Legislator Case Law & Legislation
734/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to restate grounds in appellate briefs.

Case Number 734/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court violated substantive law by rejecting a claim regarding the removal of the defendant from the property. However, the court found that the appellant failed to legally restate this specific ground in their appellate brief or supplementary arguments submitted to the Court of Appeals. Consequently, the court held that the appeal lacked the necessary procedural foundation to be reviewed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 520, 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds relied upon were not legally restated in the appellate brief or supplementary arguments, unless they concern public order or specific exceptions.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal restatement of grounds appellate brief requirements substantive law violation procedural exhaustion Court of Appeals legal representation

Cited Legislation

AI generated
Article 520 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 734 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 734/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσώνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Ν. του Ι. και 2) Ι. Ν. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Λιούμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2011 του ιδίου Δικαστηρίου και 219/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/3/2012 αίτησή του και τους από 31/10/2012 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 26/11/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 700/2011). Εξάλλου η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 700/2011, ΑΠ 2101/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και τους πρώτο και δεύτερο λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου, την οποία απέρριψε το δικαστήριο τούτο ως μη νόμιμη, η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 15 του Ν.Δ/τος 3958/1959 παρ.1,2, της παρ.9 (περ.

α) του άρθρου 3 του Ν. 3399/2005 και του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος με τους τρεις πρώτους λόγους του κυρίου δικογράφου και το δεύτερο πρόσθετο λόγο με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τους, με το να δεχθεί (η προσβαλλομένη απόφαση) ότι το .../2005 συμβόλαιο, με βάση το οποίο μεταβιβάσθηκε σε αυτόν η κυριότητα τμήματος γεωργικού κλήρου κατά παράβαση των διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας, που απαγορεύει τη μεταβίβαση διαιρετού τμήματος του κληροτεμαχίου, είναι άκυρο επειδή συντάχθηκε μετά την ισχύ του Ν. 3399/17-10-2005, καθώς και με τη μη εφαρμογή της παρ.5 του άρθρου 15 του Ν. 3958/1959 με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, η οποία ίσχυε κατά το χρόνο σύνταξης του παραπάνω συμβολαίου και συνεπώς έπρεπε να την εφαρμόσει, αφού συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Δεν αναφέρεται όμως στο αναιρετήριο για την πληρότητα των λόγων αυτών, όπως απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που είχε επικαλεσθεί ο αναιρεσείων στην αγωγή του για τη θεμελίωσή της, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της ως νόμω αβάσιμης συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι ως αόριστοι.

Επειδή, ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΑΠ 920/2011, ΑΠ 1854/2007, ΑΠ 1259/2003).

Συνεπώς ο πρώτος και δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται σε σχέση με την απόρριψη της αγωγής, στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτοι, αφού το δικαστήριο δεν εξέτασε την ουσία της υποθέσεως, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.9 περ.γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Περαιτέρω κατά το β' εδάφιο του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Πράγμα συνεπώς υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 11/96, ΟλΑΠ 25/2003), ενώ δεν είναι πράγματα υπό την παραπάνω έννοια τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 3/1997).

Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν, άλλως άφησε αδίκαστο λόγο έφεσης, με το οποίο διατυπώνει ο αναιρεσείων παράπονα κατά της πρωτόδικης απόφασης, που συνιστούν όμως νομικά επιχειρήματα που κατατείνουν στο να γίνει δεκτή η εκδοχή ότι κατά την έννοια των παραπάνω κρίσιμων ουσιαστικών διατάξεων εμπίπτουν στην εφαρμογή τους και επομένως το προαναφερόμενο συμβόλαιο είναι έγκυρο και η αγωγή του νόμιμη.

Συνεπώς οι λόγοι αυτοί από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψιν του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψιν των παραπάνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997).

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος, αφού το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 556 παρ.1, 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προσβαλλομένη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης κατά το μέρος που γίνεται με το αναιρετήριο αριθμητικά μόνον επίκληση της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των στοιχείων που στηρίζουν τη σχετική αναιρετική πλημμέλεια είναι απαράδεκτος.

Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας 2) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψιν του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, συνισταμένης στη νομική πρόταση του ισχυρισμού που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Ειδικότερα αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων μπορεί να γίνει, σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ..

Με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του αγωγική βάση περί αποβολής από τη νομή του επιδίκου, που σωρευόταν με τη διεκδικητική αγωγή, όπως με σχετικό λόγο έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής παραπονέθηκε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την αγωγική αυτή βάση.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον ο ισχυρισμός που τον στηρίζει, δεν επαναφέρθηκε νομίμως στο Εφετείο από τον ηττηθέντα στον πρώτο βαθμό ενάγοντα - εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα με λόγο έφεσης περιεχόμενο στην από 31/1/2011 έφεσή του κατά της πρωτόδικης απόφασης ή στους από 28/2/2011 πρόσθετους λόγους αυτής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

επισκόπηση του δικογράφου τους, στα οποία άλλωστε ρητώς διαλαμβάνεται αίτημα για την εξαφάνιση της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης με σκοπό να γίνει δεκτή η διεκδικητική αγωγή, ενώ δεν συντρέχει καμία περίπτωση εξαίρεσης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.. Ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος καθ' όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, περιέχεται σ' αυτήν αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, το οποίο κατέλαβαν χωρίς δικαίωμα οι εναγόμενοι και την υποχρέωση αυτών προς απόδοσή του, δηλαδή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου αγωγή και όχι και αξίωση προστασίας της νομής λόγω αποβολής του ενάγοντος από αυτήν.

Ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20/3/2012 αίτηση του Θ. Τ. και τους από 31/10/2012 πρόσθετους λόγους αυτής περί αναιρέσεως της 219/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ