Legislator Case Law & Legislation
700/2011 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance dismissal of labor claim based on non-compliance with substantive law regarding contract duration.

Case Number 700/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a labor dispute. The appellant argued the lower court incorrectly rejected a claim for unpaid wages based on a contract signed in 1994, treating the employer's refusal to hire him as mere delay rather than a breach of contract. The Court found the second instance judge erred by applying tort law instead of labor contract provisions, thereby invalidating the first instance judgment. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 914 of the Civil Code; The second instance court must examine whether the first instance judgment violated substantive law by misapplying the legal basis of the claim, and if so, the appeal is admissible and the case must be remitted for retrial.

Keywords

AI generated
labor contract duration substantive law violation tort vs contract claim second instance error remittal for retrial wage arrears claim non-acceptance of work

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 914 of the Civil Code
Arts. 648 et seq. of the Civil Code
Arts. 5, 6, 7, 12 of the Labor Code
Art. 16 of the General Law on Public Service

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 700 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 700/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορo Κοσμίδη και Νικόλαος Τρούσας, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 8η Φεβρουαρίου 2011 , με την παρουσία και της Γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Επαμεινώνδα Κουφογιάννη,με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητου: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος" (ΑΕ ΟΤΕ),η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Ευγενία Σούμπαση , με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 1455/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5466/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-01-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγήτης Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 28-01-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόµενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλόµενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως µη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα µε το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται µε πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως µη νόμιμη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων στην αγωγή, για τη στήριξη του συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν η απόρριψη του αγωγικού αιτήματος ως µη νοµίµου συνιστά ή όχι παραβίαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (Ολ ΑΠ 7/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι µε αυτήν ο αναιρεσείων επικαλέστηκε ότι συµµετείχε επιτυχώς σε διενεργηθέντα διαγωνισμό που προκήρυξε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη για την πρόσληψη τεχνιτών δικτύων. Ότι από τους πίνακες επιτυχόντων στους οποίους αναγράφονταν 531 άτομα η εναγοµένη προσέλαβε τους πρώτους στη σειρά 150.

Ότι μετά την άρνηση της εναγοµένης να τον προσλάβει, µε την αιτιολογία ότι το πτυχίο Τεχνικής Σχολής δεν είναι από εκείνα που ζήτησε µε την προκήρυξη, ούτε ισότιμο µε εκείνα, άσκησε, μαζί με άλλους, αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθµ. 8113/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών µε την οποία αναγνωρίστηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπάρχει από 1-8-1994 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάµει της οποίας η εναγόµενη υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως έκτακτου τεχνίτη δικτύου και ότι υποχρεούται να τον εισαγάγει προς εκπαίδευση και αποφοίτηση στην Σχολή του προσωπικού του ΟΤΕ.

Ότι στις 22/4/1999 υπεγράφη μεταξύ του ίδιου και της εναγοµένης πρακτικό συµβιβασµού µε το οποίο συµφωνήθηκαν και τα εξής: 1) Η αφενός συµβαλλόµενη Ο.Τ.Ε. Α.Ε. δηλώνει ότι σε εκτέλεση της 8133/1998 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών αποδέχεται στο εξής τις υπηρεσίες του αφετέρου συµβαλλοµένου Θ. Α. Μ. ως έκτακτου τεχνίτη δικτύων, αναγνωρίζοντας ότι µεταξύ αυτού και της Ο.Τ.Ε.

Α.Ε. υπάρχει από 1/8/1994 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ότι υποχρεούται να τον εισαγάγει προς εκπαίδευση στη σχολή προσωπικού της. 2) Ο αφετέρου συµβαλλόµενος δηλώνει ότι ρητώς παραιτείται του δικαιώματος του να διεκδικήσει αναδρομικά τις αποδοχές του (μισθούς υπερημερίας) από 1/8/1994 μέχρι σήμερα (22-4-1999).

Ότι η εναγοµένη αρνήθηκε να τον προσλάβει από 1-8-1994 και τον προσέλαβε από 3-10-1997 και τον ενέταξε μισθολογικά από 10-6-1999. Ότι τελικά η εναγοµένη τον κατέταξε µεν στην ΔΕ κατηγορία πλην όμως προσμέτρησε το χρόνο υπηρεσίας του µόνο από 1-1-1999 µε αποτέλεσμα να λαμβάνει βασικό μισθό από δύο έως τρεις μισθολογικές βαθμίδες χαμηλότερο από τον δικαιούμενο µε βάση τις επικαλούμενες ΕΣΣΕ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή.

Ότι η µη συµµόρφωση της εναγοµένης τόσο στην ανωτέρω απόφαση, όσο και στο από 22-4-1999 Πρακτικό Συµβιβασµού που υπεγράφη μεταγενέστερα μεταξύ των διαδίκων μερών, είχε ως αποτέλεσμα αφενός να προσληφθεί την 3-10-1997 και αφετέρου το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 έως 10-6-1999 να μην αναγνωρίζεται ως χρόνος υπηρεσίας και να μην συνυπολογίζεται για την ένταξη του στα μισθολογικά κλιμάκια και στον υπολογισμό του χρονοεπιδόματος.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του από το ποσό των 17.981 ευρώ στο ποσό των 9.949 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 23-4-1999 έως 31-12-2001, και της μετατροπής του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό για το ποσό των 8.032 ευρώ που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2004, ζήτησε Α)να υποχρεωθεί η εναγοµένη να του καταβάλει το ποσό των 9.949 ευρώ και Β) να αναγνωριστεί ότι η εναγοµένη υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 8.032 ευρώ, ποσά τα οποία του οφείλει η εναγοµένη επιπλέον από τις καταβληθείσες τακτικές αποδοχές του από το µη συνυπολογισμό της παραπάνω υπηρεσίας του για τον προσδιορισμό του χρονοεπιδόµατος του και την ένταξή του στα κλιμάκια τα οποία λεπτομερώς προσδιορίζει µε αυτήν (αγωγή).

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή περιέχει πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν την αξίωση του αναιρεσείοντος για την καταβολή δικαιουµένων αποδοχών, εκτός των καταβληθεισών, µε βάση τη σύμβαση εργασίας που κατάρτισε µε την εναγοµένη και όχι µε βάση την αδικοπραξία. Τούτο δε γιατί σύμφωνα µε τα παραπάνω ο ενάγων (αναιρεσείων) ζητεί να του επιδικαστούν, επιπλέον από τις καταβληθείσες, αποδοχές, λόγω µμεγαλύτερου χρονοεπιδόµατος και ανωτέρων μισθολογικών κλιμακίων, τις οποίες, όπως ισχυρίζεται, δικαιούται µε βάση το συνολικό χρόνο ισχύος της σύμβασης εργασίας του, στον οποίο συµπεριλαµβάνει και το χρονικό διάστημα από το οποίο άρχισε να ισχύει η σύμβαση (1-8-1994) μέχρι και την πραγματική πρόσληψη του από την εναγοµένη.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόµενη απόφαση το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως µη νόμιμη, γιατί δέχθηκε ότι "η µη αποδοχή εκ μέρους της εναγοµένης της προσφερόµενης, προσηκόντως και πραγματικής εργασίας του ενάγοντος από 1/8/1994, επιφέρει µόνο συνέπειες υπερημερίας. Η αξίωση του ενάγοντος από την υπερημερία της εναγοµένης είναι απαίτηση μισθού και όχι απαίτηση από αδικοπραξία.

Εξάλλου, ο ενάγων δεν επικαλείται στο δικόγραφο της αγωγής ότι η άρνηση της εναγοµένης να αποδεχθεί την εργασία του από 1/8/1994 απέβη καταχρηστική κατά την έννοια της ΑΚ". Επομένως το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην αγωγή στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, και στη συνέχεια, εφαρμόζοντας τη διάταξη αυτή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, µε την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, και την απέρριψε ως µη νόμιμη, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ.

ΑΚ, 5, 6, 7, 12 Γ1 και 16 του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε., της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, 1-8-1994 και από 10-6-1999 ΕΣΣΕ.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, µε τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, µε την κατά τα ανωτέρω κρίση του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5466/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Απριλίου 2011.Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ