Legislator Case Law & Legislation
731/2023 AI generated

Supreme Court allows unjust enrichment claim against labor organization for unpaid wages in fixed-term contract dispute.

Case Number 731/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially overturned the Court of First Instance's dismissal of the plaintiff's claim against the Public Employment Service. While the court upheld the finding that the employment relationship was fixed-term, it ruled that the lower court erred in rejecting the supplementary claim for unjust enrichment. The court decided that the plaintiff is entitled to the difference in wages she would have received under an indefinite-term contract, ordering the defendant to pay the calculated amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648, 649, 669, 672 of the Civil Code; Article 22, Section 1a of the Constitution; Article 20, Section 15 of Law 2639/1998; Article 904, 905 et seq. of the Civil Code: A fixed-term employment contract does not preclude a claim for unjust enrichment if the employee was de facto employed under conditions warranting an indefinite-term contract, entitling them to the wage differential.

Keywords

AI generated
unjust enrichment claim fixed-term employment contract indefinite-term wage differential labor organization liability Supreme Court reversal wage arrears calculation civil code provisions

Cited Legislation

AI generated
Articles 648, 649, 669 and 672 of the Civil Code
Article 22, Section 1a of the Constitution
Article 20, Section 15 of Law 2639/1998
Articles 904 and 905 et seq. of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176, 184, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 731 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 731/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Ν., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ", (Ο.Α.Ε.Δ.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Κελαϊδή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 516/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4720/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 21-9-2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 4720/2028 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την από 17-6-2017 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 516/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 20-12-2010 αγωγή της. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για τη παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Η σύμβαση αυτή σύμφωνα με το άρθ.669§1 ΑΚ παύει αυτοδίκαια, όταν λήξει ο χρόνος, για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθ.8§§1 και 3 ν.2112/1920 προκύπτει, ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 907/2017, 509/2016, 142/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21§§1, 2 και 3 του επακολουθήσαντος ν. 2190/1994, οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14§1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 προστέθηκε στο άρθρο 103 αυτού η παράγραφος 8, με τα εδάφια α' και γ' της οποίας ορίζεται ότι νόμος ορίζει τους όρους και την χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στην παρ. 3 εδ.

α' αυτού, είτε πρόσκαιρων, είτε απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών κατά την παρ. 2 εδ. β' αυτού και ότι απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού, που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Στους κανόνες αυτούς, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις ως άνω διατάξεις του ν. 2190/1994, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103§§7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό, που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιο τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103§§3 και 8 του Συντάγματος.

Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20§4 ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση κα' στο άρθ.14§2 ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ.

διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτόν ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, την διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα.

Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλ. συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και την λήξη τους (αρθρ. 669§1 Α.Κ.) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 217/2017, 933/2015, 126/2015, 885/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20§§1 και 15 ν. 2639/1998 "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ,, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι.

και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 15.

Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.

Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α' ). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου". Σε συνάφεια με τα παραπάνω, ορίσθηκε ειδικότερα με το άρθρο 32§12 ν.3232/2004, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 13 ν.3302/2004 και στην συνέχεια με το άρθρο 8§1 ν.3552/2007 "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και οι λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ' εξαίρεση συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Εξάλλου, στις 10-7-1999 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, με την ρήτρα 5, ειδικότερα, της οποίας ορίζονται τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα για την αποτροπή της κατάχρησης που μπορεί να προκύψει από την χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Η προσαρμογή της ημεδαπής έννομης τάξης στην ως άνω Οδηγία έγινε για τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με το Π.Δ. 164/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από την δημοσίευσή του στην ΕτΚ την 19-7-2004, ορίσθηκε δε με αυτό, μεταξύ άλλων, ότι (α) οι διατάξεις του εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται, όμως, στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στην σύμβαση ή σχέση μαθητείας, καθώς και στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ, άρθ. 2). (β) απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών, η κατάρτιση δε των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, υπό την εκεί έννοια και με τις οριζόμενες προϋποθέσεις (άρθ.5), ενώ ως κύρωση για την κατά παράβαση των κανόνων αυτών κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων προβλέπεται η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους κλπ. (άρθ.7) (γ) διαδοχικές συμβάσεις κατ' άρθ.5 του διατάγματος αυτού που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του, είναι, όμως, ενεργές κατ' αυτήν συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι καθοριζόμενες εκεί ειδικότερες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται κατά την προβλεπομένη διαδικασία (άρθ.11).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ., άρθρο 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Σύμβαση μαθητείας, εξάλλου, είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στην γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στην σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με την φύση και τον σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απολύσεως κ.λπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον η ωφέλεια που αντλεί από την εργασία του, καθώς και ότι ο μαθητευόμενος είτε δεν θα λαμβάνει μισθό είτε θα καταβάλλει ορισμένο ποσό στον εργοδότη για την μαθήτευσή του.

Αντίθετα στην σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη και, συνεπώς, στην σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη.

Σε κάθε περίπτωση ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου, μαθητείας, με τις ειδικότερες ως άνω μορφές της, ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ.26§3 και 87§2 του Συντάγματος, τα οποία, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων, προσδίδουν τον ακριβή νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση που ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ., από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103§8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, η οποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 7/2011, 19 και 20/2007, ΑΠ 217/2017, 126/2015, 885/2014, 865/2014).

Από τα ανωτέρω συνάγεται, όμως, περαιτέρω, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνάπτονται υπό την ισχύ των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 103§§7 και 8 του Συντάγματος (και του άρθρου 21 ν.2190/1994) και μάλιστα μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004, (με το Δημόσιο και) με τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως το αναιρεσίβλητο, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Επίσης, δεν είναι δυνατή πλέον η εκτίμηση των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, και στην περίπτωση αυτήν, ο εργοδότης με βάση τις ως άνω διατάξεις, δεν έχει πλέον ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου και συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθ.8§3 ν.2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (ΑΠ 509/2016, 142/2016, 126/2015, 885/2014, 6/2014).

Εξάλλου, η από τα άρθ.4§1 και 22§1 εδ. β' του Συντάγματος επιβαλλόμενη αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων, προϋποθέτει οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (ΑΠ 885/2014).

Τέλος, κατά το άρθρο 904 ΑΚ, που εφαρμόζεται και όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή ν.π.δ.δ. "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτου ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη".

Σε περίπτωση άκυρης (για οποιονδήποτε λόγο) σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που πρόσφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενος με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΑΠολομ. 4/2021, 519/2022, 217/2017, 509/2016, 126/2015, 885/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 1§1 ν.1082/1980, 1§2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 §§1 και 2 α.ν.539/1945, 3§16 ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει ειδικότερα ότι επιδόματα (δώρα) εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι εργαζόμενοι με βάση άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 509/2016, 126/2015, 1073/2014).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την ένδικη από 20-12-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που άσκησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε, ότι προσελήφθη από το εναγόμενο στις 18-5-2005 στα πλαίσια προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (συμβάσεις stage) και τοποθετήθηκε αρχικά στον τομέα ποινικού μητρώου του Υπουργείου Δικαιοσύνης και στη συνέχεια στο Κέντρο Προώθησης Απασχόλησης ..., που αποτελεί φορέα του εναγομένου για τον επαγγελματικό προσανατολισμό των ανέργων, με έγγραφες συμβάσεις (συμφωνητικά συνεργασίας) που καταρτίστηκαν, η πρώτη στις 18- 7-2005 (με χρόνο λήξης 18-9-2010) και η δεύτερη στις 23-1-2009 (με χρόνο λήξης 10-9-2010), παρέχοντας τις υπηρεσίες της στην διεκπεραίωση των εργασιών που της ανατέθηκαν, κατά τα αναλυτικότερα εκτιθέμενα, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του εναγομένου, που καθόριζε τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας της και υπό συνθήκες που δεν προσήκαν σε καθεστώς μαθητείας, αλλά ταίριαζαν σε πραγματικό εργαζόμενο με σχέση εξαρτημένης εργασίας.

Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις (αρχική και μεταγενέστερη) υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας και μάλιστα αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου που ήταν εργοδότης της, ο δε χαρακτηρισμός τους ως "συμβάσεων για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας" (δηλ. συμβάσεων μαθητείας) ήταν απολύτως εικονικός, και καταχρηστικός και αποσκοπούσε στην καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων της και δη αυτών που ρυθμίζονται από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (όροι αμοιβής, χορήγηση επιδομάτων, αδειών κλπ.), ότι, αν και εργαζόταν ως υπάλληλος/μισθωτός τελούσα σε σχέση εξάρτησης με το εναγόμενο, αμειβόταν με ημερομίσθιο (και όχι μισθό) και χωρίς να της καταβάλλονται επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας κλπ.

και έτσι λάμβανε κατώτερες αποδοχές από τους συγκρίσιμους συναδέλφους της που εργάζονταν στο εναγόμενο στις ίδιες με αυτή θέσεις εργασίας, με αποτέλεσμα να δικαιούται και κατ' εφαρμογή ειδικότερα της αρχής της ίσης αμοιβής για ίση εργασία (που καθιερώνεται με τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος), για το χρονικό διάστημα που εργάσθηκε, τα παρατιθέμενα ποσά, ως μισθολογικές διαφορές, για επιδόματα εορτών και αδείας.

Ότι το εναγόμενο κατά την ημερομηνία που έφεραν ως λήξη τα συμφωνητικά εργασίας, προχώρησε σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, η οποία είναι άκυρη, διότι έγινε χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Με βάση τα προεκτεθέντα ζήτησε, κυρίως μεν με βάση τις διατάξεις των άρθρων 648, 659 ΑΚ, 1 και 8 ν.2112/1920, την Οδηγία 1999/70/ΕΚ της 28-6-1999, που απαγορεύουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας σε εργαζομένους που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (α) να αναγνωρισθεί ότι εξ' υπαρχής συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (β) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για διαφορές μηνιαίων αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, με το νόμιμο τόκο κλπ., επικουρικά δε και για την περίπτωση ακυρότητας της εργασιακής σύμβασης (ζήτησε) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει τα ζητούμενα ποσά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της κατά τα ποσά αυτά, τα οποία θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε άλλον μισθωτό της ειδικότητάς της που θα απασχολούσε για να παρέχει τις υπηρεσίες του με τις ίδιες συνθήκες απασχόλησης και τα οποία απέφυγε τελικά να καταβάλει.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) εξέδωσε την υπ' αριθμ. 516/2013 απόφαση, με την οποία απέρριψε στο σύνολο της, ως μη νόμιμη, την αγωγή. Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επιλαμβανόμενο της από 17-6-2017 εφέσεως που άσκησε η ενάγουσα κατά της ως άνω αποφάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 4720/2018 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει, έκρινε ότι :

Α) η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, την ερειδομένη στον ισχυρισμό ότι οι συμβάσεις της ενάγουσας με το εναγόμενο δεν ήταν συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας (μαθητείας), αλλά συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, και τα συνακόλουθα αιτήματα της καταβολής των αιτουμένων μισθολογικών διαφορών κλπ., με τις εξής ειδικότερες νομικές σκέψεις, σε συνέχεια αυτών που αναφέρθηκαν πιο πάνω, και δη:

ότι με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτή, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη κατά την κύρια της βάση, αφενός διότι οι παρεχόμενες με καθεστώς συμβάσεως μαθητείας υπηρεσίες της ενάγουσας αποσκοπούσαν σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 2639/1998 στην απόκτηση επαγγελματικής κατάρτισης και στην θεωρητική και πρακτική ενημέρωση με το εργασιακό περιβάλλον συνιστώντας ως εκ τούτου γνήσιες συμβάσεις μαθητείας για τις οποίες δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης, την αποζημίωση απόλυσης κλπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας και δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, επιπρόσθετα δε ουδόλως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον κατά τη διάταξη της παρ. 1 της ρήτρας 2 του παραρτήματος της ως άνω Οδηγίας, ορίζεται ότι η Οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με εξαίρεση:

α) τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας και β) τις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι δεν εφαρμόζεται η συμφωνία πλαίσιο, αφετέρου διότι δεν μπορούν να θεωρηθούν σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχ.

III.) της παρούσας ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεις αορίστου χρόνου καθόσον έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του π.δ. 164/2004 (19-7-2004) με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την ευρωπαϊκή οδηγία 1999/70/ΕΚ (που δεν αποτελεί πλέον άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο) και η οποία προβλέπει στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργές κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτιστεί μεταγενέστερα, όπως εν προκειμένω.

Αντίθετα, οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 με αποτέλεσμα να μην μπορούν να θεωρηθούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού, και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.

Οποιαδήποτε δε προσπάθεια μονιμοποίησης προσκρούει στη ρητή απαγόρευση τόσο του άρθρου 21 παρ.2 του ως άνω νόμου όσο και στο άρθρο 103 παρ.8 του Συντάγματος. Ούτε άλλωστε μπορεί να τύχει εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, αλλά και η διάταξη του άρθρου 8 του. Ν. 2112/1920 σύμφωνα με τις οποίες καθίσταται δυνατή η μετατροπή μίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εάν ο καθορισμός τη διάρκειας της δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του ίδιου νόμου (ν. 2112/1920), αφού όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με το νόμο 2190/1994, αυτή δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της σύμβασης, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του Ν. 2112/1920.

Ούτε εξάλλου μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον η ενάγουσα-εκκαλούσα είχε προσληφθεί, όπως αναφέρθηκε, ως μαθητευόμενη και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφενός και αφετέρου δεν υπήρχε έγκυρη σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω, όπως αυτή (ενάγουσα-εκκαλούσα) ισχυρίζεται και Β) ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς την επικουρική βάση, την ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την ειδικότερη σκέψη ότι η ενάγουσα, ούτε με τις διατάξεις αυτές μπορεί να αξιώσει τα ανωτέρω ποσά, αφού οι διατάξεις των άρθρων 904 επ.

του Α.Κ., οι οποίες είναι επιβοηθητικής φύσεως, εφαρμόζονται σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας και όχι στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία η ενάγουσα απασχολήθηκε στα πλαίσια συμμετοχής της σε πρόγραμμα για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων, ενώ δεν προκύπτει αδικαιολόγητος πλουτισμός για τον εργοδότη της ενάγουσας, ενόψει του ότι αυτός (εργοδότης) δεν θα προσελάμβανε στη θέση της ενάγουσας άλλο πρόσωπο, με έγκυρη σύμβαση εργασίας και έτσι δεν θα υποβαλλόταν αναγκαίως στις δαπάνες αμοιβής του (μισθούς κλπ.) με αντίστοιχη ωφέλεια του εργοδότη, αφού μάλιστα ρητά προβλέπεται στο νόμο (άρθρο 21 παρ. 4 του ν. 2190/1994) ότι τα καταβληθέντα στο προσωπικό αυτό που διατηρείται παράνομα, ποσά, καταλογίζονται σε βάρος των αρμοδίων για την εκκαθάριση των αποδοχών αυτού οργάνων και τα τελευταία (αρμόδια όργανα) απειλούνται στην περίπτωση αυτή με ποινικές (παράβαση καθήκοντος του άρθρου 259 του Π.Κ.) και πειθαρχικές κυρώσεις.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.103§§7 και 8 του Συντάγματος, 8 ν.2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον, ως εκ του χρόνου σύναψης των επίδικων συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρθ. 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004, δεν είναι δυνατή η κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό αναγνώριση αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας και δη αορίστου χρόνου, έστω και αν η αναιρεσείουσα ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου εναγομένου.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ορθά εκτιμώμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και του αριθμού 8) με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Όσον αφορά όμως την ερειδόμενη στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική βάση της αγωγής, το Εφετείο, με το να απορρίψει αυτή ως μη νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ.1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 22§1α του Συντάγματος, 20§15 ν.2639/1998, 648 επ.

και 904, 905 επ. ΑΚ, καθόσον το σχετικό αγωγικό αίτημα είναι νόμιμο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω, στηριζόμενο στις διατάξεις αυτές, αφού, κατά εκτιθέμενα στην αγωγή, η ενάγουσα ζήτησε, στην περίπτωση που κριθεί άκυρη η εργασιακή της σχέση, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 37.351,09 ευρώ, ως διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών, επιδόματα και αποδοχές αδείας, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ποσό που θα ελάμβανε άλλος εργαζόμενος, ασχολούμενος με έγκυρη σχέση εργασίας.

Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής 2ος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ.

Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως το κεφάλαιο που αφορά την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, ως προς το οποίο χρειάζεται διευκρίνιση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον αυτό μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης αυτού, για το λόγο ότι φορέας υλοποίησης του προγράμματος δεν ήταν το ίδιο, αλλά το Ελληνικό Δημόσιο, θα εξετασθεί από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την εξέταση της υποθέσεως μετά την παραπομπή της σ' αυτό. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (αρθρ. 176, 184, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), χωρίς τη μείωση του άρθ. 22 ν. 3693/1957 διότι η νομική υπηρεσία του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού δεν διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (ΑΠ 745/2021 και ΑΠ 106/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4720/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ