Legislator Case Law & Legislation
72/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where defendant absent and res judicata bars reopening of final civil judgments.

Case Number 72/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment from the Athens Court of Appeal. The respondent failed to appear at the hearing, yet the court proceeded due to statutory requirements for proper summons. Furthermore, the court found the appeal inadmissible because the underlying dispute was already settled by res judicata, and the appellant's claim regarding engineer fees was legally irrelevant to the final outcome.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 KPolD; Art. 321, 322, 324, 331, 332 KPolD; Art. 1 ND 2726/1953; Art. 83, 87 PD 696/1974; When a party is properly summoned but absent, the court proceeds ex officio, and final judgments bind parties unless res judicata is violated, rendering fee disputes irrelevant if the final amount was not contested.

Keywords

AI generated
res judicata appeal dismissal proper summons engineer fees civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 321, 322, 324, 331, 332 KPolD
Art. 1 ND 2726/1953
Art. 83 PD 696/1974
Art. 87 PD 696/1974
Art. 559 no. 1 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 72 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 72/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαλώμη Δερμάτη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Φ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η απόφαση 204/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, και η από 12-9-2009 αγωγή του ως άνω, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4747/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-10-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Αναστασάκος, ανέγνωσε την από 5-9-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι)Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπάγγελτα αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που κλητεύθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο, νόμιμα, μετά από παραγγελία της πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και έχει προς τούτο πληρεξουσιότητα (βλ.έκθεση επιδόσεως 6997/Γ'/19-2-2014 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ε. Π.). Ο αναιρεσίβλητος, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην πιο πάνω δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.

ΙΙ)Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.

Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ. νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους (ικανότητα να είναι διάδικος ή να παρίσταται στο δικαστήριο), είτε στο δικαστήριο (αρμοδιότητα), είτε στο αντικείμενο της δίκης (εκκρεμοδικία, δεδικασμένο) είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).

Εξάλλου, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν λύει το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση ασκήσεως νέας όμοιας αγωγής με την προηγούμενη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋποθέσεως, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.

Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 του Β.Δ. της 30/31-5-1956 "περί κανονισμού του τρόπου καταβολής της αμοιβής των μηχανικών εν γένει", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ.

της 7/11-3-1994 προκύπτει ότι, σε περίπτωση αρνήσεως, δυστροπίας ή καθυστερήσεως της καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής μηχανικού για τη σύνταξη μελετών ανεγέρσεως ή μετατροπής ή για την επίβλεψη οικοδομικού έργου, δικαίωμα ασκήσεως αγωγής περί καταβολής της αμοιβής αυτής έχει τόσο ο δικαιούχος μηχανικός, όσο και το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, πλην όμως το αίτημα της καταψηφιστικής αγωγής είναι η καταβολή του οφειλόμενου ποσού στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος.

Έτσι, αναγνωρίζεται και χορηγείται από το νόμο στο Τ.Ε.Ε. το αποκλειστικό δικαίωμα εισπράξεως της αμοιβής, που οφείλουν τρίτα πρόσωπα για τη σύνταξη μελετών προς τον μηχανικό-μέλος του, από τον οποίο ο νόμος στερεί την αντίστοιχη εξουσία. Ταυτόχρονα καθιερώνεται και ρητά η νομιμοποίηση του Τ.Ε.Ε. για τη δικαστική διάγνωση και καταβολή της σχετικής αμοιβής σ' αυτό, ως υποκατάστατο και για λογαριασμό του μηχανικού-μέλους του.

Ο τελευταίος, ο οποίος παραμένει δικαιούχος του δικαιώματος αμοιβής και των εντεύθεν εξουσιών, πλην εκείνης για απ1 ευθείας είσπραξη της αμοιβής από τον πελάτη του, νομιμοποιείται παράλληλα να ασκήσει και αυτός στο όνομα του σχετική αγωγή κατά του πελάτη του, με την οποία θα ζητεί είτε την απλή δικαστική αναγνώριση του δικαιώματος του περί αμοιβής (αρθρ. 70 Κ.Πολ.Δ.), είτε τη διάγνωση του δικαιώματος αμοιβής και την καταδίκη του πελάτη του να καταβάλει την αμοιβή στο TEE, ως μόνο εξουσιοδοτημένο από το νόμο για την είσπραξη αυτής.

Αντίθετα, ο δικαιούχος μηχανικός δεν νομιμοποιείται να ζητήσει την καταβολή του ποσού της αμοιβής του στον ίδιο, αφού το ουσιαστικό δικαίωμα του αυτό δεν περιέχει και την εξουσία απ' ευθείας εισπράξεως της αμοιβής από τον πελάτη του, αλλά μόνο την εξουσία εισπράξεως αυτής δια του ΤΕΕ (βλ.ΑΠ 190/08). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η εκκρεμοδικία που δημιουργείται με την κατάθεση της αγωγής, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου νέα δίκη για την ίδια ένδικη διαφορά μεταξύ των ιδίων διαδίκων, παρισταμένων με την ίδια ιδιότητα, διαρκεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αγωγής, αναβιώνει δε πάλι μόνο με την άσκηση της εφέσεως και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, διαρκεί δε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της εφέσεως (βλ.ΑΠ 1048/09).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ο αναιρεσίβλητος (αρχιτέκτων μηχανικός) άσκησε την προηγουμένη από 6-2-2009 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να του καταβάλει το ποσό των 24.294,51 ευρώ, το οποίο όφειλε ως αμοιβή του για την εκπόνηση δύο αρχιτεκτονικών μελετών που του ανέθεσε, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η απόφαση 204/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε αυτή με την αιτιολογία ότι ζητείται η καταβολή της επίδικης αμοιβής στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο και όχι στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, όπως έπρεπε να είναι κατά νόμο το αίτημά της. Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε έφεση και έτσι, περατώθηκε η εκκρεμοδικία στον πρώτο βαθμό.

Στη συνέχεια, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την ένδικη αγωγή, που έχει την ίδια ιστορική και νομική βάση με την πρώτη αγωγή, ως προς τη διαγνωστέα αξίωση αμοιβής και ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, για λογαριασμό του, το ίδιο πιο πάνω ποσό. Επομένως, το Εφετείο με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την πρόοδο της δίκης που ανοίχθηκε, στη συνέχεια, με την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Αλυσιτελής, δε και συνεπώς, απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο επιχειρείται θεμελίωση λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11β'ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι μετά την επίδοση της αρχικής 204/2009 αποφάσεως δεν αποδείχθηκε ότι ασκήθηκε κατ'αυτής έφεση και επομένως έλαβε υπόψη τη μη προσκομισθείσα έκθεση επιδόσεως της αποφάσεως. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των κατά τούτο αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι εννοεί την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από παραδρομή αναγράφηκε επίδοση. Σε κάθε περίπτωση ανεξάρτητα από την επίδοση ή μη της πιο πάνω απόφασης, δεν προέκυψε, κατά τα προαναφερόμενα, άσκηση εφέσεως κατ'αυτής, ώστε ν'αναβιώσει η εκκρεμοδικία.

ΙΙΙ)Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων μόνο του άρθρου 1 του ΝΔ 2726/1953, 1 παρ.1 ΠΔ 696/1974 και 174 ΑΚ συνάγεται ότι τα κατώτατα όρια αμοιβών των μηχανικών, διπλωματούχων ανωτάτων σχολών, για την εκπόνηση μελετών των αναφερομένων σ'αυτά έργων αποτελούν κατώτερη διατίμηση υποχρεωτική για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, κάτι που καθιστά άκυρη τη συμφωνία για αμοιβή κατώτερη από τη νόμιμη κατά το υπολοιπόμενο από τα όρια αυτά μέρος της (βλ.ΑΠ 1257/2002, ΑΠ 853/1997 κ.λπ.).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 83 του πιο πάνω ΠΔ 696/1974, τα ποσοστά αμοιβών κτιριακών έργων υπολογίζονται με βάση το γενικό τύπο του άρθρου 2, η δε ολική αμοιβή μελετών κατανέμεται σε ποσοστά κατά στάδια και ορίζεται, όσον αφορά τις αρχιτεκτονικές, σε 35% για την προμελέτη, 25% για την οριστική μελέτη και 40% για τη μελέτη εφαρμογής και όσον αφορά τις στατικές σε 25% για την προμελέτη, 35% για την οριστική μελέτη και 40% για τη μελέτη εφαρμογής.

Κατά δε το άρθρο 87, αν ανατεθεί στο μελετητή η εκπόνηση μόνο του πρώτου σταδίου της μελέτης, δηλαδή, της προμελέτης, η αντίστοιχη αμοιβή προσαυξάνεται κατά 40% (βλ.ΑΠ 790/2008). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι η αμοιβή του ενάγοντος (αρχιτέκτονος μηχανικού για τις αναφερόμενες σ'αυτήν, αναλυτικότερα, δύο προμελέτες κτιριακού έργου, ανέρχεται στο ποσό των 16.408,82 €, όπως αυτό προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων 2, 3, 82 παρ.2, 83 παρ.2 και 87 παρ.1 του πιο πάνω ΠΔ 696/1974 περί ελαχίστων ορίων αμοιβών μηχανικών, ο υπολογισμός του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα και το οποίο είναι ανώτερο του ποσού των 3.000 €, που κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου είχε συμφωνηθεί, κατ'αποκοπή, με τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο.

Ενόψει αυτών των παραδοχών του Εφετείου, ως προς την καταβλητέα αμοιβή, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, που περιλαμβάνονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζει ότι παραβιάστηκαν οι προαναφερόμενες νομικές διατάξεις καθόσον υπήρχε, κατά τους ισχυρισμούς του, συμφωνία με τον αντίδικο για καταβολή κατώτερης αμοιβής σε σχέση με τη νόμιμη αμοιβή του, είναι προεχόντως αλυσιτελείς, αφού ως προς το ύψος της αμοιβής δεν ασκούν καμμία επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, και ο τρίτος λόγος, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος και πρέπει ν'απορριφθεί.

Κατόπιν αυτών η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 745/7-10-2013 αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης 4747/2012 του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ