Legislator Case Law & Legislation
728/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to specify legal error and lack of party status in cited judgments.

Case Number 728/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding employment contracts. The appellant argued that the Court of First Instance misinterpreted prior judgments characterizing dental doctors' contracts as dependent employment, but failed to cite the specific content of those judgments. The court ruled that the appeal was inadmissible because it did not clearly identify the legal error as required by law and because the appellant lacked party status in the cited proceedings. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the costs of the public health organization.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal must clearly and concisely state the legal error to be admissible, and a party cannot cite judgments where they were not a party to the proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal legal error specification party status requirement Code of Civil Procedure dependent employment contracts court costs legal reasoning error

Cited Legislation

AI generated
Articles 118(4), 566(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 728 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 728/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Τζουμάκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" -"Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ..., ως καθολικού διαδόχου του ΤΑΥΤΕΚΩ και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Δούκα, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 1877/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 772/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-4-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους, περιοριστικώς, αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, (η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου έτσι ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/98 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την, από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενος ότι το δικαστήριο της ουσίας έσφαλε κρίνοντας ότι αυτός δεν συνδέεται με το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης και ότι δεν υπήρξε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του.

Η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, ορισμένο και παραδεκτό λόγο αναίρεσης. Τούτο διότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων παραθέτει μόνο το κείμενο της, από 29-7-2017, αγωγής του και τα κατά την εκδοχή αυτού πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, χωρίς να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτό οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση' της δίκης ζητημάτων, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσης του, σχετικά με το είδος της σύμβασης που συνέδεε τους διαδίκους.

Ούτε, εξ άλλου, αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ή ποιες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις παραβιάσθηκαν, ώστε να ελεγχθεί με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η επικαλούμενη παράβαση. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Συνιστούν, εξ άλλου, έγγραφα κατά την έννοια των αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ και οι αποφάσεις των ποινικών ή πολιτικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων τους και όχι βέβαια ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχηματίσει το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το, από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα, αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και ε) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο, από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση, δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 660/2019, ΑΠ 1332/2018, ΑΠ 1056/2014, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησής του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.ΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλούμενων, με αριθ. 9371/2000 και 1268/2003, αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα, τις οποίες είχε ο ίδιος επικαλεστεί και νομίμως προσκομίσει ενώπιον του και από τις οποίες προέκυπτε ότι οι συμβάσεις εργασίας των, εκεί εναγόντων οδοντιάτρων, είχαν χαρακτηρισθεί ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με το να δεχτεί ότι: "Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η επίμαχη ως άνω σύμβαση του έχει χαρακτηριστεί με δικαστικές αποφάσεις, για το χρονικό διάστημα από το 1991 έως 2003, ως σύμβαση εξαρτημένης" εργασίας και επικαλείται και προσκομίζει τις, με αριθ. 1263/2003 και 9371/2000, αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα.

Με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι οι εκεί ενάγοντες ιατροί (και δη οδοντίατροι που είχαν ως αγωγικό αίτημά τους να αναγνωριστεί η υποχρέωση της ΔΕΗ να τους εντάξει στο τακτικό προσωπικό της) συνδέονταν με τη ΔΕΗ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Πλην όμως ο ενάγων δεν ήταν διάδικος στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκαν οι αμέσως ανωτέρω αποφάσεις, ενώ ουδεμία άλλη δικαστική απόφαση προσκομίζεται με διάδικο τον ενάγοντα, με την οποία να έχουν χαρακτηριστεί οι ένδικες συμβάσεις του ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, αόριστος, αφού ουδόλως παρατίθεται στο αναιρετήριο το ακριβές, κατά τον αναιρεσείοντα, περιεχόμενο των φερομένων ως παραμορφωθέντων ως άνω εγγράφων και δη δικαστικών αποφάσεων, ώστε από τη σύγκριση του περιεχομένου τους με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα.

Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης ως απαράδεκτος.

Μετά από αυτά, αφού οι δύο μοναδικοί λόγοι της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέοι, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αυτή στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στην πλήρη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ν.π.δ.δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 183, 176 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), καθόσον το αναιρεσίβλητο ναι μεν απολαύει των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών ατελειών και δικαστικών προνομίων του Δημοσίου, η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Ν.Σ.Κ. (Ολ. ΑΠ 1176/1984, ΑΠ 1102/2018, ΑΠ 589/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την κρινόμενη, από 4-4-2019, αίτηση του Α. Τ., για αναίρεση της, υπ' αριθ. 772/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ., με την επωνυμία "Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ