Supreme Court allows appeal against architect's fee increase ruling, holding full contract termination precludes stage-based fee surcharges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the architect's appeal against a lower court decision that increased his fees by 25% for two preliminary study stages. The architect argued that since the contract covered a full integrated study including implementation, the termination before the final stage should not trigger the statutory fee surcharge. The court ruled that the lower court misinterpreted the law, finding that the fee increase applies only when the contract is for separate stages, not a comprehensive integrated study.
Legislator headnote
AI generatedArticles 87 and 700 of the Civil Code; The statutory fee surcharge for preliminary and definitive study stages applies exclusively to contracts for separate stages, not to comprehensive integrated studies where the architect is entitled to the full agreed fee upon termination before the implementation stage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 790 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 790/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Στεφάνου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Τ.Ε.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως υποκατάστατου από το νόμο του Διπλωματούχου Αρχιτέκτονα Μηχανικού ........., 2........., εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μακαρίτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ ο 2ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Πολύζου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/1996 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου και την από 24/10/1997 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη 2ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 1799/1999 και 768/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/5/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, ανέγνωσε την από 14/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1α , 3 παρ. 1, 4, 6, 80 παρ. 1, 229 παρ. 2 και 230 παρ. 2 του π.δ. 696/1974, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με το π.δ. 515/1989, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 59 του ν.δ. της 17 Ιουλίου 1923 "περί σχεδίων πόλεως κ.λ.π.", προκύπτει ότι η αμοιβή ιδιωτικών μηχανικών για την εκπόνηση των αναφερομένων στο διάταγμα αυτό μελετών κτιριακών έργων καθορίζεται και σε ποσοστά επί της εκατό του προϋπολογισμού των μελετωμένων έργων με βάση προβλεπόμενο τύπο.
Ο προϋπολογισμός, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για το υπολογισμό της αμοιβής κάθε έργου, είναι αυτός που εξάγεται από τις ποσότητες όλων των κονδυλίων, από την αναλυτική προμέτρηση και τις τιμές μονάδας των σχετικών εργασιών που υπολογίζονται με βάση τις εγκεκριμένες αναλύσεις τιμών και τις βασικές τιμές ημερομισθίων, υλικών και μισθωμάτων μηχανημάτων κατά το χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης.
Η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού έγκριση από τον εργοδότη του προϋπολογισμού αφορά τα κονδύλια, δηλαδή τις εργασίες αυτού, όπως αυτές αναφέρονται σε σχετικό προϋπολογισμό που συντάσσει ο μηχανικός ως απαραίτητο στοιχείο της μελέτης του, και όχι τον ειδικό και αναλυτικό προϋπολογισμό που διαμορφώνεται με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία.
Έγκριση από τον εργοδότη και των στοιχείων αυτών, που ορίζονται από το νόμο, δεν απαιτείται, ούτε ο αναλυτικός αυτός προϋπολογισμός πρέπει να υποβάλλεται και να παραδίδεται προηγουμένως στον εργοδότη προς έγκριση. Η εκδοχή, ότι για τη θεμελίωση της αξιώσεως του μηχανικού σχετικά με την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης, πρέπει να εγκρίνεται από τον εργοδότη και ο διαμορφούμενος, κατά τα ανωτέρω, ειδικός και αναλυτικός προϋπολογισμός ως προς το ύψος των επιμέρους κονδυλίων ή το συνολικό ύψος του, θα οδηγούσε σε αποκλεισμό κάθε αξιώσεως του μηχανικού για την αμοιβή του, αφού ο εργοδότης θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι δεν εγκρίνει το ύψος του αναλυτικού προϋπολογισμού.
Δηλαδή για τη θεμελίωση και τον προσδιορισμό του δικαιώματος μελετητή μηχανικού για την αμοιβή του από την εκπόνηση της ανατεθείσας σ' αυτόν μελέτης με βάση ποσοστά του προϋπολογισμού, απαιτείται η έγκριση από τον εργοδότη μόνο του αρχικού προϋπολογισμού, που εξάγεται με τις ποσότητες όλων των εργασιών του εκτελούμενου έργου και όχι του αναλυτικού προϋπολογισμού, ο οποίος συντάσσεται με βάση τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο αντικειμενικά στοιχεία, που ισχύουν στο χρόνο συντάξεως του προϋπολογισμού του τελευταίου σταδίου της μελέτης και λαμβάνεται υπόψη για τον ακριβή προϋπολογισμό της αμοιβής.
Εξάλλου, ο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμός της αμοιβής του μελετητή μηχανικού ισχύει και για τα ενδιάμεσα στάδια μελέτης, δηλαδή και για την αρχιτεκτονική προμελέτη και οριστική αρχιτεκτονική μελέτη. Επιχείρημα υπέρ της αντίθετης εκδοχής δεν μπορεί να εξαχθεί από τη διατύπωση της παραγράφου 4 του άρθρου 3, κατά την οποία, "για ενδιάμεσα στάδια μελέτης ο προϋπολογισμός υπολογίζεται με την ακρίβεια που απαιτείται από τις αντίστοιχες προδιαγραφές", αφού στο επόμενο εδάφιο της ιδίας παραγράφου αναφέρεται ότι "για τον υπολογισμό της αμοιβής (προδήλως των ενδιάμεσων αυτών σταδίων), ο προϋπολογισμός Σ (δηλ.
αυτός που υπολογίζεται σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 3), λαμβάνεται με τις ποσότητες του προωθημένου σταδίου της μελέτης που έχει ανατεθεί". Παραπομπή, για τον υπολογισμό της αμοιβής του μηχανικού, όσον αφορά τις μελέτες ενδιαμέσων σταδίων, στον προσεγγιστικό προϋπολογισμό, ο οποίος αποτελεί απλώς στοιχείο της αρχιτεκτονικής προμελέτης και αποβλέπει στη γενική ενημέρωση του εργοδότη σχετικά με τη δαπάνη του έργου, δε γίνεται με τις ανωτέρω διατάξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχτηκε τα ακόλουθα: Στον προσθέτως υπέρ του ΤΕΕ παρεμβαίνοντα πρωτοδίκως και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, αρχιτέκτονα μηχανικό, ανατέθηκε από τον αναιρεσείοντα το έτος 1990, δυνάμει συμβάσεως έργου, η εκπόνηση κατά στάδια πλήρους αρχιτεκτονικής, στατικής και μηχανολογικής μελέτης για την ανέγερση οικοδομής επί οικοπέδου κείμενου στη ...., η οποία θα περιλάμβανε καταστήματα, ιατρείο και κατοικία στο δεύτερο και τρίτο όροφο, καθώς και δύο υπόγεια.
Η αμοιβή δε συμφωνήθηκε να υπολογιστεί με βάση αναλυτικό προϋπολογισμό. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο υποκαθιστάμενος από το ΤΕΕ μηχανικός εκπόνησε και παρέδωσε στον αναιρεσείοντα κατά μήνα Μάρτιο 1991, την αρχιτεκτονική προμελέτη της εν λόγω οικοδομής. Ο αναιρεσείων ενέκρινε την προμελέτη αυτή και συμφώνησε να προχωρήσει ο υποκαθιστάμενος στο επόμενο στάδιο, ήτοι στην εκπόνηση της οριστικής μελέτης.
Τον Ιούνιο 1991 παρέδωσε και την αρχιτεκτονική οριστική μελέτη, η οποία όμως δεν εγκρίθηκε από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος και δήλωσε στον υποκαθιστάμενο ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της συνεργασίας του με αυτόν. Έτσι, ο υποκαθιστάμενος δικαιούται αμοιβή υπολογιζόμενη με βάση αναλυτικό προϋπολογισμό ο οποίος συντάχθηκε από αυτόν και υπολογίστηκε με την ακρίβεια που απαιτείται από τις προδιαγραφές της εκπονηθείσας οριστικής μελέτης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 83 του ιδίου πιο πάνω π.δ. 696/1974, όπως ήδη ισχύει, τα ποσοστά αμοιβών κτιριακών έργων υπολογίζονται με βάση το γενικό τύπο του άρθρου 2, η δε ολική αμοιβή μελετών κατανέμεται σε ποσοστά κατά στάδια και ορίζεται, όσον αφορά τις αρχιτεκτονικές, σε 35% για την προμελέτη, 25% για την οριστική μελέτη και 40% για τη μελέτη εφαρμογής.
Κατά δε το άρθρο 87, αν ανατεθεί στο μελετητή η εκπόνηση μόνο του πρώτου σταδίου της μελέτης, ήτοι της προμελέτης, η αντίστοιχη αμοιβή προσαυξάνεται κατά 40% και αν ανατεθεί σ' αυτόν η εκπόνηση μόνο των δύο πρώτων σταδίων της μελέτης ήτοι της προμελέτης και της οριστικής μελέτης, η αντίστοιχες αμοιβές προσαυξάνονται κατά 25%.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 700 του ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή και στις μισθώσεις έργου με αντικείμενο την εκπόνηση μελετών κτιριακών έργων, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, οφείλει όμως τότε στον εργολάβο τη συμφωνηθείσα αμοιβή, από την οποία αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της συμβάσεως κ.λ.π.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι η προβλεπόμενη προσαύξηση της αμοιβής για τη μελέτη των δύο ενδιάμεσων σταδίων, αναφέρεται μόνο στη σύμβαση που έχει ως αντικείμενο την εκπόνηση προμελέτης ή και οριστικής μελέτης, ενώ αν ανατεθεί στο μελετητή μηχανικό η εκπόνηση ολοκληρωμένης μελέτης κατασκευής κτιριακού έργου (αρχιτεκτονικής, στατικής ή εγκαταστάσεων), περιλαμβάνουσα δηλαδή και τα τρία ενδιάμεσα στάδια (προμελέτης, οριστικής μελέτης και μελέτης εφαρμογής), τότε ο μελετητής δικαιούται την ολική αμοιβή για τη μελέτη χωρίς οποιαδήποτε προσαύξηση.
Αν δε καταγγελθεί η σύμβαση πριν από την ολοκλήρωση της μελέτης εφαρμογής ήτοι και των τριών σταδίων, τότε δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 87, που προβλέπει την προσαύξηση της αμοιβής για τα δύο πρώτα στάδια μελετών, αλλά η διάταξη του άρθρου 700 ΑΚ, βάσει της οποίας ο ανάδοχος μελετητής δικαιούται ολόκληρης της συμφωνηθείσας ή νόμιμης αμοιβής.
Αν δε ο τελευταίος δεν ασκήσει το εκ του εν λόγω άρθρου δικαίωμά του, τότε δικαιούται για την εκπόνηση των επιμέρους σταδίων μελετών την αμοιβή που καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 83 του πιο πάνω π.δ/τος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του ότι δηλαδή το αντικείμενο της ένδικης συμβάσεως έργου αφορούσε στην εκπόνηση κατά στάδια πλήρους αρχιτεκτονικής, στατικής και μηχανολογικής μελέτης αντί αμοιβής υπολογιζομένης βάσει αναλυτικού προϋπολογισμού και ότι ο αναιρεσείων μετά την εκπόνηση και παράδοση από τον υποκαθιστάμενο μηχανικό των δυο πρώτων σταδίων της αρχιτεκτονικής μελέτης, δηλαδή της προμελέτης και της οριστικής μελέτης, δήλωσε σ' αυτόν ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της εκτελέσεως των υπολοίπων μελετών, έκρινε ότι η αμοιβή του εν λόγω μηχανικού για την εκτέλεση των πιο πάνω δύο σταδίων πρέπει να προσαυξηθεί με το αναφερόμενο στη διάταξη του άρθρου 87 ποσοστό ήτοι κατά 25%.
Με την κρίση του, όμως, αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 87 του π.δ. 696/1974. Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και ακολούθως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αυτή έκρινε ότι η αμοιβή του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων για την εκπόνηση των δύο πρώτων σταδίων της αρχιτεκτονικής μελέτης έπρεπε να προσαυξηθεί κατά 25% και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 768/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ