Legislator Case Law & Legislation
729/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding evidence and foreign currency claims in civil contract dispute.

Case Number 729/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision in a contract dispute over independent service fees and foreign currency settlements. The appellant argued the lower court accepted unproven claims regarding currency bodies and post-hoc customer statements without sufficient evidence. The court rejected these arguments as the appeal grounds were too vague, failing to specify the exact currency bodies, the content of the fabricated statements, or the specific evidence ignored by the appellate court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 and 11 of Section 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to specify the exact evidence or facts challenged, preventing the appellate court from reviewing the case properly.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds vague appeal arguments evidence specification contract dispute foreign currency claims appellate review standards civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Section 559 of the Code of Civil Procedure
Article 11 of Section 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495, Paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 729 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 729/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ηλιάνα Μέγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαρακενίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/5/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6987/2011 μη οριστική, 9459/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1474/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/10/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15-10-2019 και με αριθ. κατ. 2999/337/17-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 1474/19-6-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 25- 10-2017 και με αριθ.

κατ. 21541/2826/2017 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ε. Κ. κατά της με αριθ. 9459/23-5-2017 οριστικής του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της από 16-5-2008 και με αριθ. κατ. 20857/21-5-2008 αγωγής αυτού κατά του ήδη αναιρεσείοντος Π. Κ.. Με την εν λόγω αγωγή ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι στα πλαίσια της ασκούμενης από αυτόν επιχείρησης εμπορίας φροντιστηριακού υλικού, κατήρτισε με τον εναγόμενο σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση διάθεσης των προϊόντων της επιχείρησης, αντί προμήθειας, που συνίστατο σε ποσοστά επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε.

Ότι κατά τη σχετική συμφωνία τους ο εναγόμενος υποχρεούτο να αποδίδει στον ενάγοντα τα ποσά που εισέπραττε από πελάτες του ως προκαταβολές ή δόσεις έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, καθώς και τα σώματα των συναλλαγματικών, που ελάμβανε από αυτούς, κατά την πρώτη επόμενη επίσκεψη που θα πραγματοποιούσε στην επιχείρηση του ενάγοντος.

Ότι κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους ο εναγόμενος εισέπραξε από πελάτες του ενάγοντος τα ποσά των 10.897,40 ευρώ και των 25.472,25 ευρώ, που αφορούσαν, αντίστοιχα, σε προκαταβολές και δόσεις πελατών που δόθηκαν έναντι τιμήματος για πωλήσεις που κατήρτισε ο εναγόμενος, το ποσό των 16.889,38 ευρώ, που αφορούσε σε δόσεις πελατών που δόθηκαν έναντι τιμήματος για πωλήσεις που κατήρτισαν άλλοι συνεργάτες της επιχείρησης, το ποσό των 28.302,50 ευρώ από 52 συναλλαγματικές πελατών, που εισέπραξε ο εναγόμενος και το ποσό των 2.325 ευρώ που εισέπραξε ο τελευταίος σε μερική εξόφληση 13 συναλλαγματικών συνολικού ποσού 14.875 ευρώ.

Ότι η προμήθεια που εδικαιούτο ο εναγόμενος για τις πωλήσεις που πραγματοποίησε ανερχόταν στο ποσό των 15.277,83 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος, κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων και με σκοπό παράνομης ιδιοποίησής τους, ουδέποτε απέδωσε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 83.842,03 ευρώ, που εισέπραξε σύμφωνα με τα παραπάνω, ούτε του παρέδωσε τόσο τα σώματα των προαναφερομένων, μερικώς εξοφληθεισών, 13 συναλλαγματικών, το σύνολο του ανεξόφλητου ποσού των οποίων ανέρχεται 12.550 ευρώ (14.875-2.365), όσο και τα σώματα 96 άλλων συναλλαγματικών, που είχε λάβει από πελάτες, συνολικού ποσού 45.810 ευρώ και οι οποίες δεν εισπράχθηκαν.

Επικαλούμενος δε ο ενάγων αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, ζήτησε, κατόπιν περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται αυτός να του καταβάλλει νομιμοτόκως από το ποσό των 83.842,03 ευρώ, το ποσό 68.564,20 ευρώ, μετ' αφαίρεση δηλαδή του ποσού της προμήθειας που εδικαιούτο, καθώς και το ποσό των 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και να υποχρεωθεί να του αποδώσει τα σώματα των προαναφερομένων συναλλαγματικών, που δεν εισπράχθηκαν εν μέρει ή εν όλω.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τη με αριθ. 9459/2017 απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ως προς αμφότερες τις νομικές βάσεις αυτής, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος αφενός μεν παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αφετέρου δε ιδιοποιήθηκε παρανόμως το αιτούμενο ποσό και τα σώματα των συναλλαγματικών.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού έκρινε ότι δεν υφίσταται αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, ούτε, κατ' επέκταση, υποχρέωσή του για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, δέχθηκε ότι υφίσταται ενδοσυμβατική ευθύνη αυτού για απόδοση στον ενάγοντα του υπολειπόμενου ποσού των 35.233,85 ευρώ και ειδικότερα έκρινε ότι ο εναγόμενος όφειλε από τη σύμβαση στον ενάγοντα τα ποσά των (10.897,40) (25.427,75), (28.302,50), και (2.325) ευρώ, που αφορούσαν απαιτήσεις του ενάγοντος για τις πιο πάνω αιτίες και συνολικά 66.952,65 ευρώ στο οποίο συμψήφισε ανταπαίτηση του εναγομένου για την καταβολή προμηθειών ύψους 31.718,80 ευρώ (66.952,65 - 31.718,80 = 35.233,85) κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού του τελευταίου, ενώ έκρινε ότι δεν υφίσταται ευθύνη του για απόδοση των σωμάτων των συναλλαγματικών που δεν εισπράχθηκαν ούτε της αξίας αυτών.

Επίσης απέρριψε κατ'ουσίαν την απαίτηση του ενάγοντος κατά του εναγομένου για προκαταβολές και δόσεις πελατών ύψους 16.889,36 ευρώ που δόθηκαν σε συμβάσεις που κατάρτισαν άλλοι συνεργάτες της επιχείρησης και εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο. Κατόπιν των παραπάνω, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 35.233,85 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι τη εξόφληση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής, δεδομένου ότι, προκειμένης υπόθεσης εκδικασθείσας κατά την τακτική διαδικασία, κατατέθηκε, σύμφωνα με τo άρθρο 495 παρ. 3 περ. Β εδ. γ του ΚΠολΔ, το με αριθ. 302925548959 1216 0021/2019 παράβολο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά τη εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει πρωταρχικά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναίρεσης, διότι η τύχη της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, όχι από την ορθότητα ή μη των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Επίσης, για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ), πρέπει, ομοίως, να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά, αλλά με πληρότητα και σαφήνεια οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση, δηλαδή να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης (εξειδίκευση του σφάλματος), δηλαδή ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει, ή ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 1778/2013).

Τέλος, λόγος αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1611/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, με το να δεχθεί την ένδικη αγωγή, που στηρίζεται στην αδικοπρακτική του ευθύνη, παρά το γεγονός ότι έκρινε ότι αυτός δεν τέλεσε αδικοπραξία, ενώ με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι υφίσταται απαίτηση του ενάγοντος εναντίον του, ποσού 66.952,65 ευρώ και, μετ' αφαίρεση των προμηθειών που εδικαιούτο, ποσού 35.233,85 ευρώ, ενώ ταυτόχρονα δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι εισέπραξε ο ίδιος (ο ενάγων) το ποσό των 16.889,38 ευρώ, για οφειλόμενες δόσεις από συμφωνητικά πώλησης που κατήρτισαν άλλοι συνεργάτες της επιχείρησης, ότι ήταν κάτοχος των επιδίκων συναλλαγματικών και ότι τέλεσε αδικοπραξία και, ειδικότερα, υπεξαίρεση.

Με το περιεχόμενο αυτό, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι αόριστοι και, για το λόγο αυτό, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού, ενώ η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν, στην αίτηση αναίρεσης δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά αποσπασματικά οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα για να στηρίξει τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του για το βάσιμο της αγωγής, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο της αίτησης αναίρεσης αν οι αποδιδόμενες με τους λόγους αυτής παραβιάσεις του κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.

Ειδικότερα, δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, έστω και συνοπτικά, οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όσον αφορά τα επιμέρους ποσά που εισέπραξε ο εναγόμενος από πελάτες της επιχείρησης ως προκαταβολές ή ως δόσεις έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος και το συνολικό ποσό αυτών, καθώς και τα επιμέρους ποσά των συναλλαγματικών που εισέπραξε ο εναγόμενος και το συνολικό ποσό αυτών.

Ούτε αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν στη διάκριση μεταξύ των συναλλαγματικών που εισέπραξε ο εναγόμενος, το ποσό των οποίων συνυπολογίζει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της συνολικής οφειλής του και εκείνων (των συναλλαγματικών) που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν εισέπραξε ο εναγόμενος, ούτε κατέχει τα σώματα αυτών, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται υποχρέωση απόδοσής τους.

Εξάλλου, ο, ως άνω, πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή κατά τη βάση αυτής που θεμελιώνεται στην ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου και όχι, κατά τα διαλαμβανόμενα ως αναιρετική πλημμέλεια στον πρώτο λόγο αναίρεσης, στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι δεν υπάρχει αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντος γι αυτό και το σχετικό αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο (σελ. 55 της προσβαλλόμενης απόφασης).

Περαιτέρω, με το δεύτερο, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι οφείλει στον ενάγοντα τα ποσά των επιδίκων συναλλαγματικών, παρά το γεγονός ότι δέχθηκε ότι δεν υποχρεούτο να αποδώσει τα σώματα αυτών, τα οποία δεν κατείχε, καθώς και ότι δέχθηκε ότι αποδείχθηκε η ύπαρξη της οφειλής του από τις προσκομισθείσες από τον ενάγοντα καταστάσεις πελατών, που όμως ήταν κατασκευασμένες εκ των υστέρων.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και, για το λόγο αυτός απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην αίτηση αναίρεσης α) δεν προσδιορίζονται οι συναλλαγματικές, τα σώματα των οποίων, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υποχρεούτο ο εναγόμενος να αποδώσει στον ενάγοντα και το ποσό αυτών και β) δεν εξειδικεύονται οι κατασκευασμένες καταστάσεις πελατών και το περιεχόμενο τους και γ) δεν αναφέρεται, για τη θεμελίωση του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό περί ύπαρξης οφειλής του εναγομένου, χωρίς καθόλου να αναφέρει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019).

Τέλος, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του, τα οποία, αντιθέτως, έλαβε υπόψη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι παντελώς αόριστος και, για το λόγο αυτό, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην αίτηση αναίρεσης δεν εξειδικεύονται τα κατ' ιδίαν αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο αναιρεσείων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 736/2016).

Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 15-10-2019 και με αριθ. κατ. 2999/337/2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1474/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε, στο δημόσιο ταμείο.

-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ