Supreme Court dismisses appeal for vague grounds regarding inadmissible evidence and defamation reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's judgment on defamation. The appellant argued that the lower court improperly considered inadmissible preliminary investigation reports and failed to adequately justify its findings on the defamatory nature of the publication. The court rejected these claims because the appeal petition failed to specify the exact factual assumptions relied upon by the lower court and did not clearly articulate the specific common sense principles violated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(a) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and fails to specify the factual assumptions relied upon by the court of first instance and the specific common sense principles violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 725 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 725/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χρυσόγονο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..... , 2) ..... και 3) .... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Γαβαλά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6699/1999 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5908/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαϊου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 3 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επί αιτιάσεως για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, για να είναι ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, θα πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και την επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.11 περ.α' ΚΠολΔ, συνιστάμενη στη λήψη υπόψη από το Εφετείο, προς έμμεση απόδειξη, ως εγγράφου, που είχε προσκομιστεί κατά την ενώπιόν του συζήτηση από τους αναιρεσιβλήτους, των πορισμάτων της με αριθμό Α-95/1538 προκαταρκτικής εξέτασης που διενήργησε ο Αντεισαγγελεύς Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία όμως από το νόμο δεν είναι επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ως ληφθέν κατά παράβαση των άρθρων 9 παρ.1, 19 παρ.3 του Συντάγματος, 8 της ΕΣΔΑ και 243, 253 ΚΠοινΔ. Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθεται σ'αυτόν ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη την πιο πάνω απόδειξη και την επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 391/2006).
2.Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ'ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επιπλέον δε να αναφέρονται, με πληρότητα και σαφήνεια και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής, διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/96, ΟλΑΠ 27/98).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενη και το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, για να δικαιολογήσει την απόρριψη της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή της κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, για την ηθική βλάβη που υπέστη, από τη δημοσίευση τού αναφερόμενου συκοφαντικού γι' αυτήν, όπως διατείνεται, δημοσιεύματος στην εφημερίδα "..... ", της οποίας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν, εκδότης - διευθυντής ο πρώτος αναιρεσίβλητος, διευθυντής σύνταξης ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος ο τρίτος αναιρεσίβλητος, δέχτηκε στο σκεπτικό της ότι "ασκήθηκαν ποινικές διώξεις κυρίως σε βάρος του .....
και των μελών της ομάδας για τις οποίες δεν έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις" και έτσι, με την παραδοχή του αυτή, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, ως κανόνα δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ κατ΄άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθιερώνει το τεκμήριο αθωότητας, βάσει του οποίου "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", αφού θεώρησε (το Εφετείο) άνευ ετέρου βάσιμες τις κατηγορίες που αποδόθηκαν στο .....
και σε άλλα μέλη της ιατρικής ομάδας, μεταξύ των οποίων και η ίδια (η αναιρεσείουσα), βασιζόμενο στο γεγονός ότι έχουν ασκηθεί εις βάρος τους ποινικές διώξεις, χωρίς να έχει κριθεί η βασιμότητα των κατηγοριών με οριστική δικαστική απόφαση. Όμως, δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο, παρά μόνο εντελώς αποσπασματικά και σποραδικά, όλες οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, βάσει των οποίων η έφεση και συνακόλουθα η αγωγή κρίθηκαν ως αβάσιμες ουσιαστικά, προκειμένου να κριθεί, αν το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση μόνο την πιο πάνω παραδοχή και αν έτσι, με την απόρριψη τελικά της αγωγής, συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης προεχόντως είναι αόριστος, ανεξάρτητα από το ότι είναι και αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Εφετείο αναφέρεται σε παραπομπή της αναιρεσείουσας, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, για πλαστογραφία και δεν δέχεται βεβαιωμένη ενοχή της για το ποινικό αυτό αδίκημα.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου τούτου, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή ισχυρισμό που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής έγγραφης απόδειξης (ΟλΑΠ 44/2002).
Ενόψει τούτων, για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή του εγγράφου ενώπιον του Εφετείου και επιπλέον το περιεχόμενο του εγγράφου, καθώς και ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου το επικαλέστηκε και το προσκόμισε ο αναιρεσείων, αλλιώς, ο λόγος αυτός είναι αόριστος.
Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμούς 5, 6, 7, 8 και 9/1998 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών .... , που είχαν ληφθεί σε άλλη δίκη και νόμιμα τις είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως να αναφέρεται στο λόγο αυτόν ποια πραγματικά γεγονότα αποδεικνύονται από τις ενλόγω βεβαιώσεις και για την απόδειξη ποίων ειδικότερα ισχυρισμών είχε γίνει επίκληση και προσαγωγή τους στο Εφετείο, είναι επίσης αόριστος.
4. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.
Επομένως, ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, πρέπει να διαλαμβάνει, πλην άλλων α) τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά και β) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, ήτοι σε τί συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο, αναγκαίο για την επάρκειά τους, λείπει, και σε τί συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/96).
Περαιτέρω και όταν προβάλλεται, με την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β΄ του ΚΠολΔ, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, για την πληρότητα του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1 εδ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί ανεπαρκώς την κρίση της ότι οι αναφερόμενες υπερβολικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο επίδικο δημοσίευμα "αποβάλλουν το δυσφημιστικό χαρακτήρα που ενδεχομένως καταρχήν περιέχουν" και ότι "δεν μπορεί να συναχθεί πρόθεση κατευθυνόμενη στην προσβολή της τιμής και της υπόληψης της ενάγουσας", χωρίς όμως να αναφέρει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που αποκλείουν το δυσφημιστικό χαρακτήρα και το σκοπό εξύβρισης, ενώ επιπλέον, με τις πιο πάνω κρίσεις του, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 363 και 366 παρ. 3 ΠΚ, από τα οποία συνάγεται ως άμεσο συμπέρασμα ότι με τις αναφερόμενες "προσβλητικές και ειρωνικές εκφράσεις δεν εξυπηρετείται κάποιο άλλο δικαιολογημένο και άξιο προστασίας έννομο συμφέρον", όπως το δικαιολογημένο ενδιαφέρον του κοινού για πληροφόρηση.
Όμως στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται, παρά μόνο αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, βάσει των οποίων το Δικαστήριο αυτό της ουσίας κατέληξε στις πιο πάνω κρίσεις του, ούτε παρατίθενται τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, παραβίασε το Εφετείο με τις κρίσεις του αυτές.
Επομένως και ο τελευταίος αυτός λόγος αναίρεσης είναι αόριστος.
5.Κατ΄ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2004 αίτηση της .... , για αναίρεση της 5908/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ