Supreme Court dismisses appeal on drug trafficking conviction citing procedural errors were not proven.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a drug trafficking conviction, ruling that the alleged procedural violations were unsubstantiated. The appellant argued that the court erred in interpreting the law and failed to provide sufficient reasoning, claiming absolute nullity due to the non-reading of specific documents during the trial. The court rejected these claims, finding that the documents in question were merely procedural or referenced narratively in the judgment, thus not depriving the defendant of their right to be heard.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(A) and 171(1)(d) of the Code of Criminal Procedure; The court held that the failure to read specific documents does not constitute absolute procedural nullity if such documents are procedural in nature or referenced narratively in the judgment without affecting the defendant's right to defense.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 732 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 732/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Στυλιανού Κωσταρέλλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου C. L. του S. ή S., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο, για αναίρεση της απόφασης 94/2024 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης. Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αρ. 39/17.12.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπ' αριθ.39/17-12-2024 αίτηση του (επων.) C. (ον.) L. του S., για αναίρεση της υπ' αριθ. 94/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, με την οποία αυτός καταδικάστηκε, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 α' και ε' του ΠΚ, σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών με τη μορφή της αγοράς και της κατοχής, έχει ασκηθεί νομότυπα (με δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του γραμματέα του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου) και εμπρόθεσμα (καταχώριση της προσβαλλόμενης απόφασης στο, κατά το άρθρο 473 παρ.3 εδ.α' του ΚΠΔ, βιβλίο στις 9.12.2024), σύμφωνα με τα άρθρα 462, 464, 466 παρ. 1 και 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ.1, 4, 504 παρ.1 και 505 παρ. 1 ΚΠΔ και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, ήτοι την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 στ.
Ε' του ΚΠΔ), την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ) και την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, από την οποία παραβιάστηκαν τα δικαιώματα υπεράσπισής του (άρθρο 510 παρ.1 στ.Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων.
Στο άρθρο 20 του Ν. 4139/2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" ορίζεται, ότι "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2 Α και 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών...3.
Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία".
Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων το ανωτέρω έγκλημα όσον αφορά στην "αγορά" και ''πώληση'' πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την, για το σκοπό αυτό, παράδοση της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε. Όσον αφορά στην "κατοχή" ναρκωτικών ουσιών, αυτή πραγματώνεται με την φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από το δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά, είναι δε αναγκαίος ο προσδιορισμός του προσώπου που έχει την πραγματική εξουσία διαθέσεως της ναρκωτικής ουσίας.
Ειδικότερα, για την θεμελίωση και αιτιολόγηση της τελέσεως του εγκλήματος της πώλησης, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, δεν απαιτείται ακριβής καθορισμός: 1) της ποσότητας τούτων, αφού ο νόμος δεν συνδέει, ούτε την τέλεση, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα των ναρκωτικών, 2) του χρόνου τέλεσης της πράξης, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής αυτής, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, 3) του επιτευχθέντος τιμήματος, και 4) της ταυτότητος των πωλητών και των αγοραστών.
Για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει τη πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση (ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 1495/2022, ΑΠ 127/2022).
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 129/2024).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ` ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους παραδεκτά προβαλλόμενους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Όσο δε αφορά τους αρνητικούς ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, δηλαδή, εκείνους με τους οποίους αρνείται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούει στοιχεία της κατηγορίας, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται μεν με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως υπό το πρίσμα των ρυθμίσεων του νέου ΚΠΔ, που με την πρόβλεψη, στη διάταξη του άρθρου 171, απόλυτης ακυρότητας στις περιπτώσεις παραβίασης υπερασπιστικών εκφάνσεων του δικαιώματος ακρόασης, που παρέχεται στον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 177 ΚΠΔ, στο οποίο τυποποιείται ιστορικά η αρχή της ηθικής απόδειξης και 178 ΚΠΔ, (στο οποίο ενσωματώθηκε το πρώτο εδάφιο του άρθρου 179 του προϊσχύοντος ΚΠΔ) και το οποίο αφορά στο απεριόριστο των αποδεικτικών μέσων και στην υποχρέωση των δικαστικών προσώπων να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια, αλλά και να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητα του κατηγορούμενου στα πλαίσια των αυτονόητα απορρεουσών από το τεκμήριο αθωότητας αρχών της μη υποχρέωσης του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του και της αρχής in dubio pro reo, διαμορφώνεται μια ορθότερη από συστηματική άποψη κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία αντανακλά πληρέστερα την άρρηκτη σχέση του δικαιώματος υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης και αποδίδει την πραγματική νομική διάσταση του δικαιώματος αυτού ως υπερασπιστικού δικαιώματος που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία (Αιτιολογική έκθεση Ν. 4620/2019 - Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σελ.52-56).
Τούτων παρέπεται, ότι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του κατηγορούμενου εξακολουθούν λόγω της φύσης τους ως συνδεόμενοι με στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης που εκδικάζεται, να αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, πλην όμως, εντασσόμενοι στην παραπάνω κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, απαιτούν ευρύτερη και αυτεπάγγελτη έρευνα στα πλαίσια των ως άνω αρχών κάθε αποδεικτικού στοιχείου για την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτή της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου (ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 32/2021, ΑΠ 2036/2019).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.Δ. 53/74 και αποτελεί, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε..., είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".
Αναγνωρίζεται, δηλαδή, στον κατηγορούμενο, το δικαίωμα για "δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης, υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου.
Στην έννοια της δίκαιης δίκης, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων και η υποχρέωση αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων. Και ναι μεν, η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ισχύοντος ΚΠΔ, μπορεί, όμως, να συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους, από την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' του ΚΠΔ λόγους και τότε, προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της δικαστικής απόφασης. Μια τέτοια πλημμέλεια, που μπορεί να έχει σαν συνέπεια, την απόλυτη ακυρότητα, είναι και η μη τήρηση της υποχρέωσης για αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων. Το περιεχόμενο, δε, της πλημμέλειας αυτής και την επάρκεια της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων, προσδιορίζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το οποίο αναφέρει ότι, "το άρθρο 6 παρ. 1 υποχρεώνει τα δικαστήρια να αιτιολογούν τις αποφάσεις των.
Δεν πρέπει όμως να γίνεται αντιληπτό ότι το άρθρο αυτό απαιτεί από τα δικαστήρια μια λεπτομερή απάντηση σε κάθε επιχείρημα των μερών. Η έκταση της υποχρέωσης αιτιολογίας μπορεί να ποικίλλει κατά τη φύση της απόφασης. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη, ιδίως, η διαφορά των μέσων που ένας διάδικος μπορεί να εγείρει και οι διαφορές στα συμβαλλόμενα κράτη σχετικά με τις νομικές διατάξεις, τα έθιμα, τις θεωρητικές αντιλήψεις και την παρουσίαση και σύνταξη δικαστικών αποφάσεων.
Γι' αυτό, το ζήτημα εάν ένα δικαστήριο παρέβη την υποχρέωση αιτιολογίας κατά το άρθρο 6 της Σύμβασης δεν μπορεί να αναλυθεί παρά μόνο υπό το φως των περιστάσεων της δικαζόμενης υπόθεσης. Η έννοια της δίκαιης δίκης απαιτεί, όπως ένα εσωτερικό δικαστήριο, που αιτιολόγησε βραχέως την απόφασή του, να έχει πράγματι ερευνήσει τα κύρια ζητήματα, που του υπεβλήθησαν.
Κατά συνέπεια, παρ' ότι η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δεν αποτελεί, όπως προελέχθη, αυτοτελή λόγο αναίρεσης, εντούτοις η έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορουμένου, για "δίκαιη δίκη" που παρέχεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) και γεννά απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' του ΚΠΔ, επιτρέπουσα την άσκηση αναίρεσης, κατά της καταδικαστικής απόφασης, για το λόγο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ισχύοντος ΚΠΔ (ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 29/2023, 1241/2022). Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (ΑΠ 1002/2024, ΑΠ 185/2022, ΑΠ 689/2020). Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 1/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ.94/2024 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά και απόφαση της πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης αυτής, καθώς και έγγραφα που προσκόμισαν οι συνήγοροι υπεράσπισης των κατηγορουμένων, τα οποία αναγνώσθηκαν και τις απολογίες των κατηγορουμένων), δέχθηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά, καθόσον αφορά τον αναιρεσείοντα: "Στο Ορφάνι Καβάλας, τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 2017 και έως τη σύλληψη του την 18-7-2017 ο πρώτος κατηγορούμενος (επώνυμο) K. (όνομα) G.
του Η. (μη διάδικος εν προκειμένω), ενώθηκε με τους: δεύτερο κατηγορούμενο (επώνυμο) K. (όνομα) I. ή E. του Η. (μη διάδικο εν προκειμένω), και ..., όλοι Αλβανοί Υπήκοοι, και συνέστησαν οργάνωση -με στοιχειώδη δομή-με την συμφωνία να διαπράξουν διακίνηση ναρκωτικών... Στα πλαίσια αυτής της συμμορίας, ο πρώτος κατηγορούμενος K.
G. παράγγελνε τηλεφωνικά ποσότητες ναρκωτικών (κάνναβης) από τον Αλβανό υπήκοο, κάτοχο της τηλεφωνικής σύνδεσης με αριθμό ... με το όνομα "N.", αγνώστων λοιπών στοιχείων διαπραγματευόμενος την ποσότητα και την τιμή. Ακολούθως, ο ανωτέρω παρέδιδε τις παραγγελθείσες ποσότητες στους Αλβανούς Υπηκόους S. A. (όγδοο κατηγορούμενο, μη διάδικο εν προκειμένω) και E. M. (μη διάδικο εν προκειμένω), οι οποίοι τις εισήγαγαν από την Αλβανία μέσω αφύλακτης μεθοριακής διάβασης της Φλώρινας στην Ελλάδα και εν συνεχεία μετέφεραν αυτές πρώτα στη Θεσσαλονίκη και από εκεί μετέφεραν αυτές σε αγροτική περιοχή του Ορφανίου Καβάλας.
Εκεί τις παραγγελθείσες ποσότητες παραλάμβανε ο αδερφός του και συγκατηγορούμενός του, K. I., ο οποίος σε συνεννόηση μαζί του τις έκρυβε σε τοποθεσίες πλησίον του γηπέδου ποδοσφαίρου του Ορφανίου. Ακολούθως, μετά από τηλεφωνική ή δια ζώσης επικοινωνία με τους λοιπούς ως άνω συγκατηγορούμενούς του, πωλούσε στους τελευταίους ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, από τις αποθηκευμένες στις ανωτέρω τοποθεσίες, με σκοπό οι τελευταίοι να τις διακινήσουν περαιτέρω στους χρήστες ναρκωτικών ουσιών της ευρύτερης περιοχής του Νομού Καβάλας αλλά και της Δράμας.
Πιο συγκεκριμένα στις αρχές Μαρτίου του έτους 2017, προσήλθε στο Γραφείο Δίωξης Ναρκωτικών Καβάλας o A. M. (μη διάδικος εν προκειμένω) και παρείχε ουσιώδεις πληροφορίες σχετικά με τη δράση κυκλώματος εισαγωγής και διακίνησης ποσοτήτων ακατέργαστης κάνναβης με έδρα την Αλβανία, τα μέλη του οποίου δρουν στην Καβάλα...
Ειδικότερα, υπέδειξε ως ηγετικό μέλος του Αλβανικού κυκλώματος τον πρώτο κατηγορούμενο K. G. του Η. και της S. o οποίος όντας μόνιμος κάτοικος Ορφανίου Καβάλας, εμφανίζεται ως υπεύθυνος για την αποθήκευση, αλλά και την περαιτέρω διακίνηση των ναρκωτικών. Επίσης ανέφερε ότι ο K. G. για τις παράνομες δραστηριότητές του χρησιμοποιεί τις υπ' αριθ. ...
και ... τηλεφωνικές συνδέσεις... Προς το σκοπό αυτό για την καλλίτερη έρευνα της υπόθεσης εκδόθηκαν τα σχετικά βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας με τα οποία επιτράπηκε η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών μέσω των ανωτέρω κινητών τηλεφώνων. Πράγματι καταρτίσθηκαν σχετικά μαγνητοταινίες, περιέχουσες μαγνητοφωνημένες συνομιλίες των κατηγορουμένων, κατά το αναφερόμενο χρονικό διάστημα αντίγραφα των οποίων δόθηκαν και στους κατηγορούμενους.
Στις μαγνητοταινίες διαλαμβάνεται το σύνολο των συνομιλιών, η αποτύπωσή τους όμως στα πρακτικά απομαγνητοφώνησης, η οποία έγινε από τους αναφερόμενους αστυνομικούς προς διευκόλυνση των Δικαστικών Αρχών, κατά τα μη κρίσιμα για την υπόθεση τμήματα αυτών, διαλαμβάνεται σε περίληψη, χωρίς αυτό να αποτελεί συρραφή τμημάτων των συνομιλιών...
Ειδικότερα από την ανάλυση των δεδομένων των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων τηλεφωνίας προέκυψαν και τα άλλα προαναφερόμενα μέλη της συμμορίας. Ειδικότερα, προέκυψε ότι γίνονταν η εισαγωγή από τον S. A. από την Αλβανία μέσω αφύλακτης μεθοριακής διάβασης στην περιοχή της Φλώρινας, ποσοτήτων ακατέργαστης κάνναβης τις οποίες μεταφέραν στη Θεσ/νίκη και από εκεί πλέον τις διακινούσαν.
Προκειμένου διακριβωθεί πλήρως η δράση τους επίσης ζητήθηκε και τέθηκε σε εφαρμογή το μέτρο της καταγραφής του περιεχομένου των τηλεφωνικών συνομιλιών και των υπ' αριθμών ... και ... τηλεφωνικών συνδέσεων που χρησιμοποιούσε ο S. A., για το χρονικό διάστημα από 26-05-2017 έως και 26-06-2017. Από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό διαπιστώθηκε η δραστηριοποίηση των προαναφερόμενων κατηγορουμένων στην διακίνηση των ναρκωτικών και ειδικότερα ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο οποίος λειτουργούσε πάντοτε κατ' εντολή του πρώτου, ήταν επιφορτισμένος με την παραλαβή των ναρκωτικών από τους μεταφορείς, την απόκρυψή τους στην "καβάντζα" αλλά και την περαιτέρω διακίνησή τους με τα υπόλοιπα μέλη της συμμορίας...
Μάλιστα σε καταγεγραμμένη συνομιλία καταγράφηκε η πώληση ενός κιλού ακατέργαστης ινδικής κάνναβης την 11-06-2017 από τον S. A. στον ένατο κατηγορούμενο C. L. του S. και της D. Ο ίδιος αρνείται ότι ήταν αυτός στην καταγεγραμμένη τηλεφωνική συνομιλία του με τον S. A. και προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκομίζει την από 8-3-2021 τεχνική έκθεση σύγκρισης φωνής από καταγεγραμμένη συνομιλία του πραγματογνώμονα Κ.
Μ. του Δ. Οι αιτιάσεις όμως αυτές του εν λόγω κατηγορούμενου ότι συντρέχει εσφαλμένη αναγνώριση εξ ακοής της φωνής του είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, δοθέντος καταρχήν ότι πρόκειται για μία ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη που έγινε κατ' εντολή του ιδίου και της οποίας η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, δεν διαπέρασε την δικαστική αξιολόγησή της για την ταυτοποίηση της φωνής με έλεγχο της μεθοδολογίας αναγνώρισης φωνής και ακουστικής ανάλυσης και δεν μπορεί να συνεισφέρει στο Δικαστήριο καθόσον το όλο αποδεικτικό υλικό (εννοείται, δεν) είναι ικανό για να μπορέσει το Δικαστήριο να μορφώσει την κατ' άρθρο 177 ΚΠΔ δικανική του πεποίθηση και κατά δεύτερον ότι δεν εξηγείται η κατοχή του αριθμού της τηλεφωνικής σύνδεσης του εν λόγω κατηγορούμενου από -τυχόν- άλλο πρόσωπο καθώς δεν πείθουν αλλά ούτε και αποδεικνύονται οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου ότι απουσίαζε στο εξωτερικό την επίμαχη ημερομηνία συναλλαγής...
Περαιτέρω από την απομαγνητοφώνηση των συνομιλιών που έγιναν μεταξύ των κατηγορουμένων μέσω των προαναφερόμενων τηλεφωνικών συνδέσεων (κινητών) κατά το στάδιο που νομίμως κατά τα ανωτέρω είχε αρθεί το απόρρητό τους, αλλά και όλα τα λοιπά ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν και τα εξής ακόμη περιστατικά: ...Ο όγδοος κατηγορούμενος (επώνυμο) S. (όνομα) A.
του M. χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις, διακίνησε ναρκωτικές ουσίες, με τη μορφή της κατοχής με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος: Α) 1) Στο Ορφάνι Καβάλας την 24-05-2017, κατ' εντολή του χρήστη της υπ' αριθμ. ...
τηλεφωνικής συσκευής ονόματι "N." κατείχε δύο (2) κιλά ακατέργαστης κάνναβης με σκοπό την περαιτέρω διάθεση. 2) Στην Θεσσαλονίκη την 01-06-2017 κατείχε ένα (1) κιλό ακατέργαστης κάνναβης με σκοπό την περαιτέρω διάθεση. 3) Στην Πέλλα την 11-06-2017 κατείχε ένα (1) κιλό ακατέργαστης κάνναβης με σκοπό την περαιτέρω διάθεση. 4) Στους κάτωθι τόπους και χρόνους, από πρόθεση ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης και χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, διακίνησαν ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο κατείχε και δη κατείχε έχοντας τη φυσική εξουσίαση, ώστε, ενεργώντας, να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούλησή τους να διαθέτει πραγματικά, ποσότητες ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του Ν.4139/2013, δηλαδή ουσιών με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, καθώς και την ανακούφιση των χρονίως πασχόντων από τα συμπτώματα συγκεκριμένης νόσου, για την οποία αυτές κρίνονται ιατρικά επιβεβλημένες, που περιλαμβάνονται στον πίνακα Β' της παρ.2 του άρθρου 1 του Ν.3459/2006, με σκοπό την περαιτέρω διάθεσή της, και συγκεκριμένα:
Στο Ορφάνι Καβάλας την 01-06-2017, κατείχε από κοινού με τον E. M. (μη διάδικο εν προκειμένω) πέντε (5) κιλά ακατέργαστης κάνναβης με σκοπό την περαιτέρω διάθεση. Β) Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, από πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, διακίνησε ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της πώλησης, δηλαδή στους κάτωθι τόπους και χρόνους, και συγκεκριμένα: 1) Στο Ορφάνι Καβάλας την 24-05-2017, κατ' εντολή του χρήστη της υπ' αριθμ. ...
τηλεφωνικής συσκευής ονόματι "N." πώλησε στον συγκατηγορούμενό του K. G. του Η. δύο (2) κιλά ακατέργαστης κάνναβης έναντι μη επακριβώς εισέτι προσδιορισθέντος τιμήματος. Την εν λόγω ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης παρέλαβε από αυτόν κατ' εντολή του προαναφερθέντος συγκατηγορουμένου του K. G. του Η. ο συγκατηγορούμενός του K.
I. του Η. 2) Στην Θεσσαλονίκη την 01-06-2017 πώλησε στον συγκατηγορούμενό του S. A. (μη διάδικο εν προκειμένω) ένα (1) κιλό ακατέργαστης κάνναβης έναντι μη επακριβώς εισέτι προσδιορισθέντος τιμήματος. 3) Στην Πέλλα την 11-06-2017 πώλησε στον συγκατηγορούμενό του C. L. του S. (ήδη αναιρεσείοντα) ένα (1) κιλό ακατέργαστης κάνναβης έναντι μη επακριβώς εισέτι προσδιορισθέντος τιμήματος. 4) Στον κάτωθι τόπο και χρόνο, από πρόθεση ενεργώντας από κοινού και κατόπιν συναπόφασης και χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, διακίνησαν ποσότητα ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της πώλησης και ειδικότερα την 01-06-2017 στο Ορφάνι Καβάλας, ενεργώντας με πρόθεση από κοινού με τον συγκατηγορούμενό του E. M.
κατ' εντολή του χρήστη της υπ' αριθμ. ... τηλεφωνικής συσκευής ονόματι "N." πώλησε στον συγκατηγορούμενό τους K. G. του Η. πέντε (5) κιλά ακατέργαστης κάνναβης έναντι μη επακριβώς εισέτι προσδιορισθέντος τιμήματος. Την εν λόγω ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης παρέλαβε από αυτόν και από τον προαναφερθέντα συγκατηγορούμενό του E. M.
του J. κατ' εντολή του προαναφερθέντος συγκατηγορουμένου του K. G. του Η. ο συγκατηγορούμενός του K. I. του Η.... Ο πρώτος κατηγορούμενος K. G. του Η. χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, διακίνησε ναρκωτικές ουσίες με τη μορφή της αγοράς από κοινού, της αποθήκευσης από κοινού, της κατοχής από κοινού, ... 8) Στο Ορφάνι Καβάλας και για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα πάντως, τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 2017 έως τον Ιούλιο του 2017, διακίνησε με τη μορφή της κατοχής και αποθήκευσης ναρκωτικά και συγκεκριμένα κατείχε και αποθήκευε, τις κατωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών από κοινού με τον αδερφό του, K.
I., σε δύο τοποθεσίες απόκρυφης και δη πέριξ του γηπέδου ποδοσφαίρου και στο λόφο πίσω από τις κερκίδες αυτού. Στα ανωτέρω σημεία είχε αποθηκευμένες από κοινού με τον αδερφό του την 17-7-2017, οπότε και συνελήφθη από τους αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Καβάλας, μία νάιλον συσκευασία ακατέργαστης κάνναβης βάρους 846 γραμμαρίων, μαζί με μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας, τέσσερις νάιλον συσκευασίες ακατέργαστης κάνναβης βάρους 1099, 1075, 1068 και 1057 γραμμαρίων, αντίστοιχα και δύο ακόμη συσκευασίες ακατέργαστης κάνναβης βάρους 1060 και 1035 γραμμαρίων, οι οποίες κατασχέθηκαν από τους ανωτέρω αστυνομικούς...
Ο ένατος κατηγορούμενος (επώνυμο) C. (όνομα) L. του S. και της D. (ήδη αναιρεσείων) χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις, διακίνησε ναρκωτικές ουσίες, με τη μορφή της αγοράς και της κατοχής και συγκεκριμένα στην Πέλλα την 11η Ιουνίου 2017: 1)αγόρασε από τον συγκατηγορούμενο του A.
S. του M., και εν συνεχεία 2) κατείχε ένα κιλό ακατέργαστης κάνναβης έναντι μη επακριβώς εισέτι προσδιορισθέντος τιμήματος...Πρέπει λοιπόν, με βάση τα όσα έγιναν δεκτά παραπάνω,... Να κηρυχθεί ένοχος ο ένατος κατηγορούμενος (επώνυμο) C. (όνομα) L. του S. και της D. της αξιόποινη πράξης του άρθ.20 ν.4139/2013".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, οι οποίοι δεν μετέχουν ήδη στην αναιρετική δίκη, ως και τον συγκατηγορούμενο αυτών και ήδη αναιρεσείοντα (επώνυμο) C. (όνομα) L. του S. και της D., ενόχο, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' ΠΚ, για την προαναφερόμενη αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (αγορά και κατοχή) με το ακόλουθο διατακτικό: "...ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον ένατο κατηγορούμενο (επώνυμο) C. (όνομα) L.
του S. και της D., ένοχο, παρ. αρ. 20 ν.4139/2013, του ότι: Στον παρακάτω τόπο και χρόνο τέλεσε έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική ποινή, ήτοι από πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, διακίνησε ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή αγόρασε και εν συνεχεία κατείχε και δη κατείχε έχοντας τη φυσική εξουσίαση, ώστε, ενεργώντας, να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά τη βούλησή του να διαθέτει πραγματικά ποσότητες ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του Ν.4139/2013, δηλαδή ουσιών με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, καθώς και την ανακούφιση των χρονίως πασχόντων από τα συμπτώματα συγκεκριμένης νόσου, για την οποία αυτές κρίνονται ιατρικά επιβεβλημένες, που περιλαμβάνονται στον Πίνακα Β' του άρθρου 1 Ν. 3459/2006 και συγκεκριμένα στην Πέλλα την 11η Ιουνίου 2017: 1) αγόρασε από τον συγκατηγορούμενό του A.
S. του M., και εν συνεχεία 2) κατείχε ένα κιλό ακατέργαστης κάνναβης έναντι μη επακριβώς εισέτι προσδιορισθέντος τιμήματος".
Με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, τα οποία δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 Πιν.
Β' αριθ.4 του Ν.3459/2006, 1 παρ.1 και 2 και 20 παρ.1, 2 του Ν.4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού και διατακτικού συνάγεται, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της, και περιγράφεται επαρκώς ο τρόπος δράσης κατά την τέλεση της παραπάνω αξιόποινης πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών ως και οι συνθήκες τέλεσης αυτής.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την έννοια της τέλεσης από τον αναιρεσείοντα της πράξης της διακίνησης, με τη μορφή της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών (ακατέργαστης κάνναβης), η οποία είναι από εκείνες που εμπίπτουν στο άρθρο 1 παρ. 2 πίνακας Β' αριθ.4 του Ν.3459/2006), καθορίζοντας και την ποσότητα αυτής.
Και τούτο, μολονότι για τη θεμελίωση της εν λόγω πράξης δεν απαιτείται ο ακριβής καθορισμός της ποσότητας αυτής, αφού σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, ο μη επακριβής προσδιορισμός τους δεν δημιουργεί ασάφεια ή έλλειψη αιτιολογίας στην κατάφαση της ενοχής για την παραπάνω αξιόποινη πράξη διακίνησης.
Εξάλλου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η ιδιότητα των ουσιών, μέρος της οποίας διακινήθηκε από τον αναιρεσείοντα, ως ναρκωτικών, δεν αμφισβητήθηκε από τον συγκατηγορούμενό του, K. G., που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη, στην κατοχή του οποίου βρέθηκε και κατασχέθηκε το μεγαλύτερο μέρος της ως άνω ναρκωτικής ουσίας, την οποία αμφότεροι αγόρασαν από τον S. A., που επίσης δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη, ενώ στα χέρια του αναιρεσειόντος, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν κατασχέθηκαν ναρκωτικές ουσίες, ώστε να ακολουθήσει η διαδικασία γνωστοποίησης της ιδιότητάς τους, όμως προέρχονται από την αυτή μείζονα ποσότητα ναρκωτικής ουσίας που ο κοινός προμηθευτής τους, S. A., κατείχε.
Περαιτέρω, διαλαμβάνονται τα περιστατικά της σύμπραξης των συγκατηγορουμένων του αναιρεσειόντος, αλλά και του αναιρεσείοντος στην εκτέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης με συγκλίνουσες (ταυτόχρονες ή διαδοχικές) επί μέρους πράξεις αυτών, και του κοινού δόλου τους, δηλαδή της θέλησης ή αποδοχής της πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης του ως άνω εγκλήματος, με τη γνώση ότι όλοι πράττουν με δόλο τέλεσης του ίδιου εγκλήματος.
Με πληρότητα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, διατυπώνεται ότι ο συγκατηγορούμενος του αναιρεσείοντος, K. G., παρήγγειλε τηλεφωνικά ποσότητες ναρκωτικών (ακατέργαστης κάνναβης) από τον Αλβανό υπήκοο, κάτοχο της τηλεφωνικής σύνδεσης με αριθμό ... με το όνομα "N.", αγνώστων λοιπών στοιχείων, τις οποίες ο τελευταίος παρέδωσε στον S. A., ο οποίος τις εισήγαγε και τις μετέφερε από την Αλβανία, μέσω αφύλακτης μεθοριακής διάβασης της Φλώρινας, στην Ελλάδα.
Ότι ο S. A., κατά το χρονικό διάστημα από 24-5-2017 έως 1-6-2017 κατείχε συνολικά 9 κιλά ακατέργαστης κάνναβης, από τα οποία πώλησε, στις 24-5-2017 και στις 1-6-2017, κατ' εντολή του "N.", στον K. G., 2 κιλά και 5 κιλά, αντίστοιχα, ακατέργαστης κάνναβης, ενώ την 1-6-2017 στην Πέλλα πώλησε στον αναιρεσείοντα 1 κιλό ακατέργαστης κάνναβης.
Στο Ορφάνι Καβάλας στις 17-7-2017 βρέθηκαν στην κατοχή του K. G., τα ως άνω 7 κιλά ακατέργαστης κάνναβης, τα οποία είχε αποθηκευμένα σε δύο τοποθεσίες απόκρυψης και δη πέριξ του γηπέδου ποδοσφαίρου και στο λόφο πίσω από τις κερκίδες αυτού, σε ισάριθμες (7) νάιλον σακκούλες του 1 κιλού περίπου η κάθε μία, οι οποίες και κατασχέθηκαν από αστυνομικούς του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Καβάλας.
Συνεπώς, από τις ανωτέρω σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ως προς το είδος της ουσίας, που αγόρασε και κατείχε ο αναιρεσείων, δηλαδή ότι επρόκειτο για ακατέργαστη κάνναβη, παρόλο που, κατά τις παραδοχές της απόφασης, δεν επιβλήθηκε σ' αυτόν κατάσχεση, καθόσον αυτή προέρχεται από την ως άνω μείζονα ποσότητα των 9 κιλών ακατέργαστης κάνναβης που εισήγαγε από την Αλβανία, μετέφερε και κατείχε ο κοινός προμηθευτής (S. A.) αυτού και του συγκατηγορουμένου του (K.
G.), αφού στην κατοχή του τελευταίου, επίσης κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τα 7 κιλά ακατέργαστης κάνναβης από την αρχικά εισαχθείσα από τον S. A. ποσότητα, η οποία, ύστερα από σχετική χημική εξέταση, προέκυψε ότι πρόκειται για ακατέργαστη κάνναβη, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι δεν προκύπτει η ιδιότητα της αγορασθείσας και κατεχόμενης από αυτόν ουσίας ως ναρκωτικής, αφού σ' αυτόν δεν επιβλήθηκε κατάσχεση.
Αναφορικά με τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι αυτή (σε βάρος του κατηγορία) στηρίζεται σε μια απομαγνητοφωνημένη συνομιλία με τον S. A., ότι, όμως, όπως προκύπτει από την 8-3-2021 τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου, που ο ίδιος διόρισε, Κ. Μ., που εξετάστηκε και ως μάρτυρας υπεράσπισης στο ακροατήριο, η φωνή στην επίμαχη συνομιλία δεν είναι δική του και ότι ο ίδιος την ημέρα εκείνη (11-6-2017) ξέχασε το κινητό του στην εργασία του και αναχώρησε στις 17.00' ώρα για Αλβανία, όπως προκύπτει από το από 11-12-2018 έγγραφο του Τμήματος Ελέγχου Κρυσταλλοπηγής και το με αριθ.800/4-4-2019 πρακτικό παραβιάσεων των Αλβανικών Αρχών, το Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, από την οποία προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθησαν υπόψη τόσο η ως άνω τεχνική έκθεση όσο και η μαρτυρική κατάθεση στο ακροατήριο του παραπάνω τεχνικού συμβούλου αλλά και τα προαναφερθέντα έγραφα, απάντησε ειδικά και εμπεριστατωμένα, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό με την κρίση του περί της ενοχής του, με τις παραδοχές ότι "οι αιτιάσεις αυτές του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή συντρέχει εσφαλμένη αναγνώριση εξ ακοής της φωνής του, είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, δοθέντος καταρχήν ότι πρόκειται για μία ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη, που έγινε κατ' εντολή του ιδίου και της οποίας η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος δεν διαπέρασε την δικαστική αξιολόγησή της για την ταυτοποίηση της φωνής με έλεγχο της μεθοδολογίας αναγνώρισης φωνής και ακουστικής ανάλυσης και δεν μπορεί να συνεισφέρει στο Δικαστήριο καθόσον το όλο αποδεικτικό υλικό είναι ικανό για να μπορέσει το Δικαστήριο να μορφώσει την κατ' άρθρο 177 ΚΠΔ δικανική του πεποίθηση και κατά δεύτερον ότι δεν εξηγείται η κατοχή του αριθμού της τηλεφωνικής σύνδεσης του εν λόγω κατηγορούμενου από -τυχόν- άλλο πρόσωπο, καθώς δεν πείθουν, αλλά ούτε και αποδεικνύονται, οι αιτιάσεις του κατηγορούμενου ότι απουσίαζε στο εξωτερικό την επίμαχη ημερομηνία συναλλαγής".
Ο δε ενιαίος τρόπος εκφοράς της απάντησης του Δικαστηρίου επί των αρνητικών ισχυρισμών και επιχειρημάτων των κατηγορουμένων, μαζί με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή είναι δόκιμος, αφού οι σχετικοί ισχυρισμοί εντάσσονται στην κεντρική αρχή για τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού, κατά τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης, η οποία συνδέει άρρηκτα το δικαίωμα υπεράσπισης με το δικαίωμα ακρόασης, ως υπερασπιστικού δικαιώματος, που αξιώνει τυπικά και ουσιαστικά ίση προστασία, κατά την αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σε αυτή της τελικής κρίσης του δικαστηρίου (ΑΠ 32/2021, ΑΠ 101/2018).
Κατ' ακολουθία τούτων, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ και, κατά τη νοηματική εκτίμηση αυτού, και από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 2 του Ν.4139/2013 και η έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ιδιότητα της επίμαχης ουσίας ως ναρκωτικής, καθώς και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αρνητικών ισχυρισμών και πρόκλησης ακυρότητας στη διαδικασία στο ακροατήριο από την προσβολή των δικαιωμάτων υπεράσπισης του αναιρεσείοντος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ' και Α` σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 362 και 367 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματός του να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη (ΑΠ 558/2023, ΑΠ 79/2021, ΑΠ464/2021).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στ.Α' σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ), διότι αυτός αποστερήθηκε του δικαιώματός του να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με αποδεικτικό μέσο, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται αναφορά σε σχετικά βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας, με τα οποία επιτράπηκε η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών μέσω των αναφερομένων κινητών τηλεφώνων, τα οποία, όμως, δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο στήριξε την περί ενοχής απόφασή του για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο στην καταγεγραμμένη τηλεφωνική συνομιλία του, ενώ τα σχετικά βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας, με τα οποία επιτράπηκε η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών μέσω των αναφερόμενων κινητών τηλεφώνων, αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα τα οποία αναφέρονται διηγηματικά στην απόφαση.
Σε κάθε περίπτωση τα βουλεύματα αυτά του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Καβάλας αναφέρονται στις εκθέσεις απομαγνητοφώνησης που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, κατ' άρθρο 578 παρ.1 του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 115 του Ν.5090/2024, σε συνδυασμό με το άρθρο 577 παρ. 2 εδ.
α' του ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 114 του Ν.5090/2024 και ισχύουν από 1.5.2024 σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Νόμου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ.39/17-12-2024 αίτηση του (επων.) C. (ον.) L. του S., για αναίρεση της υπ' αριθ. 94/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης.
Επιβάλλει τον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ