Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding irrelevant grounds and improper legal basis in labor contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a labor contract dispute. The court held that several grounds for appeal were inadmissible because they relied on facts not presented in the original lawsuit or constituted irrelevant arguments. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 65, 67, 70, 167, 232, 233, 238, 669, 672 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on grounds not contained in the original claim or irrelevant to the case outcome is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 557 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 557/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ......η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Καρδαρά. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετσούλα - Βικάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 531/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-11-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 25-4-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τα άρθρα 65, 67, 70,167, 232, 233, 238, 669 και 672, του Α.Κ., προκύπτει, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση , είναι ανυπόστατη. Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας, για την πληρωμή μισθών υπερημερίας. Αν όμως μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο τις αποκρούσει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας. Επί καταγγελίας που έγινε από αναρμόδιο ή χωρίς εξουσία πρόσωπο δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 233 και 238 Α.Κ. που αναφέρονται στην με αναδρομική ενέργεια μεταγενέστερη έγκριση της καταγγελίας από το αρμόδιο όργανο του νομικού προσώπου, διότι λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, για την συντέλεση αυτής, απαιτείται δήλωση βουλήσεως από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, η οποία μόνο με το όργανο που το εκπροσωπεί μπορεί να πραγματοποιηθεί.
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή, η εκ των υστέρων έγκριση δεν ισχυροποιεί αναδρομικά την ανυπόστατη καταγγελία, αλλά επέχει θέση νέας αυτοτελούς καταγγελίας, με την προϋπόθεση ότι αυτή θα περιέλθει νομίμως στον μισθωτό, τον οποίο αφορά (Oλ. ΑΠ 761/1964, ΑΠ 471/2000). Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη από 1-11-2004 αγωγή της η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, ότι στις .....
συνήψε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία και προσέφερε σ' αυτήν τις υπηρεσίες της ως δικηγόρος έως τις 11-7-2000. Στις 11-7-2000 επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα η από ..... επιστολή-καταγγελία της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της αναιρεσίβλητης, υπογραφόμενη από τους υπαλλήλους αυτής .....
και .....,με την οποία η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την παραπάνω σύμβαση έμμισθης εντολής για άρνηση παροχής υπηρεσιών εκ μέρους της αναιρεσείουσας και επαγγελματική ανεπάρκεια αυτής. Κατά την επίδοση προς την αναιρεσείουσα της ως άνω καταγγελίας δεν επιδείχτηκε ταυτόχρονα σ' αυτήν και το ειδικό πληρεξούσιο, με το οποίο η αναιρεσίβλητη παρείχε στους υπογράφοντες την καταγγελία την εξουσία να προβούν στην καταγγελία.
Για την έλλειψη αυτή η αναιρεσείουσα διαμαρτυρήθηκε προς την αναιρεσίβλητη με σχετική εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε σ' αυτήν στις 13-7-2000. Η αναιρεσίβλητη, αντί άλλης απαντήσεως, ζήτησε με την από .... επιστολή της από την αναιρεσείουσα να της παραδώσει όλους τους φακέλους των υποθέσεων που είχε μέχρι τότε χειριστεί, εννοώντας ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες της.
Η μετά της αναιρεσίβλητης αντιδικία έληξε με την παραίτηση της αναιρεσείουσας από την υπ' αριθ. καταθέσεως 1050/2-10-2000 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και το δικαίωμά της για ακύρωση της ως άνω καταγγελίας, αλλά η παραίτηση αυτή, που διατυπώθηκε στο από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό, έγινε αφενός υπό την πίεση των οικονομικών αναγκών της αναιρεσείουσας, ενόψει του ότι αυτή εξασφάλιζε τις δαπάνες διαβιώσεως της ίδιας και του ανήλικου τέκνου της από την προσφορά της εργασία της στην αναιρεσίβλητη, ενώ όφειλε διάφορα ποσά εκ δανείων σε τράπεζες, και αφετέρου υπό την απειλή της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, ότι σε περίπτωση ακυρώσεως της προηγούμενης καταγγελίας, η αναιρεσίβλητη θα προέβαινε σε νέα καταγγελία της συμβάσεώς της.
Μετά την ως άνω παραίτηση η αναιρεσείουσα αποχώρησε από την υπηρεσία της αναιρεσίβλητης σε ένδειξη έμπρακτης λύπης για τη συμπεριφορά των συναδέλφων της και την προσβολή που προκλήθηκε στο πρόσωπό της, αφού έλαβε από την αναιρεσίβλητη την αποζημίωση που δικαιούταν (11.000.000 δρχ.), λόγω της καταγγελίας της έμμισθης εντολής της και επιπλέον χρηματικό ποσό ύψους 7.545.000 δρχ., ως πρόσθετο αντάλλαγμα των αμοιβών που θα έχανε από τον Ιούνιο του έτους 2001 και εφεξής.
Κατά το έτος 2003 η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση του περιεχομένου αποσπάσματος του υπ' αριθ. ..... πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης. Στο πρακτικό αυτό περιέχεται η απόφαση του παραπάνω διοικητικού συμβουλίου για καταγγελία της έμμισθης εντολής της αναιρεσείουσας και η εξουσιοδότηση-πληρεξουσιότητα προς τη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού της πρώτης να συντάξει και επιδώσει προς την αναιρεσείουσα τη σχετική καταγγελία.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε, ότι τα πρόσωπα που υπέγραψαν τελικά την από 11-7-2000 καταγγελία της έμμισθης εντολής της, ήτοι οι ..... και ...... , ήταν μεν υπάλληλοι-διευθυντές της προαναφερόμενης Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της αναιρεσίβλητης, αλλά δεν ήταν καταστατικά όργανα αυτής, ούτε είχαν την εξουσία να προβούν στην υλοποίηση της καταγγελίας που αποφάσισε το διοικητικό της συμβούλιο, και κατά συνέπεια η προαναφερόμενη καταγγελία της έμμισθης εντολής της είναι ανυπόστατη.
Ακολούθως, η αναιρεσείουσα ζήτησε με την αγωγή της κυρίως να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση έμμισθης εντολής που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη, εξακολουθεί να υφίσταται, λόγω του ότι η από 11-7-2000 καταγγελία της συμβάσεώς της ήταν ανυπόστατη και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της και να της καταβάλει τη συμφωνηθείσα πάγια αντιμισθία της από τις 12 Αυγούστου 2000, επικουρικά δε να αναγνωριστεί ότι από την ως άνω καταγγελία της συμβάσεώς της προσεβλήθη παράνομα στην προσωπικότητά της και να της επιδικαστεί το ίδιο ποσό ως αποζημίωση και επιπλέον χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αιτία αυτή.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή ήταν μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσίβλητη, δια του αρμοδίου οργάνου της (διοικητικού συμβουλίου), αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση έμμισθης εντολής της αναιρεσείουσας, η καταγγελία δε αυτή υλοποιήθηκε από την εξουσιοδοτηθείσα προς τούτο αρμόδια διεύθυνσή της και συγκεκριμένα τους προαναφερόμενους διευθυντές αυτής, που υπογράφουν την από 5-7-2000 επιστολή-καταγγελία.
Ακόμη όμως και αν θεωρηθεί ότι η καταγγελία αυτή έγινε από αναρμόδια και μη έχοντα εξουσία πρόσωπα, η αναιρεσείουσα εξέθετε στην αγωγή της, ότι η αναιρεσίβλητη, σε απάντηση της από 13-7-2000 διαμαρτυρίας της, ζήτησε από αυτήν να της επιστρέψει όλους τους φακέλους των δικογραφιών που είχε στην κατοχή της, εκδηλώνοντας και πάλι τη βούλησή της για καταγγελία της συμβάσεώς της.
Κατά συνέπεια, με τη μεταγενέστερη αυτή δήλωσή της η αναιρεσίβλητη ενέκρινε την αρχική καταγγελία και η έγκριση αυτή επείχε θέση νέας καταγγελίας, η οποία δεν προσβαλλόταν από την αναιρεσείουσα. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ανέφερε στην αγωγή της, αναφορικά με την επικαλούμενη ακυρότητα της καταγγελίας της έμμισθης εντολής της, ότι παραιτήθηκε ρητώς από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας αυτής με σχετική δήλωσή της που περιεχόταν στο από .....
ιδιωτικό συμφωνητικό, χωρίς, επίσης, η δήλωση παραιτήσεώς της να προσβάλλεται για οποιοδήποτε λόγο. Σημειώνεται, ότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή αίτια που οδήγησαν την αναιρεσείουσα στη σχετική απόφασή της δεν αποτελούσαν λόγους ακυρώσεως της σχετικής δικαιοπραξίας, ενώ δεν περιεχόταν στην αγωγή βάση από τον αναφερόμενο στην αίτηση αναιρέσεως συμβιβασμό, ούτε περιεχόταν αίτημα για ακύρωση του συμβιβασμού αυτού.
Τέλος, υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά, η καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής της αναιρεσείουσας δεν έγινε με τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει προσβολή στην προσωπικότητα της. Επομένως, το Εφετείο που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσείουσας και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 67, 68, 70, 167, 213, 226, 232 επ., 349, 350 και 669 του ΑΚ, και δεν άφησε αδίκαστη αίτηση, οι δε περί του αντιθέτου υπό στοιχεία Α1, Α2, Γ και Ε λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους, όπως εκτιμάται το περιεχόμενό τους, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.1 και 9 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι υπό στοιχεία Α3, Α4 Α5 και Β3 λόγοι της αναιρέσεως, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των άρθρων 173, 871 και 872 του ΑΚ και ειδικότερα ότι το Εφετείο α) παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ κατά την ερμηνεία της δηλώσεως της αναιρεσείουσας, που περιέχεται στον καταρτισθέντα με την αναιρεσίβλητη συμβιβασμό, β) ερμήνευσε εσφαλμένα τις διατάξεις περί παραιτήσεως του μισθωτού από το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της καταγγελίας της συμβάσεώς του, ως περιεχόμενο εξώδικου συμβιβασμού και γ)ερμήνευσε εσφαλμένα τις ανωτέρω περί συμβιβασμού ουσιαστικές διατάξεις, πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αλυσιτελείς, αφού στην ένδικη αγωγή δεν περιέχεται βάση από τον επικαλούμενο συμβιβασμό.
Επειδή "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Με τους υπό στοιχεία Β1, Β2, Β4 και Β5 λόγους της αναιρέσεως, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δεν έλαβε υπόψη κρίσιμους ισχυρισμούς που πρότεινε με την αγωγή της η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα α) έλαβε υπόψη την παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της να ζητήσει την ακύρωση της καταγγελίας της συμβάσεώς της με την αναιρεσίβλητη, παρότι την παραίτηση αυτήν ανέφερε η αναιρεσείουσα διηγηματικώς και δεν ήταν στοιχείο της αγωγής της, β) δεν έλαβε υπόψη τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίο διευκρίνισε ότι το ανυπόστατο της καταγγελίας της συμβάσεώς της ουδέποτε αποτέλεσε βάση διαπραγμάτευσης ή αντικείμενο του συμβιβασμού, γ) δεν έλαβε υπόψη τη βάση της αγωγής για ακύρωση του συμβιβασμού της με την αναιρεσίβλητη, κατά το άρθρο 147 του ΑΚ, και δ) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι τα πρόσωπα που υπέγραψαν το συμβιβασμό εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν ήταν καταστατικά όργανα αυτής, ούτε είχαν την απαιτούμενη ειδική πληρεξουσιότητα.
Όλοι όμως οι προαναφερόμενοι λόγοι πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αλυσιτελείς, αφού ο μεν πρώτος αναφέρεται στην παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικαίωμά της να προσβάλει την καταγγελία της συμβάσεώς της, παρότι η καταγγελία αυτή, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, δεν είχε κάποιο ελάττωμα, οι δε λοιποί αναφέρονται σε συμβιβασμό, που δεν αποτέλεσε στοιχείο της βάσεως της αγωγής αυτής.
Επειδή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.17 του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της και όχι όταν η αντίφαση υπάρχει μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Επομένως ο υπό στοιχείο Δ λόγος αναιρέσεως, από την προαναφερόμενη διάταξη, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έχει αντιφατικές διατάξεις, αφού ενώ δέχεται στο αιτιολογικό της ότι αίτημα για ακύρωση του συμβιβασμού δεν περιέχεται στο διατακτικό της αγωγής, αλλά περιλαμβάνεται "εν σπέρματι" στο ιστορικό της, καταλήγει τελικά στο συμπέρασμα ότι δεν περιέχεται στην αγωγή βάση για ακύρωση του συμβιβασμού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 27 Νοεμβρίου 2006 αίτηση της ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 531/2006 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ