Legislator Case Law & Legislation
660/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's refusal to extend construction project deadline due to contractor fault.

Case Number 660/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a consortium and its members against a final appellate decision refusing to extend a construction project deadline. The appellants argued that the lower court distorted the content of specific documents regarding the delay, but the court found the appeal arguments vague and lacking specific details. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because it challenged the lower court's evaluation of evidence and factual circumstances, which are not subject to review on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal challenging a lower court's assessment of evidence and factual circumstances is inadmissible as such evaluations are not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence factual circumstances construction project delay contractor fault Code of Civil Procedure inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated
651/2017
Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on construction quantity surveying approval. The court rejects the appellant's claim that the authority's corrections were invalid. The court upholds the lower court's decision based on the facts. The court finds the appellant's arguments against the surveying corrections to be baseless. The appeal is dismissed because the lower court correctly applied the law. The appellant failed to prove the surveying corrections were improper. The court ruled in favor of the appellee regarding the construction dispute. The appeal is rejected due to lack of legal grounds. The court confirms the validity of the quantity surveying adjustments. The appeal is dismissed as the lower court's reasoning was sound. The court rejects the appeal against the construction quantity surveying ruling.
1644/2014
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to absent defendant and rejects substantive claim of common sense violation.
2024/2013
Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment for flood damage to insured factory premises.
1788/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1290/2011
Supreme Court dismisses appeal against construction contract dispute verdict due to inadmissible grounds and procedural errors.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 660 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 660/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Κοινοπραξίας τεχνικών εταιρειών με την επωνυμία "... LTD" πρώην "... LTD" που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Των μελών της άνω Κοινοπραξίας ατομικώς, ήτοι: α) Εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, β) Εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, γ) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Αστερίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", πρώην Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ" που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σιώμο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/7/2010 προσφυγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών.

Εκδόθηκε η 51/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 15/2/2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 παρ. 4 και 5 του Ν. 1418/1984, (ήδη άρθρο 77 παρ. 4 και 5 του ν. 3669/2008), υπ' αριθμ. 51/2014 τελεσίδικη απόφαση του πενταμελούς Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την από 26.7.2010 προσφυγή της αναιρεσείουσας κοινοπραξίας και των μελών της κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 556, 558, 564, 566 πρ. 1 Κ.Πολ.Δ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β* ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ'αυτούς. Διδάγματα δε της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, της συμμετοχής στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή, χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας και των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίστηκαν. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μόνον, όμως, αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους. (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 752/2017).

Συνακόλουθα τούτων, τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔ 336 § 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 1). Έτσι, αν στην πρώτη περίπτωση, χρησιμοποιώντας τα διδάγματα κοινής πείρας ή τα πορίσματα της επιστήμης αντίθετα προς τις αρχές της λογικής, το δικαστήριο διαγνώσει εσφαλμένως ότι συνέτρεξαν ή όχι τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα, δεν υπάρχει παράβαση κανενός νόμου και, άρα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα. (Ολ. Α.Π. 8/2005, ΑΠ 1353/2017).

Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν. (ΑΠ 225/2009, ΑΠ 698/2009).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004 ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διάδικων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται, ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/201 1).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου;

με πληρότητα και όχι αποσπασματικά , υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009). Παράλληλα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.13 του ν. 141 8/1 984 . "στις συμβάσεις κατασκευής δημοσίων έργων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο αυτό ή στα εκτελεστικά του διατάγματα". Στα δε άρθρα 200 και 288 του Αστικού Κώδικα, τα οποία αποδίδουν γενική αρχή του δικαίου, και έχουν ανάλογη εφαρμογή, κατά τις κατωτέρω διακρίσεις και στις συμβάσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων, ορίζεται αντίστοιχα, αφενός, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και, αφετέρου, ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα, η γενική ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξ αιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή, Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρ. 200 ΑΚ που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρύθμισης, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρ. 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους, όταν κατά τα παραπάνω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού.

Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 398/2008).

Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ' αυτή, είτε ρητή είτε σιωπηρή Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται, χωρίς άλλο, στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του.

Όμως και στην περίπτωση αυτή που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη από αυτή παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας στην περίπτωση αυτή η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές

(ΑΠ 334/2015).

Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνο του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη πρόβλεψης επισύρει την εφαρμογή του αρθρ. 388 ΑΚ με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί. Δηλαδή το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρ. 388 ΑΚ, που απαιτεί η μεταβολή των συνθηκών εκτέλεσης της σύμβασης, στις οποίες από κοινού τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της, να είναι απρόβλεπτη χωρίς υπαιτιότητα των μερών, προκειμένου αυτή να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί.

Επομένως, στην παραπάνω έκταση η ρήτρα του αρθρ. 288 ΑΚ εφαρμόζεται και στις συμβάσεις δημόσιων έργων και μπορεί με βάση αυτή το δικαστήριο, εάν τούτο δεν επιτεύχθηκε κατά τη διαδικασία στα διοικητικά όργανα, να παρεμβαίνει διορθωτικά στη σύμβαση, καθορίζοντας, κατά παρέκκλιση από τα συμφωνημένα, την παροχή και την αντιπαροχή, όταν αυτό επιβάλλεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, στις περιπτώσεις δηλαδή εκείνες που συντρέχουν ειδικές απρόβλεπτες συνθήκες, οι οποίες δεν επισύρουν μεν την εφαρμογή του άρθρ. 388 ΑΚ, όμως καθιστούν την παροχή που οφείλεται από το ένα των συμβαλλομένων μερών υπερμέτρως επαχθή και μάλιστα σε βαθμό που υπερβαίνει τον κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη δυνάμενο να αναληφθεί από αυτό κίνδυνο (ΑΠ 1290/201 1, ΣΤΕ 2009/2015, ΣΤΕ 1598/2016).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών από 26.7.2010 προσφυγή τους κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, η αναιρεσείουσα κοινοπραξία, ως ανάδοχος του περιγραφόμενου σε αυτή δημόσιου έργου και τα μέλη της ανέφεραν, όπως δέχτηκε και το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής:

Ότι, με την από 18.1.1997 έγγραφη σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης των προσφεγυουσών κοινοπραξίας (της οποίας οι λοιπές προσφεύγουσες είναι μέλη) και του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Λιμενικό Ταμείο Πατρών", του οποίου καθολικός διάδοχος (δυνάμει του ν. 2932/2001), είναι η δεύτερη καθής η προσφυγή (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", ανατέθηκε στην Κοινοπραξία η κατασκευή του δημοσίου έργου με τίτλο "Νέος Λιμένας Πατρών - 1ο Τμήμα", προϋπολογισμού δαπάνης σύμφωνα με την μελέτη της Υπηρεσίας 13.000.000.000 δραχμών (38.15 εκατομμυρίων ευρώ). Ότι κατά την σύμβαση αυτή. που καταρτίσθηκε κατόπιν δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού που διενεργήθηκε σε δεύτερη φάση στις 23.4.1996 και εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ.

Δ4/307/6/Φ5/Ε11/5.12.1996 και Δ4/338/3/Φ5 Ε12/ 15.1.1997 εγκριτικές του αποτελέσματος του διαγωνισμού αποφάσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ, κύριος του έργου είναι το Λιμενικό Ταμείο Πατρών (ήδη ... ΑΕ) και φορέας κατασκευής αυτού το ΥΠΕΧΩΔΕ. Το έργο δημοπρατήθηκε με το σύστημα συμπληρώσεως ανοικτού τιμολογίου και έλεγχο ομαλότητας για το μέρος εργασιών που αποτιμώνται με ποσότητες και τιμές μονάδος και συμπλήρωση ανοικτού τιμολογίου για το μέρος των εργασιών που αποτιμώνται με κατ' αποκοπήν τίμημα.

Με το Π.Δ 145/ 2000 ορίσθηκε προϊσταμένη Αρχή και Διευθύνουσα Υπηρεσία του Έργου η Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων για την μελέτη και κατασκευή των μεγάλων Έργων Δυτικής Ελλάδας (Ε.Υ.Δ.Ε/ΜΕ.ΔΕ). Ότι η προθεσμία περαίωσης του έργου ορίσθηκε σε 54 μήνες από την υπογραφή της συμβάσεως, πλην από λόγους εκτός υπαιτιότητας της αναδόχου Κοινοπραξίας παρατάθηκε διαδοχικώς με αποφάσεις της Προϊσταμένης Αρχής και τη:

Διευθύνουσας Υπηρεσίας έως την 31η Αυγούστου 2005, το δε έργο παραλήφθηκε προσωρινά και οριστικά από τον Σεπτέμβριο του 2007. Ότι στις 20.8.2003 η κοινοπραξία υπέγραψε με επιφύλαξη τον 3° Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών του έργου και το ΠΚΤΜΝΕ που τον συνόδευε. Κατά του ανωτέρω ΑΠΕ οι προσφεύγουσες άσκησαν εμπροθέσμως ένσταση διότι η Υπηρεσία δεν συμπεριέλαβε σ' αυτόν τα πρόσθετα κόστη που υπέστη η ανάδοχος κατά την αναζήτηση και μεταφορά των απαιτουμένων για την κατασκευή του έργου αδρανών υλικών από εναλλακτικές πηγές λήψεως , καθώς και από την αύξηση του κόστους ασφαλίσεως του έργου.

Η εν λόγω ένστασή τους δεν απαντήθηκε εντός διμήνου από την υποβολή της, με συνέπεια να ασκήσουν κατά της τεκμαιρόμενης σιωπηρώς απορρίψεώς της, αίτηση θεραπείας στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Η αίτηση όμως θεραπείας δεν απαντήθηκε εντός τριμήνου από την υποβολή της και για τούτο άσκησαν την υπ' αριθμ. κατ. 49/2004 προσφυγή τους στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών.

Εν τω μεταξύ στις 12.3.2004 τους κοινοποιήθηκε η υπ' αριθμ. πρωτ. 346/ΚΕ 900/4.3.2004 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ με την οποία εγκρίθηκε ο τρίτος ΑΠΕ του έργου και το Σχέδιο της 1ης Σ.Σ.Ε που είχε συντάξει η Διευθύνουσα Υπηρεσία, η οποία 1η '(Σ.Σ.Ε) υπογράφηκε τελικώς στις 22.6.2004. Με την ανωτέρω απόφαση απορρίφθηκε και η προεκτεθείσα ένσταση τους.

Κατόπιν τούτου άσκησαν στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών την από 7.5.2004 προσφυγή και του; από 29.4.2008 πρόσθετους λόγους που απορρίφθηκαν, για έλλειψη δικαιοδοσίας του ανωτέρω Δικαστηρίου με την 20/2010 απόφαση του, που τους επιδόθηκε στις 31.5. 2010, με αποτέλεσμα να ασκήσουν μέσα στην νόμιμη προθεσμία των εξήντα (60) ημερών από της επιδόσεως της ως άνω αποφάσεως την ένδικη προσφυγή για την επίλυση της αναφυείσας μεταξύ αυτών διαφωνίας.

Ότι σύμφωνα με το τεύχος του Προϋπολογισμού απαιτούνταν συνολικά για την εκτέλεση του έργου περισσότερα από 3.200.000 κυβ. μέτρα αδρανών υλικών που αντιπροσώπευαν το 70% περίπου της συμβατικής αξίας των εργασιών του έργου. Η εξεύρεση δε κατάλληλων πηγών λήψεως φυσικών υλικών καθώς και η αντιστοιχούσα απόσταση μεταφοράς τους αποτέλεσαν σημαντικό τεχνικό και οικονομικό αντικείμενο της εργολαβίας.

Ενόψει τούτων εκπρόσωποι της Κοινοπραξίας επισκέφθηκαν την περιοχή του έργου, εξέτασαν τις επικρατούσες συνθήκες και αξιολόγησαν τις εναλλακτικές λύσεις για την εξεύρεση πηγών λήψεως υλικών και κατέληξαν στο ότι η προμήθεια αδρανών υλικών και αμμοχάλικου θα γινόταν από το δημοτικό λατομείο στην περιοχή ... (θέση ...) νομού ...

καθώς και από τους δανειοθαλάμους του .... Στην αιτιολόγηση δε της προσφορά της που έγινε αποδεκτή από το Ελληνικό Δημόσιο δήλωσε η κοινοπραξία ότι το σύνολο των αδρανών υλικών που θα χρησιμοποιούνταν στο έργο θα λαμβάνονταν από τις ανωτέρω δυο πηγές. Ότι κατά την διάρκεια όμως εκτελέσεως του έργου, εξαιτίας των περιγραφομένων λόγων που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα της πρώτης προσφεύγουσας αναδόχου και που ήσαν απρόβλεπτοι, ανατράπηκαν τα συμβατικά δεδομένα και οι προβλέψεις σχετικά με τις θέσεις, των δανειοθαλάμων του έργου για τα αδρανή υλικά, τα οποία (δεδομένα και προβλέψεις) είχε λάβει υπόψη της η τελευταία και βάσει των οποίων είχε διαμορφώσει την οικονομική της προσφορά, η οποία καθόρισε και το εργολαβικό τίμημα.

Επιπλέον δε το κόστος ασφαλίσεως του έργου διπλασιάσθηκε κατά την διάρκεια των παρατάσεων του έργου, λόγω της αυξήσεως των ασφαλίστρων στην Ελληνική και διεθνή ασφαλιστική αγορά ύστερα από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Ότι εξαιτίας των ανωτέρω οι προσφεύγουσες υπέστησαν οικονομική ζημία, καθόσον επιβαρύνθηκαν με πρόσθετες δαπάνες (για μεταφορά των υλικών, για εξεύρεση και εξασφάλιση υλικών στο έργο και για ασφάλιστρα), συνολικού ποσού 9.931.721,63 ευρώ πλέον αναθεωρήσεων και ΦΠΑ, τις οποίες η κοινοπραξία δεν είχε υπολογίσει κατά την υποβολή της προσφοράς της και για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνει από το Δικαστήριο εξισορρόπηση των συμβατικών παροχών στο προσήκον μέτρο.

Με το ανωτέρω ιστορικό και μετά τον παραδεκτό, με δήλωση του πληρεξουσίου τους καταχωρισθείσα σία πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αλλά και με τις προτάσεις των προσφευγουσών, περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της προσφυγής σε αναγνωριστικό , διώκεται: α) να ακυρωθούν η τεκμαιρόμενη (σιωπηρά) απόρριψη της από 30.1.2004 αιτήσεως θεραπείας.

η τεκμαιρόμενη (σιωπηρά) απόρριψη της από 23.6.2003 ενστάσεως και η υπ' αριθμ. πρωτ. 346/ΚΕ 900/4.3.2004 πράξη της ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ, προϊσταμένης αρχής του έργου, β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της Υπηρεσίας να εντάξει στον 3° ΑΠΕ και την 1η Σ.Σ.Ε. και να ενταλεί η πληρωμή 1) του πρόσθετου κόστους μεταφοράς των ποσοτήτων αδρανών υλικών που περιλαμβάνονται στον 2ο Συγκριτικό πίνακα ποσού 6.629.026,63 ευρώ , πλέον αναθεωρήσεως και Φ.Π.Α, 2) του πρόσθετου κόστους για την αναζήτηση, έγκριση και λειτουργία των εναλλακτικών πηγών λήψεως αδρανών υλικών ποσού 2.386.927 ευρώ πλέον αναθεωρήσεως και ΦΠΑ, 3) του πρόσθετου κόστους μεταφοράς και προμήθειας αδρανών υλικών αναφορικά με τις πρόσθετες ποσότητες εργασιών, πέραν εκείνων του 2ου Σ.Π.

που περιελήφθησαν στον 3ο ΑΠΕ και την 1η Σ.Σ.Ε, συνολικού ποσού 418.293 ευρώ πλέον αναθεωρήσεως και ΦΠΑ και 4) του πρόσθετου κόστους ασφαλίσεως του έργου για την χρονική περίοδο από 18.9.2002 έως 31.12.2003 ποσού 497.475 ευρώ, νομιμοτόκως από τον χρόνο υποβολής της προσφοράς και μέχρις εξοφλήσεως, γ) να ακυρωθούν ο 3ος Α.Π.Ε.

και η 1η Σ.Σ.Ε. κατά το μέρος που βλάπτουν τις προσφεύγουσες και δ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των καθών η προσφυγή να καταβάλουν στις προσφεύγουσες, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσόν των 9.931.721,63 ευρώ πλέον αναθεωρήσεως και Φ.Π.Α.

Επί της ανωτέρω προσφυγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, αφού έκρινε ότι αυτή, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον της ήδη αναιρεσίβλητης, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 200, 288 ΑΚ, 70 Κ.Πολ.Δ, 4 παρ. 2 επ. 5 παρ. 1, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1 ν. 1418/1984 , 4 παρ. 1 και 4, 5 παρ. 1-4, 34 παρ. 4 π.δ. 609/1985, ερευνώντας στη συνέχεια την ένδικη προσφυγή ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα μετά από εκτίμηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των προσφευγουσών), δέχτηκε τα εξής: "Κατόπιν δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού, που διενεργήθηκε στις 23.4.1996 από το ΥΠΕΧΩΔΕ (Διεύθυνση Λιμενικών Έργων Δ4) και το αποτέλεσμα του οποίου εγκρίθηκε με τις αποφάσεις Δ4/307/6/Φ5/Ε11/5.12.1996 και Δ4/338/3/Φ5/Ε 12/15.1.1997 του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, η πρώτη προσφεύγουσα, κοινοπραξία των εταιρειών "...

LTD", "... LTD" και "... ΑΕ", η οποία ακολούθως συγχωνεύθηκε με την ανώνυμη εταιρεία "... ΑΤΕ", από την οποία απορροφήθηκε ; δημιουργήθηκε δε η εταιρεία "... Α.Ε", που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ... Α.Ε.", αναδείχθηκε ανάδοχος του δημοσίου έργου "Νέος Λιμένας Πατρών - 1ο Τμήμα αρχικού προϋπολογισμού δαπάνης 13.000.000.000 δραχμών (38.156.736 ευρώ).

Με την από 18.1.1997 έγγραφη σύμβαση που υπογράφηκε μεταξύ της κοινοπραξίας, ως αναδόχου εργολήπτη . και του τότε Λιμενικού Ταμείου Πατρών (νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου), ως εργοδότη και κυρίου του έργου, η κοινοπραξία ανέλαβε την εκτέλεση του έργου, αντί ολικού εργολαβικού ανταλλάγματος 12.221.912.417 δραχμών με μέση τεκμαρτή έκπτωση 21.63% και με αρχική συμβατική προθεσμία περαιώσεως 54 μήνες από την υπογραφή της συμβάσεως, δηλαδή την 18η Ιουλίου 2001 Διευθύνουσα Υπηρεσία του Έργου αρχικά ήταν η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Λιμενικού Ταμείου Πατρών, εν συνεχεία δε μετά την έκδοση του Π.Δ 145/2000/Α' 127/3.5.2000) , το Τμήμα Κατασκευής Έργων της ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ, ενώ Προϊσταμένη Αρχή αρχικά μεν ήταν η Διεύθυνση Λιμενικών Έργων (Δ4) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ, εν συνεχεία δε η Ε Υ ΔΕ/Μ Ε ΔΕ.

Το επίδικο έργο είχε ως ειδικότερο αντικείμενο την πλήρη κατασκευή του 1ου Τμήματος του Νέου Λιμένα Πατρών, το οποίο περιελάμβανε έναν κυματοθραύστη μήκους 900 μέτρων περίπου, έναν κρηπιδότοιχο μήκους 500 μέτρων περίπου και επιχώσεις του χώρου πίσω από τον κρηπιδότοιχο για την δημιουργία χερσαίας ζώνης επιφανείας 130.000 τετρ.

Μέτρων. Ο κρηπιδότοιχος και ο κυματοθραύστης θα κατασκευάζονταν με κυψελωτά κιβώτια από οπλισμένο σκυρόδεμα (caissons), στην ζώνη θεμελιώσεως των οποίων έπρεπε να γίνουν, λόγω κακής ποιότητας του εδάφους , έργα εξυγιάνσεως και ενισχύσεως του θαλάσσιου πυθμένα, όπως κατακόρυφα πλαστικά στραγγιστήρια, χαλικοπάσσαλοι, προφορτίσεις και εξυγιάνσεις.

Ο προϋπολογισμός προσφοράς περιελάμβανε κατ' αποκοπήν τιμές για τον κρηπιδότοιχο και τον κυματοθραύστη και συμπλήρωση ανοικτού τιμολογίου από την ανάδοχο, με έλεγχο ομαλότητας των τιμών από την Υπηρεσία για της υπόλοιπες ποσότητες εργασιών (επιμετρούμενες). Η αρχική συμβατική προθεσμία των 54 μηνών για την περαίωση του έργου παρατάθηκε διαδοχικώς με αποφάσεις της Υπηρεσίας μέχρι την 31η Αυγούστου 2005, το δε έργο παραλήφθηκε προσωρινά και οριστικά, όπως τούτο δεν αμφισβητείται τον Σεπτέμβριο του έτους 2007.

Στις 4.8.2003, η Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία απέστειλε στην Κοινοπραξία ανυπόγραφο σχέδιο του 3ου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ) και της 1η Συμπληρωματικής Σύμβασης Εργασιών (Σ.Σ.Ε), προκειμένου η τελευταία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επ' αυτών. Με το από 6.8.2003 έγγραφο της Κοινοπραξίας συντάχθηκε και απεστάλη στην Διευθύνουσα Υπηρεσία ανάλυση, στην οποία περιέχονταν πρόσθετες εργασίες και κόστη, τα οποία, κατά τις απόψεις της, έπρεπε να περιληφθούν στον ως άνω 3° ΑΠΕ και την 1η Σ.Σ.Ε, πλην όμως με τις ανωτέρω πράξεις (3° ΑΠΕ και 1η Σ.Σ.Ε) η Διευθύνουσα Υπηρεσία προέβη στις 20.8.2003 σε τροποποιήσεις των σχετικών σχεδίων απορρίπτοντας, τα αιτήματα της Κοινοπραξίας.

Κατά των εν λόγω πράξεων η Κοινοπραξία άσκησε την από 3.9.2003 ένσταση στην Προϊσταμένη Αρχή του Έργου (ΕΥΔΕ/ΜΕΔΕ) και ακολούθως κατά της τεκμαιρόμενης, λόγω απράκτου παρόδου της τασσόμενης από τον νόμο προθεσμίας απορρίψεως της ενστάσεως αυτής, άσκησε την από 2.2.2004 αίτηση θεραπείας στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, η οποία απορρίφθηκε σιωπηρώς με την πάροδο άπρακτης της νόμιμης (τρίμηνης) προθεσμίας από την επίδοσή της στον παραπάνω Υπουργό, με αποτέλεσμα να ασκήσουν οι προσφεύγουσες στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών την υπ' αριθμ. 49/7.5.2004 προσφυγή και τους υπ' αριθμ. 9/2008 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εν τω μεταξά, στις 12.3.2004 κοινοποιήθηκε στην κοινοπραξία η υπ' αριθμ. πρωτ. 346/ΚΕ/900/4.3.2004 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, με την οποία εγκρίθηκε ο 3ος ΑΠΕ και το σχέδιο της 1ης Σ.Σ.Ε , η οποία υπογράφηκε στις 22.6.2004. Επί της παραπάνω προσφυγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 20/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών που την απέρριψε ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων και ήδη έχει ασκηθεί εμπροθέσμως η κρινόμενη προσφυγή .......Στην προκειμένη περίπτωση με την από Νοέμβριο του 1995 Ειδική Συγγραφή Υποχρεώσεων (Γενική -Ειδικοί - Τεχνικοί Όροι) οριοθετούνται κατά τρόπον ρητό και σαφή οι υποχρεώσεις κάθε συμβαλλόμενου εν σχέσει προς τις πηγές λήψεως υλικών (δανειοθαλάμους) και τις συνδεόμενες με αυτές αποστάσεις μεταφοράς των αδρανών υλικών (κυρίως θραυστών υλικών λατομείου), τα οποία βάσει του προϋπολογισμού μελέτης μπορούσαν να αποτελέσουν το 80% του συνόλου των μεταφερομένων φυσικών υλικών.

Ειδικότερα στο άρθρο Α-13 της ανωτέρω Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων και υπό τον τίτλο "Πηγές υλικών Χερσαίες και θαλάσσιες μεταφορές" ορίζονται τα ακόλουθα "13.1. Ο Ανάδοχος είναι υπεύθυνος για τις πηγές λήψεως των υλικών, όλες δε οι δαπάνες για την μεταφορά των υλικών, χερσαία ή και θαλάσσια, με οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς και από οποιαδήποτε απόσταση, περιλαμβάνονται ανοιγμένες στις τιμές μονάδος της προσφοράς τους ή στην έκπτωση που προσέφερε.

Επισημαίνεται ότι έχει τεθεί ως περιβαλλοντικός όρος η απαγόρευση χερσαίας μεταφοράς υλικών δια του αστικού οδικού δικτύου της Πάτρας. 13.2. Για την λήψη των απαιτουμένων υλικών για την εκτέλεση του έργου, υλικών λατομείου γενικά (ασβεστολιθικής προελεύσεως) ή ορυχείου, κ.λ.π η Υπηρεσία δεν θα παραδώσει κανένα λατομείο ή ορυχείο.

Γι' αυτό ο Ανάδοχος θα μεριμνήσει για την εξεύρεση κατάλληλων πηγών λήψεως υλικών, είτε με μίσθωση, είτε με αγορά κατάλληλων θέσεων, ή ακόμα με προμήθεια από τις λειτουργούσες ιδιωτικές επιχειρήσεις λατομείων. Η Υπηρεσία δεν αναλαμβάνει καμιά υποχρέωση για απαλλοτρίωση εκτάσεων κατάλληλων για παραγωγή υλικών για χρήση του Αναδόχου-13.3.

Συνεπώς οι τιμές προσφοράς του για την κατασκευή του έργου περιλαμβάνουν όλες τις πρόσθετες δαπάνες που απαιτούνται, για οποιοδήποτε τμήμα του έργου, για την προμήθεια από ιδιωτικό λατομείο των αργών υλικών που είναι αναγκαία ή μίσθωση ή αγορά εκτάσεων για την παραγωγή τους. 13.4. Επίσης στις τιμές της προσφοράς του περιλαμβάνονται οι δαπάνες κατασκευής και συντηρήσεως των οδών προσπελάσεως που θα απαιτηθούν για την μεταφορά των υλικών που θα ληφθούν από οποιαδήποτε πηγή και καμιά αξίωση του Αναδόχου δεν αναγνωρίζεται για πληρωμή άλλης αποζημιώσεως λόγω πρόσθετων τυχόν μεταφορών, χερσαίων ή θαλασσίων, ή δυσμενών συνθηκών μισθώσεως, αγοράς βραχωδών εμφανίσεων ή λατομείων, αποκαλύψεως και δημιουργίας ή εκμεταλλεύσεως και αποδόσεως τούτων κ.λπ.

Ειδικότερα δεν θα αναγνωρισθούν πρόσθετες δαπάνες που ενδεχομένως θα προκύψουν λόγω της τήρησης του περιβαλλοντικού όρου απαγόρευσης μεταφοράς των υλικών δια του αστικού οδικού δικτύου της ….". Από τους παραπάνω όρους της δημοπρατήσεως προκύπτει με σαφήνεια ότι η προσφεύγουσα Κοινοπραξία, ως ανάδοχος του έργου, ήταν αποκλειστικά υπεύθυνη για την εξεύρεση και επιλογή πηγών λήψεως αδρανών υλικών καθώς και για την εξασφάλιση της μεταφοράς τους στον τόπο του έργου και βαρυνόταν με τις σχετικές δαπάνες, οριζόταν δε ότι η εξεύρεση κατάλληλων πηγών λήψεως υλικών θα προέκυπτε είτε με μίσθωση ή αγορά κατάλληλων θέσεων είτε θα εξασφαλίζονταν τα υλικά με προμήθεια από λειτουργούσες ιδιωτικές επιχειρήσεις λατομείων, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία σε δημόσιες εκτάσεις, ποταμούς ή χείμαρρους ή σε λατομικές περιοχές.

Στο Πληροφοριακό δε Τεύχος που συνόδευε την διακήρυξη δημοπρασίας της Α' φάσεως (προεπιλογή), στο οποίο περιέχονταν πληροφοριακά στοιχεία προς ενημέρωση των εργοληπτικών Επιχειρήσεων που ενδιαφέρονταν να λάβουν μέρος στην δημοπρασία, και το οποίο, καθώς και τα ενδεικτικά σχέδια που το συνοδεύουν, δεν είναι συμβατικά στοιχεία της εργολαβίας, όπως ρητώς αναφέρεται στο άρθρο 1 αυτού, ορίζονται πιθανές θέσεις λήψεως αδρανών υλικών και φυσικών ογκολίθων και συγκεκριμένα ότι: "Οι χείμαρροι της περιοχής μάλλον πρέπει να αποκλεισθούν για μεγάλες ποσότητες, γιατί τα τελευταία χρόνια έχει γίνει έντονη εκμετάλλευση.

Τα λατομεία Αράξου απέχουν οδικώς 35 χιλ. και δια θαλάσσης 15 ν.μ. Μπορεί να αναζητηθούν λατομεία στο Ν. ... .Στην περίπτωση αυτή θα γίνει μεταφορά δια θαλάσσης μέσω ... ή ... (9 ν.μ. και 10 ν.μ , αντίστοιχα). Ενδεχομένως, για τις επιχώσεις, μπορεί να χρησιμοποιηθούν προϊόντα εκσκαφών από την κατασκευή της παράκαμψης Πατρών.

Στην περίπτωση αυτή θα μεταφερθούν στο έργο δια θαλάσσης μέσω ….(6 Ν.Μ). Υπάρχει επίσης εγκεκριμένη λατομική περιοχή στην ... (περίπου 25 χιλ. οδικώς από το έργο). Η μεταφορά οδικώς μέσω του αστικού δικτύου της …έχει αποκλεισθεί. Στην αιτιολόγηση διευκρίνιση της προσφοράς που υπέβαλε (όπως και ο άλλος μειοδότης) η Κοινοπραξία στην Υπηρεσία μαζί με την οικονομική της προσφορά (που περιείχε το τιμολόγιο και τον προϋπολογισμό προσφοράς) σύμφωνα με το άρθρο 11.3 της συμπληρωματικής διακηρύξεως δημοπρασίας (Β' ΦΑΣΗ), εξέθετε ότι για την κοστολόγηση των επί μέρους εργασιών και την κατάρτιση της προσφοράς της επιστρατεύθηκαν στελέχη της κοινοπραξίας (μηχανικοί, κοστολόγοι, κ.λπ), οι οποίοι επισκέφθηκαν την ευρύτερη περιοχή των έργων, προκειμένου να λάβουν γνώση των τοπικών συνθηκών και να εντοπίσουν και σταθμίσουν τους παράγοντες που επηρεάζουν την κατασκευή και μελέτησαν τα στοιχεία που της χορηγήθηκαν από την Υπηρεσία (οικονομοτεχνικά τεύχη, τεχνική μελέτη, προδιαγραφές , σχέδια κ.λ.π) .

Επί πλέον ότι προέβη στην επιλογή α) του χώρου λατομείου εξόρυξης αδρανών και εγκατάσταση ιδιόκτητου σπαστηροτριβείου παραγωγής θραυστών αδρανών υλικών, β) του χώρου λήψεως άμμου, γ) του χώρου λήψεως αμμοχαλίκου και δ) του δανειοθαλάμου για λήψη υλικών επιχώσεων κ.λπ. Με τα δεδομένα αυτά κατέγραψε τις διάφορες μέσες αποστάσεις μεταφοράς οι οποίες αναγράφονται στο συνημμένο διάγραμμα λήψεως αδρανών και υλικών επιχώσεων.

Στο άρθρο 2.3.2 της αιτιολογήσεως της προσφοράς ανέφερε ότι η μονάδα παραγωγής αδρανών θα εγκατασταθεί στην λατομική περιοχή της Κοινότητας ... πλησίον του λατομείου που θα εγκαταστήσει. Στο διάγραμμα θέσεων λήψεως αδρανών υλικών και μέσων αποστάσεων μεταφοράς που είχε επισυνάψει στην ανωτέρω αιτιολόγηση της προσφοράς της ανέφερε ως πηγή λήψεως του αμμοχαλίκου εξυγιάνσεως τι ς εκβολές του ...

στην ... και ως πηγή λήψεως των ποσοτήτων λίθου λατομείου το δημοτικό λατομείο στην περιοχή ... (θέση ...) ... Για την θαλάσσια δε μεταφορά με φορτηγίδες στον χώρο του έργου των ανώτερω αδρανών υλικών προέβλεπε την κατασκευή προβλήτας φορτώσεων στην θέση ... ... με μέση απόσταση μεταφοράς: α) 7 χιλιομέτρων από τους δανειοθαλάμους του ...

έως τον χώρο φορτώσεως, β) 2 χιλιομ. από τον χώρο του λατομείου έως τον χώρο φορτώσεως και γ) 6 ναυτικών μιλίων από τον χώρο φορτώσεως στην ... έως τον χώρο εκτελέσεως του έργου. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται με την ένδικη προσφυγή τους ότι στην επιλογή των ανωτέρω πηγών λήψεως αδρανών υλικών (λατομείο ... και ...) προέβη καθ' υπόδειξη της Υπηρεσίας και ότι θεωρώντας πως η διαμόρφωση των τιμών μονάδος των αντιστοίχων εργασιών του Τιμολογίου Υπηρεσίας έγινε με βάση την απόσταση μεταφοράς κατά μέγιστο όριο έως 7 χιλιομ.

και 6 ναυτικών μιλίων επέλεξε επέλεξε για την κατάρτιση της προσφοράς της τις προεκτεθείσες πηγές υλικών με τις οποίες συμφώνησε και ο κύριος του Έργου (Λιμενικό Ταμείο Πατρών) κατά την διαδικασία αιτιολογήσεως της προσφοράς. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι η προμήθεια των αδρανών υλικών από το λατομείο της ...

και τον ... στην ... αποτέλεσε περιεχόμενο της επίδικης συμβάσεως δημοσίου έργου. Όπως προαναφέρθηκε, ο κύριος κατασκευής του έργου , δηλαδή το Λιμενικό Ταμείο Πατρών δεν υπέδειξε δια της αρμόδιας Υπηρεσίας του (Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών) σε οποιονδήποτε από τους μετάσχοντες στην δημοπρασία τις πηγές λήψεως των αδρανών υλικών που ήσαν απαραίτητες για την εκτέλεση του έργου αλλά ενημέρωσε αυτούς για τις πιθανές θέσεις λήψεως των αδρανών υλικών και φυσικών ογκολίθων δια του ως άνω πληροφοριακού τεύχους} το οποίο σε καμία περίπτωση δεν αποτέλεσε συμβατικό στοιχείο της δημοπρασίας.

Περαιτέρω ως προς τον ισχυρισμό τους ότι η αιτιολόγηση της προσφοράς της, στην οποία αναφέρονταν οι ως άνω πηγές προμήθειας αδρανών υλικών, έγινε αποδεκτή από τον κύριο του έργου και αποτέλεσε περιεχόμενο της υπό κρίση εργολαβίας πιθανολογήθηκαν τα εξής........ "Στην προκειμένη περίπτωση η προσφεύγουσα Κοινοπραξία σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς της που απέρρεε από τη διάταξη του άρθρου 4§6 του ν. 1418/1984 υπέβαλε, όπως και η κοινοπραξία "ΑΘΗΝΑ - ΘΕΜΕΛΙΟΔΟΜΗ", που έγιναν δεκτές στην περαιτέρω διαδικασία της δημοπρασίας αιτιολόγηση της οικονομικής της προσφοράς προκειμένου να κριθεί αν ήταν υπερβολικά χαμηλή και σε καταφατική περίπτωση να αποκλεισθεί από τον διαγωνισμό...

Με το από 18.11.1996 πρακτικό της Επιτροπής Εισήγησης για ανάθεση του διαγωνισμού για το έργο και την υπ' αριθμ. Δ4/250/8/Φ5/Ε.11/21.10.1996 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ κρίθηκε ότι οι οικονομικές προσφορές των ανωτέρω δύο Κοινοπραξιών που έγιναν δεκτές στον διαγωνισμό δεν ήσαν υπερβολικά χαμηλές και επομένως δεν απαιτείτο η αιτιολόγησή τους σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2294/1994.

Συνεπώς η αιτιολόγηση της προσφοράς της αναδόχου Κοινοπραξίας δεν εξετάσθηκε από την Επιτροπή Εισηγήσεως για την Ανάθεση του Διαγωνισμού και δεν έγινε αποδεκτή από αυτήν ούτε αποτέλεσε περιεχόμενο της επίδικης εργολαβίας, όπως αβασίμως διατείονται οι προσφεύγουσες.

Όπως προαναφέρθηκε, η προσφεύγουσα Κοινοπραξία, η οποία, σύμφωνα με όσα διαλήφθησαν ανωτέρω, είχε την αποκλειστική ευθύνη για την επιλογή των πηγών λήψεως των αδρανών υλικών, επέλεξε από την αρχή ως αποκλειστικές πηγές για την λήψη των αδρανών υλικών που απαιτούνταν για την εκτέλεση του κρινόμενου έργου το λατομείο ...

και τον ... στην περιοχή του νομού ... και με βάση τις επιχειρηματικές αυτές επιλογές της διαμόρφωσε και υπέβαλε την οικονομική της προσφορά προς την αρμόδια Υπηρεσία. Οι επιλογές της όμως αυτές ήσαν από την αρχή εσφαλμένες και δεν εξασφάλιζαν την απρόσκοπτη λήψη αδρανών υλικών για την ομαλή εκτέλεση του έργου, με αποτέλεσμα να διπλασιασθεί σχεδόν ο συμβατικός χρόνος περαιώσεως του (έργου) και συγκεκριμένα αντί των 54 μηνών που είχε συμφωνηθεί να εκτελεσθεί τούτο σε 102 μήνες, χωρίς η ανωτέρω καθυστέρηση να οφείλεται σε οποιαδήποτε υπαιτιότητα του κυρίου του έργου ή της προϊσταμένης και Διευθύνουσας Υπηρεσίας.

Ειδικότερα πιθανολογήθηκε ότι για την ίδρυση λατομείου στην περιοχή ... ... απαιτούνταν μακροχρόνιες διαδικασίες, με αποτέλεσα να μην καταστεί δυνατή η προμήθεια αδρανών υλικών (θραυστών λίθων) από την ανωτέρω πηγή. πράγμα που θα είχε αποφευχθεί εάν η ανάδοχος είχε επιλέξει εξ αρχής να προμηθευθεί αδρανή υλικά από επιχειρήσεις λατομείων στην περιοχή της …..

όπως π.χ. Αράξου ή ...ς. Οι παραπάνω όμως χρονοβόρες διαδικασίες δεν αποτελούν δυσχέρειες απρόβλεπτες που ανέκυψαν εκ των υστέρων και επέφεραν πλήρη ανατροπή των οικονομικών δεδομένων της συμβάσεως ώστε να επιβάλλεται η παρέμβαση του Δικαστηρίου για να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, αλλά αποτελούν σύνηθες φαινόμενο καθόσον η λειτουργία νέων λατομικών μονάδων προσκρούει στις ιδιαίτερα αυστηρές διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος αλλά και στις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών, οι οποίες συνήθως αντιτίθενται στην λειτουργία εντός των γεωγραφικών τους ορίων επιχειρήσεων που επιβαρύνουν το περιβάλλον, γεγονός το οποίο όφειλαν να γνωρίζουν τα όργανα της προσφεύγουσας κοινοπραξίας, που είχε μεγάλη εμπειρία στην εκτέλεση δημοσίων έργων, και να επιλέξουν από την αρχή εναλλακτικές πηγές λήψεως αδρανών υλικών (και μάλιστα εν λειτουργία λατομεία) στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή του έργου και όχι να προβούν στην επιλογή τέτοιων εναλλακτικών πηγών προμήθειας υλικών τέσσερα και πλέον έτη μετά την έναρξη εκτελέσεως του έργου (Ιανουάριο του 1997) και αφού προηγουμένως είχε καταστεί αδύνατη η λειτουργία λατομείου στην περιοχή ... ....

Συγκεκριμένα η ανάδοχος αμέσως μετά την υπογραφή του εργολαβικού ήταν υποχρεωμένη να αρχίσει την εκτέλεση του έργου. Στις 9.7.1997 υπέβαλε προς την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ... αίτηση για την μίσθωση από την ίδια με απ' ευθείας σύμβαση λατομείου στην λατομική ζώνη της θέσεως "..." στην .... Η ανωτέρω Υπηρεσία, κατόπιν συνεδριάσεως στις 30.11.1998 του Νομαρχιακού Συμβουλίου με την υπ' αριθμ. 95/1998 απόφασή του, λαμβάνοντας υπόψη και την 88/1997 αρνητική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου ... ...

γνωμοδότησε αρνητικά για την εκμίσθωση λατομείου στην θέση "..." και πρότεινε την αλλαγή χωροθετήσεως της λατομικής ζώνης από την ανωτέρω θέση στην θέση .... Εν συνεχεία η Διεύθυνση Λιμενικών Έργων (Δ4) του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ πρότεινε στην Ν. Αυτοδιοίκηση ... σε πρώτη φάση την άμεση προώθηση, εγκρίσεως αδείας εκμεταλλεύσεως για την ανάδοχο Κοινοπραξία με οριοθέτηση σχετικού χώρου.

Η προεκτεθείσα Διεύθυνση Λιμενικών Έργων (Κ4) με το υπ' αριθμ. πρωτ. Πρ. Δ4/1035/Φ5/Ε11/8.4.1999 έγγραφο της προς την ανάδοχο της επεσήμαινε ότι κατόπιν διενεργηθεισών αυτοψιών από υπάλληλο της στο εργοτάξιο του έργου διαπίστωσε ότι "η πρόοδος του έργου είναι βραδεία και οι απορροφήσεις για εκτελεσθείσες εργασίες στο πρώτο τρίμηνο του 1999 είναι ελάχιστες έως μηδενικές σε σύγκριση με το μέγεθος του έργου, ότι ο εργοταξιάρχης του έργου απουσιάζει συχνά από αυτό, καθόσον ασχολείται και με άλλα έργα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κανείς υπεύθυνος επί τόπου των έργων, καθώς και ότι υπήρξε δική της αδράνεια και αμέλεια ενώ έπρεπε να υπάρχει στενή παρακολούθηση των θεμάτων με αποτέλεσμα να καθυστερεί τόσο η χορήγηση άδειας αμμοχαλικοληψίας από τον …., όσο και η έγκριση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων για το "..." από το ...".

Κατόπιν των ανωτέρω διαπιστώσεων την κάλεσε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις και τις υποδείξεις της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας. Με την υπ' αριθμ. ΑΠ 66567/29.7.1999 κοινή απόφαση των Υπουργών ΠΕΧΩΔΕ και Ανάπτυξης εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι και περιορισμοί για την εκμετάλλευση λατομείου αδρανών υλικών από κοινού από την ανάδοχο κοινοπραξία και την κοινοπραξία "..." που εκτελούσε την ίδια εποχή το έργο ζεύξεως ..., ενώ τελικώς με την υπ' αριθμ.

Δ4 281/Φ.5/Ε11/2000 απόφαση του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ εγκρίθηκε η εκμίσθωση στην ανάδοχο κοινοπραξία με απευθείας σύμβαση του λατομείου στην θέση "..." ... εντός της λατομικής περιοχής και μάλιστα μόνον των 86.000 τ.μ. από τα συνολικά 213.950 τ μ. της λατομικής περιοχής. Εντέλει όμως δεν λειτούργησε το λατομείο λόγω αντιδράσεων των κατοίκων του Δήμου ...

και η ανάδοχος, αφού είχε παρέλθει ήδη το μεγαλύτερο μέρος του συμβατικώς καθορισθέντος χρόνου για την περαίωση του έργου, αναζήτησε κατ' ουσίαν από τα μέσα του 2000, συναλλακτικές πηγές προμήθειας αδρανών υλικών από τα λατομεία της περιοχής ... (λατομεία ... Θ.). Εξάλλου, αν και εγνώριζε ήδη από τα μέσα του έτους 1998 ότι είχε αυξηθεί με σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών το μίσθωμα, για την απόληψη αμμοχάλικου από τον θαλάσσιο χώρο των εκβολών του ..., δεν είχε μεριμνήσει εξ αρχής για την επιλογή εναλλακτικών πηγών λήψεως αμμοχάλικου και μάλιστα με χαμηλές τιμές όπως μπορούσε να πράξει και όπως επέβαλε η σχετική επιχειρηματική πρακτική και δη σε συμβάσεις μακροχρόνιας διάρκειας όπως η επίδικη, η οποία (μακροχρόνια διάρκεια) επιφέρει συνήθως την ανατίμηση των υλικών και.

η οποία αντιμετωπίζεται με την αναθεώρηση κατά ημερολογιακό τρίμηνο (αναθεωρητική περίοδος) των συμβατικών τιμών του έργου (άρθρο 10 ν. 1418/1984). Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν συνέτρεξαν, κατά τα προεκτεθέντα, μετά την κατάρτιση της συμβάσεως οι απρόβλεπτες εκείνες συνθήκες που να προκάλεσαν αύξηση σε τέτοιο βαθμό των τιμών των αναγκαίων για την εκτέλεση του έργου υλικών ώστε, πλέον των ανά τρίμηνο αναθεωρήσεων συμβατικών τιμών του έργου, να επιβάλλεται και η παρέμβαση του Δικαστηρίου για την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα με την αιτούμενη επιδίκαση ποσού 9.434.246.63 ευρώ πλέον αναθεωρήσεως που αντιστοιχεί σε ποσοστό 26% περίπου της προϋπολογισθείσης δαπάνης του έργου (35.872.945 ευρώ).

Περαιτέρω εν σχέσει προς το αιτούμενο ποσόν των 497.475 ευρώ που ζητείται για πρόσθετο κόστος ασφαλίσεως του έργου κατά την χρονική περίοδο από 18.9.2002 έως 31.12.2003πιθανολογήθηκαν τα εξής: Με το Α-19 άρθρο της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων η Ανάδοχος Κοινοπραξία υποχρεούτο να ασφαλίσει το έργο κατά παντός κινδύνου.

Ειδικότερα όπως οριζόταν στο άρθρο 19.2.1.1. "Αντικείμενο ασφάλισης θα είναι η συνολική αξία του υπό κατασκευήν έργου (εξοπλισμός, υλικά, υπηρεσίες κ.λπ) συμπεριλαμβανομένων των τυχόν συμπληρωμάτων της σύμβασης, αναθεωρήσεως ή/και αναπροσαρμογών (θετικών ή αρνητικών) του συμβατικού τιμήματος . Ο ανάδοχος υποχρεούται να ζητά από τους ασφαλιστές κατά τα τακτικά χρονικά διαστήματα την αναπροσαρμογή του ασφαλιζόμενου κεφαλαίου σύμφωνα με την πραγματική αξία του έργου και οι ασφαλιστές παραιτούνται του δικαιώματος της υπασφάλισης.

Η ασφαλιστική αυτή κάλυψη θα παρέχεται έναντι οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή καταστροφής, μερικής ή ολικής που οφείλεται ή προκαλείται από οποιοδήποτε λόγο ή αιτία (δηλ. ανωτέρα βία, τυχαία περιστατικά, λανθασμένη κατασκευή, ελαττωματικά υλικά, λανθασμένη εργασία κ.λπ... Οι βλάβες/καταστροφές από σεισμούς και άλλα παρόμοια ατυχήματα κ.λ.π θα καλύπτονται • 19.2. 1.2.

Επίσης θα ασφαλίζονται οι μόνιμες ή και προσωρινές εργοταξιακές εγκαταστάσεις του αναδόχου, καθώς επίσης και ο εν γένει μηχανολογικός εξοπλισμός, που θα χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή του έργου. Η ασφαλιστική αυτή κάλυψη θα παρέχεται έναντι οποιασδήποτε απώλειας ή ζημιάς κ.λπ που οφείλονται ή προκαλούνται από ανωτέρω βία ή /και τυχαία περιστατικά.

Με το άρθρο 19.2.2. ορίσθηκε ότι η ευθύνη των ασφαλιστών θα αρχίζει από την υπογραφή της Κύριας Σύμβασης και θα λήγει την ημερομηνία κατά την οποία θα θεωρείται συντελεσθείσα η Οριστική Παραλαβή". Εξάλλου, με το άρθρο 13.3. της Ε.Σ.Υ υποχρεώθηκε να καλύψει την αστική της ευθύνη έναντι τρίτων. Μετά την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως και στα πλαίσια της ως άνω συμβατικής της υποχρεώσεως η ανάδοχος συνήψε σχετική σύμβαση ασφαλίσεως κατασκευαστικών κινδύνων και αστικής ευθύνης με την εταιρεία "...".

Ήδη δε με την κρινόμενη προσφυγή της ισχυρίζεται ότι συνεπεία των διαδοχικών παρατάσεων του έργου για τις οποίες δεν υπέχει ευθύνη αυξήθηκε το κόστος των ασφαλίστρων, εξαιτίας των γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στην …. με αποτέλεσμα να υποχρεωθεί να πληρώσει επιπλέον ασφάλιστρα , τα οποία ανέρχονταν κατά την προεκτεθείσα χρονική περίοδο (από 18.9.2002 έως 31.12.2003) στο ποσόν των 497.475 ευρώ.

Από κανένα όμως από τα προσκομισθέντα στοιχεία πιθανολογήθηκε ότι κατά την διάρκεια της παρατάσεως του έργου κατά το διάστημα από 18.9.2002 έως 31.12.2003 επήλθε αύξηση των ασφαλίστρων κατά το ανωτέρω ποσόν λόγω των ανωτέρω επικαλούμενων γεγονότων της 11^ Σεπτεμβρίου 2001, ενώ περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι σε κάθε περίπτωση υπαίτια για την μη έγκαιρη περάτωση του έργου το αργότερο μέχρι την 17.9.2002 ήταν η ανάδοχος, η οποία αφενός μεν δεν μερίμνησε για την έγκαιρη και απρόσκοπτη προμήθεια των ποσοτήτων αδρανών υλικών που ήσαν αναγκαία για την εκτέλεση του έργου, αφετέρου δε δεν επέδειξε την αναγκαία επιμέλεια κατά την εκτέλεσή του, με αποτέλεσμα να μην το παραδώσει το αργότερον έως την 17η Σεπτεμβρίου 2002.

Ενόψει των ανωτέρω, μη πιθανολογούμενης της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 388 και 288 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί...... η υπό κρίση προσφυγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Ήδη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.ΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών η πλημμέλεια πως η κρίση του ότι: "Η λειτουργία νέων λατομικών μονάδων προσκρούει στις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών, οι οποίες συνήθως αντιτίθενται στην λειτουργία εντός των γεωγραφικών τους ορίων επιχειρήσεων που επιβαρύνουν το περιβάλλον, γεγονός το οποίο όφειλαν να γνωρίζουν τα όργανα της προσφεύγουσας κοινοπραξίας, που είχε μεγάλη εμπειρία στην εκτέλεση δημοσίων έργων και να επιλέξουν από την αρχή εναλλακτικές πηγές λήψεως αδρανών υλικών (και μάλιστα εν λειτουργία λατομεία) στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή του έργου", αποτελεί παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας που αφορά στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων του έργου στις αρχές των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, διότι το Εφετείο Πατρών έκρινε στη συνέχεια ότι δεν συντρέχει απρόβλεπτη μεταβολή των δεδομένων της σύμβασης.

Η ανωτέρω όμως κρίση, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες είναι αυθαίρετη κρίση του Δικαστηρίου, που παραβιάζει τα διδάγραμα της κοινής περίας, αφού, κατά τους ισχυρισμούς οι ίδιες δεν γνωρίζουν καμία περίπτωση νομοθετικά οριοθετημένου λατομείου, όπως το λατομείο της ..., για τη λετιουργία του οποίου να υπήρξαν αντιδράσεις από την τοπική κοινωνία (και μάλιστα της εντάσεως που περιγράφηκε και αποδείχθηκε με τις Προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου), σε βαθμό που να μην καταστεί δυνατή η υλοποίηση της μίσθωσης του λατομείου, ούτε και αναφέρεται οποιαδήποτε παρόμοια περίπτωση στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι η κοινοπραξία τους πέτυχε την έκδοση όλων των απαιτούμενων αδειών και εγκρίσεων (υπ' αριθ. 66567/29.7.1999 ΚΥΑ έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, αρ.

πρωτ. Δ4/281/Φ.5/Ε11/2000 απόφαση των Υπουργών ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και Ανάπτυξης για την εκμίσθωση του λατομείου στην κοινοπραξία τους και αρ. 2594/11.7.2000 απόφαση του Γεν. Γραμματέα της Περιφέρειας περί έγκρισης της κατασκευής της οδού σύνδεσης με το λατομείο, τις οποίες προσκόμισαν με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου), είναι δε πραγματικά απορίας άξιο, ότι το Εφετείο Πατρών έκρινε ότι αποτελεί συνήθη πρακτική, την οποία θα έπρεπε να γνωρίζουν, ότι η υφιστάμενη νομοθεσία περί μίσθωσης δημοσίων λατομικών χώρων στην πραγματικότητα δεν εφαρμόζεται, επειδή οι τοπικές κοινωνίες αντιδρούν στη μίσθωση δημόσιων λατομικών χώρων για την κατασκευή δημοσίων έργων και όχι για ιδιωτική εκμετάλλευση (και μάλιστα χωρίς να προσβάλλουν δικαστικά τις άνω διοικητικές αποφάσεις), ενώ η πραγματικότητα, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι ακριβώς η αντίθετη, δηλαδή, όταν πρόκειται για λατομικές περιοχές που έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ανήκουν στο Δημόσιο, αφού εκδοθούν όλες οι νόμιμες άδειες από τους αρμόδιους φορείς για τη μίσθωσή τους, λειτουργούν κανονικά (ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τη λειτουργία περιορισμένης χρονικής διάρκειας και για την εκτέλεση μεγάλου δημοσίου έργου).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα αναφερόμενα στην αντίστοιχη σκέψη της παρούσας αναγκαία στοιχεία θεμελίωσής του, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι η προβαλλόμενη παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά σε ερμηνεία των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288 και 388 ΑΚ ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και τη μη χρησιμοποίηση των επικαλούμενων τις αναιρεσείουσας διδαγμάτων κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας των παραπάνω πραγματικών περιστατικών.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σύνολο των ως άνω παραδοχών του, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό του αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των επικαλούμενων από τις αναιρεσείουσες κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του ότι δεν συνέτρεχαν στην ένδικη υπόθεση οι προϋποθέσεις των ανωτέρω διατάξεων, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο, άλλες επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε οι αναιρεσείουσες προσδιορίζουν, αλλά, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, πλήττουν απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, οι πρώτος κατά το οικείο σκέλος του και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους υποστηρίζονται, τα αντίθετα, αβασίμως προβάλλονται.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επίτρεπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008). Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχηματίσει το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο (αρθρ.566 παρ.2 ΚΠολΔ), μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: α) Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, (κατά λέξη παρατιθέμενο), ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα κρίσεως από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και ε) να εκτίθεται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο, από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση (ΑΠ 1875/2006), δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2011, ΑΠ 909/2008).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, με τον πρώτο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο της υπό κρίση αίτησής τους, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των επικαλούμενων αποφάσεων παράτασης της προθεσμίας του επίδικου έργου, για λόγους εκτός υπαιτιότητας του αναδόχου, (τις οποίες είχε προσκομίσει ενώπιον του η αναιρεσίβλητη), με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα, (ότι δηλαδή αυτές ευθύνονται για τον υπερδιπλασιασμό της συνολικής προθεσμίας του έργου), προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στα έγγραφα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο των φερόμενων ως παραμορφωθέντων εγγράφων και τα λοιπά στοιχεία που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, σαφώς προκύπτει, ότι για να καταλήξει το Εφετείο στην προαναφερόμενη αποδεικτική κρίση του, συνεκτίμησε τα παραπάνω έγγραφα με τις λοιπές αποδείξεις και δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά ή προεχόντως στα έγγραφα αυτά.

Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω (πρώτο και δεύτερο) λόγους αναίρεσης, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο, (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ).

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, κατά το αντίστοιχο μέρος τους είναι απαράδεκτοι.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ το οποίο καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5/2016 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.ΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.2.2016 αίτηση της Κοινοπραξίας "... LTD ... Α.Ε. - ... LTD" και των μελών της για αναίρεση της υπ' αριθμ. 51/2014 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στις αναιρεσείουσες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ