρώ, ήτοι στη βασική αμοιβή της δεύτερης σύμβασης, προσαυξημένη κατά 5%, αποδίδοντας έτσι αμοιβή ύψους 6.873,38 (6.546,078 Χ 5% = 327,30 + 6.546,078) ευρώ, προσαυξημένη όμως κατά 3.270 ευρώ, τα οποία συνιστούν την αμοιβή της ενάγουσας για το προρρηθέν ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (01-04-2012 έως 11-06-2012) των δύο (2) μηνών και ένδεκα (11) ημερών...
γενομένης έτσι δεκτής... της σχετικής περί αυτού τρίτης έκφανσης του δεύτερου λόγου έφεσης, κατά την οποία εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αμοιβή της ενάγουσας για την άτυπη παροχή των υπηρεσιών της το ανωτέρω διάστημα (από 01-04-2012 έως 11-06-2012) δεν περιλαμβανόταν στην από 12-06-2012 έγγραφη σύμβαση.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το Δεκέμβριο του 2012 και ενόψει της λήξης, στις 12-12-2012, της τρίτης έγγραφης σύμβασης, ο εναγόμενος Δήμος, εκπροσωπούμενος από το Δήμαρχό του Ι. Δ., ανέθεσε προφορικά στην ενάγουσα την εκτέλεση του έργου συντήρησης - υποστήριξης των προγραμμάτων μισθοδοσίας και προσωπικού, το οποίο περιελάμβανε ακριβώς τις ίδιες εργασίες που αποτέλεσαν αντικείμενο της άνω έγγραφης σύμβασης, αλλά και των δύο προγενέστερων, για το χρονικό διάστημα από 13-12-2012 έως 03-03-2013, ήτοι για δύο (2) μήνες και είκοσι μία (21) ημέρες (απορριπτομένης της σχετικής τέταρτης έκφανσης του δεύτερου λόγου έφεσης), αντί μηνιαίας αμοιβής 1.097,50 ευρώ, κατά τρόπον ώστε ο εναγόμενος να οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.644,79 [1.097,50 Χ 2 = 2.195 + 786,25(1.097,50 Χ 21= 23.047,50 : 30) = 2.963,25 + 23% Φ.Π.Α. (681,55)] ευρώ και κατόπιν στρογγυλοποίησης των 3.644,80 ευρώ, το οποίο αρνείται να της καταβάλει...
απορριπτομένης εντεύθεν και της πρώτης έκφανσης του δεύτερου λόγου έφεσης... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, ενόψει του ότι η προρρηθείσα, προφορικά συναπτόμενη μεταξύ των διαδίκων, σύμβαση έργου για το χρονικό διάστημα από 13-12-2012 έως 03-03-2013 είναι άκυρη λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου, που εν προκειμένω είναι συστατικός, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος αποκόμισε ωφέλεια από την εκτέλεση από την ενάγουσα των προβλεπομένων στην ως άνω άκυρη σύμβαση έργου εργασιών, η οποία συνίσταται στη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν εάν την εκτέλεση του ιδίου έργου ανέθετε με έγκυρη σύμβαση έργου σε άλλο πρόσωπο που θα είχε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και τις ίδιες ικανότητες με την ενάγουσα και ανέρχεται στο ποσό των 3.644,80 ευρώ, το οποίο και εξοικονόμησε, οφείλει δε να το αποδώσει στην ενάγουσα κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού κατά το ποσό αυτό κατέστη πλουσιότερος σε βάρος της χωρίς νόμιμη αιτία, όχι όμως με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παρόδου των 60 ημερών από την παραλαβή του έργου και μέχρι την εξόφληση....
Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε εξ ολοκλήρου την αγωγή ως και ουσιαστικώς βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία το συνολικώς αιτηθέν ποσό των 20.279,63 ευρώ, εσφαλμένως τις αποδείξεις εκτίμησε, πρέπει επομένως, αφού γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 669/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στο σύνολό της...
και στη συνέχεια, αφού το παρόν Δικαστήριο κρατήσει και δικάσει την αγωγή... να την κρίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικώς βάσιμη και να υποχρεώσει τον εκκαλούντα-εναγόμενο να καταβάλει στην εφεσίβλητη-ενάγουσα το ποσό των 3.644,80 ευρώ...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφασεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων του άρθρου 904 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης της ενάγουσας-αναιρεσείουσας μόνο για την επικαλούμενη στην αγωγή της τελευταία άκυρη σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων, ενώ για τις αξιώσεις της για τις λοιπές συμβάσεις, τις οποίες έκρινε αβάσιμες, καθόσον δέχθηκε ότι οι αναληφθείσες με αυτές εργασίες αναβάθμισης κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα εκτελέστηκαν και εξοφλήθηκαν στα πλαίσια μιας διαρκούς ανανεούμενης ανάθεσης έργου από πλευράς του αναιρεσίβλητου Δήμου προς την αναιρεσείουσα, η οποία είχε αναλάβει με τις από 01-10-2010, 01-10-2011 και 12-06-2012 διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις συντήρησης και υποστήριξης των προγραμμάτων της μισθοδοσίας και του προσωπικού και τη μετάπτωση του υποστηρικτικού λογισμικού σε καινούρια αναβαθμισμένη έκδοση, ορθώς δεν εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση την επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέα.
Τούτο δε διότι στις παραπάνω περιπτώσεις δεν δέχτηκε το Εφετείο ότι συνάπτονταν μεταξύ των διαδίκων, κατά τα προαναφερθέντα επίδικα χρονικά διαστήματα, συμβάσεις υπόσχεσης αντί καταβολής, με τις οποίες ο αναιρεσίβλητος ανελάμβανε κάθε φορά νέα υποχρέωση απέναντι στην αναιρεσείουσα, την οποία δεν εκπλήρωνε.
Περαιτέρω, δεν υπήρξε ούτε εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 681, 694 ΑΚ περί συμβάσεως έργου, αφού το Εφετείο με επάρκεια και σαφήνεια έκρινε ότι ουδεμία υπήρχε επιπλέον οφειλή του αναιρεσίβλητου εργοδότη Δήμου για την αμοιβή της αναιρεσείουσας εργολάβου, από την παροχή των επικαλούμενων υπηρεσιών της, που ισχυρίζεται η τελευταία ότι προσέφερε στον αναιρεσίβλητο με τις τελευταίες ως άνω επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις και δεν διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες με το να δεχθεί ότι καταρτίσθηκαν ομοίου περιεχομένου συμβάσεις έργου, όταν μάλιστα αυτές αφορούσαν διαδοχικά χρονικά διαστήματα και οι ανάγκες συντήρησης και υποστήριξης των προγραμμάτων ήταν διαρκής.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αναλυτική περιγραφή των εργασιών που περιελάμβανε η αναβάθμιση των προγραμμάτων Γραφείου Προσωπικού- Μισθοδοσίας, διότι γίνεται σχετικά αναφορά στις συναφθείσες συμβάσεις έργου, ούτε και η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, έλλειψη νόμιμης βάσης και εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος. Κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθό μέρος με αυτόν, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008).
Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 18/2021,ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 2261/2014) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 779/2019, ΑΠ 204/2017, 1185/2010, ΑΠ 1855/2006).Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον από τον αριθμό 11 γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη της:
α) την προσκομισθείσα με επίκληση ενώπιον του εφετείου με τις προτάσεις της από 12.06.2012 έγγραφη σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 12.06.2012 έως 12.12.2012 και δη το άρθρο 4 παρ.14 και 15 αυτής, β) το προσκομισθέν με επίκληση ενώπιον του εφετείου με τις προτάσεις της υπ' αριθμ. 450/21.12.2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Πληροφορικής του Δήμου Πατρέων, γ) την κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσίβλητου Χ.
Κ., Προϊσταμένης του Τμήματος Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών του Δήμου Πατρέων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και δ)το υπ' αριθμ. πρωτ. 705/5.9.2014 έγγραφο της Διεύθυνσης Προγραμματισμού Οργάνωσης και Πληροφορικής του Δήμου Πατρέων, το οποίο προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος και επικαλέστηκαν αμφότεροι οι διάδικοι στο Εφετείο με τις προτάσεις τους, για αναπροσαρμογή του ποσού της αμοιβής της αναιρεσείουσας κατά 5% στις συνεχείς ανανεούμενες ετήσιες συμβάσεις με τον αναιρεσίβλητο Δήμο, και τα οποία έγγραφα και μαρτυρία αν είχε λάβει υπόψη του το Εφετείο, θα κατέληγε σε αντίθετο πόρισμα, επειδή από το περιεχόμενό τους προέκυπτε η ουσιαστική αβασιμότητα του καταλυτικού της αγωγής της ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου ότι οι επίδικες εργασίες αναβάθμισης των προγραμμάτων Μισθοδοσίας και Προσωπικού του Δήμου είχαν περιληφθεί, εκτελεστεί και εξοφληθεί στα πλαίσια της από 01-10-2010 σύμβασης υποστήριξης και συντήρησης και των εν συνεχεία αυτής διαδοχικών ανανεούμενων συμβάσεων.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου ρητά στο προοίμιο του σκεπτικού (10η σελίδα) μνημονεύονται κατά το είδος τους όλα τα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν πρωτοδίκως και οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση υπ' αριθ. 669/2017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν, μετά νόμιμης επίκλησης, προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά εκ των οποίων γίνεται ειδική αναφορά, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, σε συνδυασμό και με τις αντίστοιχες παραδοχές της απόφασης, ότι α) ως προς την από 12.06.2012 έγγραφη σύμβαση ρητά αναφέρονται (16η σελίδα προσβαλλομένης απόφασης) επί λέξει τα εξής: "Η επόμενη έγγραφη σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ των αυτών ως άνω εκπροσώπων των διαδίκων είχε διάρκεια από 12-06-2012 έως 12-12-2012 και ακριβώς το ίδιο με τις προηγούμενες αντικείμενο αναφορικά με τις υποχρεώσεις της ενάγουσας-αναδόχου, η δε συμφωνηθείσα μεταξύ των μερών αμοιβή της τελευταίας ανερχόταν για το ανωτέρω εξάμηνο στο συνολικό ποσό των 10.143,38 ευρώ, το οποίο, μετά την προσαύξησή του με Φ.Π.Α. 23%, ανήλθε σε 12.476,36 (10.143,38 + 2.332,98) ευρώ και ήταν καταβλητέο ομοίως σε δύο (2) ισόποσες δόσεις, ενώ προβλέφθηκε και πάλι η δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασης, μετά από σχετική απόφαση του εναγομένου Δήμου, με αύξηση 5% επί της βασικής ετήσιας αμοιβής των 10.143,38 ευρώ.
Οι ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις καταρτίσθηκαν μετά από αντίστοιχες αποφάσεις του Δημάρχου Πατρέων για την απ' ευθείας (και όχι κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού) ανάθεση στην ενάγουσα των εργασιών συντήρησης και υποστήριξης των Τμημάτων Προσωπικού και Μισθοδοσίας του εναγομένου...", β) ως προς το υπ' αριθμ. 450/21.12.2010 έγγραφο του Διευθυντή της Διεύθυνσης Πληροφορικής του Δήμου Πατρέων, στο οποίο αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Σε απάντηση του από 07/12/2010 εγγράφου σας με θέμα ¨Προσφορά για αλλαγές στα Προγράμματα Μισθοδοσίας, Προσωπικού και Ταμείου για το έτος 2011¨ θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι στη σύνταξη του νέου προϋπολογισμού του Δήμου για το 2011 θα προβλεφθούν τα ποσά για όλες τις επιπλέον διαδικασίες που απαιτούνται να γίνουν και δεν συμπεριλαμβάνονται στη σύμβαση Συντήρησης-Υποστήριξης, όπως μας αναφέρετε.
Αποδοχή του κόστους θα μπορεί να γίνει μετά την ψήφιση του προϋπολογισμού ύστερα από γνωμοδότηση της επιτροπής που θα οριστεί το 2011 βάσει του Π.Δ. 28/80" και από το οποίο προκύπτει ότι αυτό εκδόθηκε σε απάντηση όχλησης της αναιρεσείουσας που ζητούσε αμοιβή για επιπλέον εργασίες, και ότι ο Διευθυντής ουδόλως αποδέχεται ότι οι επικαλούμενες πρόσθετες εργασίες δεν θα καλύπτονταν από την από 01-10-2010 ισχύουσα ήδη και υπογραφείσα σύμβαση, αλλά απλώς ενημερώνει την ενάγουσα αναιρεσείουσα για το ποια θα είναι η διαδικασία πληρωμής της σε περίπτωση που, αφού διερευνηθεί το βάσιμο και αληθές των ισχυρισμών της, γίνει δεκτό το αίτημά της, δεν υπήρχε λόγος να γίνει ιδιαίτερη μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση του συγκεκριμένου εγγράφου, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του ότι πράγματι η αναβάθμιση των προγραμμάτων Προσωπικού και Μισθοδοσίας ενόψει των αλλαγών που επέφερε ο Καλλικράτης περιλαμβανόταν στις υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας που είχε αναλάβει με την από 01-10-2010 έγγραφη σύμβαση, χωρίς να οφείλεται γι' αυτήν πρόσθετη αμοιβή από τον αναιρεσίβλητο Δήμο Πατρέων, αποδεχόμενο τον σχετικό ισχυρισμό του τελευταίου, ο οποίος αποτυπώνεται και στο ως άνω έγγραφο της Διεύθυνσης Πληροφορικής και γ) ως προς το υπ' αριθμ.
πρωτ. 705/5.9.2014 έγγραφο της Διεύθυνσης Προγραμματισμού Οργάνωσης και Πληροφορικής του Δήμου Πατρέων, το οποίο προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος και επικαλέστηκαν αμφότεροι οι διάδικοι στο Εφετείο με τις προτάσεις τους, για αναπροσαρμογή του ποσού της αμοιβής της αναιρεσείουσας κατά 5% στις συνεχείς ανανεούμενες ετήσιες συμβάσεις με τον αναιρεσίβλητο Δήμο, ρητά αναφέρονται (17η σελίδα προσβαλλομένης απόφασης) επί λέξει τα εξής: "...η ενάγουσα, κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα μεταξύ της λήξης της δεύτερης έγγραφης σύμβασης και της κατάρτισης της τρίτης, ήτοι από τις 01-04-2012 έως τις 11-06-2012, εξακολούθησε να προσφέρει ατύπως στον εναγόμενο τις προβλεπόμενες στην δεύτερη έγγραφη σύμβαση υπηρεσίες της...
η δε σχετική για το εν λόγω χρονικό διάστημα αμοιβή της συμπεριελήφθη στην από 12-06-2012 σύμβαση, καθόσον η συνομολογηθείσα σε αυτήν βασική αμοιβή (μη συνυπολογιζομένου σε αυτήν του αναλογούντος Φ.Π.Α.)ορίσθηκε σε 10.143,38 ευρώ, ήτοι στη βασική αμοιβή της δεύτερης σύμβασης, προσαυξημένη κατά 5%, αποδίδοντας έτσι αμοιβή ύψους 6.873,38 (6.546,078 Χ 5% = 327,30 + 6.546,078) ευρώ, προσαυξημένη όμως κατά 3.270 ευρώ, τα οποία συνιστούν την αμοιβή της ενάγουσας για το προρρηθέν ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (01-04-2012 έως 11-06-2012) των δύο (2) μηνών και ένδεκα (11) ημερών, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.
πρωτ. 705/05-09-2014 έγγραφο του Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Προγραμματισμού, Οργάνωσης και Πληροφορικής του εναγομένου, Β. Τ., στο οποίο αναφέρεται, ανεξαρτήτως της ορθότητας των σε αυτό μαθηματικών υπολογισμών, ότι η αμοιβή της ενάγουσας για την άτυπη από αυτήν υποστήριξη της εφαρμογής κατά το χρονικό διάστημα από 01-04-2012 έως 11-06-2012 συμπεριελήφθη στην ανωτέρω σύμβαση, κρίση του Δικαστηρίου που ενισχύεται από το ότι το ανωτέρω ποσό των 3.270 ευρώ, διαιρούμενο δια δυο (2) μήνες και ένδεκα (11) ημέρες, αποδίδει 1.090,00 ευρώ το μήνα και 2.180,00 ευρώ το δίμηνο, ποσό το οποίο, προσαυξηθέν κατά το αναλογούν σε ένδεκα (11) ημέρες ποσό των 400,00 ευρώ, αποδίδει το συνολικό ποσό των 2.580,00 ευρώ, το οποίο, μετά την προσαύξησή του με 23% Φ.Π.Α. (593,33 ευρώ), ανέρχεται σε 3.173,33 ευρώ, ποσό το οποίο προσεγγίζει την, αιτούμενη με την αγωγή για το διάστημα από 01-04-2012 έως 11-06-2012, κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό των σχετικών χρηματικών ποσών που έγινε με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της ενάγουσας, αμοιβή των 3.194,82 ευρώ, γενομένης έτσι δεκτής, κατ' αποτέλεσμα, της σχετικής περί αυτού τρίτης έκφανσης του δεύτερου λόγου έφεσης, κατά την οποία εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αμοιβή της ενάγουσας για την άτυπη παροχή των υπηρεσιών της το ανωτέρω διάστημα (από 01-04-2012 έως 11-06-2012) δεν περιλαμβανόταν στην από 12-06-2012 έγγραφη σύμβαση...".
Συνεπώς, εκ των ανωτέρω, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα ως άνω έγγραφα και την επικαλούμενη κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσίβλητου Χ. Κ., Προϊσταμένης του Τμήματος Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών του Δήμου Πατρέων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των περί του αντιθέτου περιεχομένων στις προτάσεις ισχυρισμών της εφεσίβλητης-αναιρεσείουσας, χωρίς να είναι αναγκαίο να κάνει ειδική μνεία ή να προβαίνει σε χωριστή αξιολόγηση του κάθε αποδεικτικού μέσου και καθενός εγγράφου.
Η άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων ως άνω αποδεικτικών εγγράφων και της αναφερόμενης μαρτυρικής κατάθεσης θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο, προφανώς, διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 2236/2009, ΑΠ 1176/2008).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας, ως άνω, διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός αν εξαίρεται, αναφορικά με το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ` αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 791/2020,ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος για την απαίτηση της αναιρεσείουσας των 3.149,83 ευρώ για το διάστημα από 01-04-2012 έως 11-06-2012, δέχθηκε ότι αυτή έχει συμπεριληφθεί στην από 12.06.2012 έως 12.12.2012 σύμβαση και έχει εξοφληθεί με το ποσό των 10.143,38 ευρώ, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο του με αριθμ.
πρωτ. 705/5-9-2014 εγγράφου του Αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Προγραμματισμού, Οργάνωσης και Πληροφορικής του αναιρεσίβλητου Δήμου Β. Τ., το οποίο ανέφερε ότι με την από 01-10-2011 έως 31-03-2012 σύμβαση αντί του ποσού των 3.220,539 ευρώ της αμοιβής της αναιρεσείουσας για την εξάμηνη παροχή των υπηρεσιών της συντήρησης-υποστήριξης της δόθηκε και επιπλέον ποσό 3.018,461 ευρώ ως αμοιβή της για τις ένδικες εργασίες αναβάθμισης λόγω της αλλαγής της νομοθεσίας με το νόμο Καλλικράτη, που ήταν πάντως εντός των συμβατικών της υποχρεώσεων και έτσι διαμορφώθηκε το ποσό της άνω σύμβασης στις 6.239 ευρώ, δηλαδή με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από όσα διαλαμβάνονται στο παραπάνω έγγραφο.
Ο εν λόγω προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αντιφατικότητάς του, προς τον προηγούμενο δεύτερο λόγο εκ του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το εν λόγω έγγραφο καθόσον αντίκειται ευθέως στη λογική, αφενός, να μη λήφθηκε αυτό υπόψη και, αφετέρου , να παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του, από το Δικαστήριο.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο υπόψη λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και του επίμαχου εγγράφου, το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το επίμαχο ως άνω έγγραφο, το οποίο στη συνέχεια αναφέρει επί λέξει και τα εξής: "Πράγματι το 3μηνο από 1/4/2012-11/6/2012 γνωρίζουμε ότι η ΙΜΕ (αναιρεσείουσα) υποστήριζε άτυπα την εφαρμογή.
Λόγω της αδυναμίας να καλυφθεί το ποσό με τη νέα 6μηνιαία σύμβαση που δεν μπορούσε να έχει αναδρομική ισχύ από 1/4/2012 μολονότι αναφέρεται σε διάρκεια ισχύος ενός 6μήνου (που βάσει των προηγούμενων συμβάσεων έπρεπε να έχει ποσό 6.239 ευρώ) στην τιμή συμπεριλήφθηκε και το ποσό για το προηγούμενο 3μηνο. Έτσι η νέα 6μηνη σύμβαση (12/06/2012 - 12/12/2012) αντιστοιχούσε σε ποσό 10.143,38 ευρώ πλέον ΦΠΑ αντί 6.239 ευρώ..." και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αλλά συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του, όπως πράγματι αυτό έχει, μαζί τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή η αναιρεσείουσα και, επομένως πλήττεται η εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη, αναιρετικά.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Θα επιβληθούν, όμως, μειωμένα σ' αυτήν, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 παρ.2 του Ν.3463/2006 "Περί Κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη είτε σε βάρος είτε υπέρ των Ο.Τ.Α.(ΑΠ 2066/2017, ΑΠ 1980/2017, ΑΠ 1112/2017, ΑΠ 303/2016, ΑΠ 254/2016, ΑΠ 2061/2013, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 590/2011).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 08.04.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 391/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων τριακοσίων πενήντα (1.350) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ