Appeal dismissed because the res judicata claim was not properly argued before the court of first instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a salary dispute. The appellant argued that a prior final judgment on identical facts constituted res judicata, but failed to formally raise this specific legal ground before the Court of First Instance. The court ruled that since the res judicata argument was not properly presented as a distinct claim in the lower court, it cannot be raised for the first time on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 16 of the Code of Civil Procedure; Art. 332 of the Code of Civil Procedure: A claim based on res judicata must be raised as a main or supplementary ground in the court of first instance; failure to do so renders the claim inadmissible on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 723 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 723/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Στυλιανού Ξηρουχάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 18/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 758/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-4-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.
Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με το άρθρο 21 παρ.2 του ν. 3274/2004 "Οργάνωση και λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού" αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Δικηγόροι Δήμων και Ιδρυμάτων. (α) Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία [...]. (β) Με τη διαδικασία της παρ.1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους.
Στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή [...]. (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών [...]".
Επίσης, με την παρ.3 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 ως εξής: "Αντιμισθία. (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία. (β) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας [...]. (γ) Στους παραπάνω δικαιούχους χορηγούνται τα ποσά που προβλέπονται [...] και το επίδομα της περιπτώσεως γ’ της παρ.6 του άρθρου 8 του ν. 3205/ 2003, όπως κάθε φορά ισχύουν".
Εξ άλλου, στο άρθρο 8 στοιχείο Α παρ.6 του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ" (όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 παρ.1 του ν. 3670/2008), ορίζεται ότι χορηγείται "επίδομα ειδικής απασχόλησης για το προσωπικό των ΟΤΑ πρώτου βαθμού ως εξής:
α) για το προσωπικό καθαριότητας εξωτερικών χώρων και αφοδευτηρίων, τους οδηγούς απορριμματοφόρων αυτοκινήτων και ανοιχτών φορτηγών, τους χειριστές μηχανικών σαρώθρων, τους εργάτες και τεχνίτες αποχέτευσης, νεκροταφείων και ρίψης ασφάλτου, τους απασχολούμενους στην υγειονομική ταφή απορριμμάτων και στους σταθμούς μεταφόρτωσης, καθώς και για τους μηχανοτεχνίτες συνεργείων αυτοκινήτων σε 132 ευρώ, β) για το εποπτικό προσωπικό καθαριότητας, τεχνικό προσωπικό, τεχνίτες εν γένει, υγειονομικό προσωπικό, γεωπονικό προσωπικό, μουσικούς πνευστών οργάνων, ένστολο προσωπικό δημοτικής αστυνομίας, οδηγούς και χειριστές μηχανημάτων έργου και για όλους τους κλάδους της κατηγορίας ΥΕ, σε 116 ευρώ, γ) για το λοιπό προσωπικό σε 84 ευρώ".
2. Από τις διατάξεις αυτές (οι οποίες ίσχυαν κατά το εν προκειμένω κρίσιμο χρονικό διάστημα και δεν μεταβλήθηκαν με τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 165 και 166 του μεταγενέστερου ν. 3584/2007 "Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων") συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, δηλαδή σε ΟΤΑ πρώτου βαθμού, χορηγήθηκε α) ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, την οποία λαμβάνουν σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία και β) επίδομα ειδικής απασχόλησης.
Το επίδομα είναι πάγιο, ανερχόμενο σε ποσό 84 ευρώ μηνιαίως. Η ποσοστιαία προσαύξηση, όμως, κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο οι δικηγόροι ασκούν τα καθήκοντά τους (όπως αναφέρθηκε, άλλωστε, ο πληθυσμός επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων των δικηγόρων). Εκ τούτου έπεται ότι για τη χορήγηση των παροχών αυτών και για τον προσδιορισμό του ύψους της προσαύξησης λήφθηκε υπ’ όψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών.
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των ΟΤΑ πρώτου βαθμού επιβλήθηκε η υποχρέωση αφ’ ενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφ’ ετέρου, εφ’ όσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής εργασίας, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, επιτρέπεται να διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.
Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό και παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται ρητή αναφορά στο νόμο ή στην εισηγητική του έκθεση, η προαναφερθείσα, ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας και το επίδομα ειδικής απασχόλησης προβλέφθηκαν ως αντιστάθμισμα των ως άνω, πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας (ΑΠ 2122/2013, ΑΠ 587/2011).
3. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία.
Η δέσμευση αυτή, όμως, δεν ισχύει, σε περίπτωση που οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, αλλά ρητώς ή σιωπηρώς αποκλεισθεί από αυτήν, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, μια άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας.
Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά σε μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ ή των ΟΤΑ και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας που εν προκειμένω εκδηλώνεται με την ειδικότερη αρχή της εκ μέρους του αυτού εργοδότη καταβολής της ίδιας αμοιβής για την προσφορά εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.1 εδ.
β’ του Συντάγματος, ΑΠ 903/2013, ΑΠ 1227/2012), είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992). Τέτοια διεύρυνση, όμως, δεν μπορεί να γίνει, όταν διαπιστώνεται ότι η διάκριση είναι δικαιολογημένη.
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη (βλ. παραπάνω, αρ.2), η προς τους δικηγόρους των ΟΤΑ πρώτου βαθμού χορήγηση της ποσοστιαίας προσαύξησης της πάγιας αντιμισθίας και του επιδόματος ειδικής απασχόλησης έγινε ως αντιστάθμισμα της υποχρέωσής τους α) να καλύπτουν χωρίς άλλη, πρόσθετη αμοιβή τις νομικές ανάγκες όχι μόνο του δήμου, στον οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία, αλλά και των λοιπών νομικών προσώπων ή των ιδρυμάτων που ανήκουν σ’ αυτόν και β) να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των εν λόγω αναγκών.
Επομένως, οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ.3 του ν. 3274/2004, εισάγουν εύλογη διάκριση και δεν αντιστρατεύονται ούτε τη συνταγματική αρχή για την ισότητα έναντι του νόμου ούτε την ειδικότερη εκδήλωση αυτής προς καταβολή εκ μέρους του αυτού εργοδότη της ίδιας αμοιβής για εργασία ίσης αξίας (πρβλ.
ΑΠ 1172/2017, ΑΠ 293/2015, ΑΠ 15/2013, ΑΠ 1495/2012, ΑΠ 97/2008, ΑΠ 1065/2002, ΑΠ 1337/2001).
4. Από την αναγκαία για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 2-10-2011 αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει ότι είναι δικηγόρος Αθηνών, που έχει προαχθεί στον Άρειο Πάγο και από το έτος 1996 παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αντιμισθία στο εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...".
Ότι υπηρετεί με σχέση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατέχει τη μία εκ των δύο οργανικών θέσεων δικηγόρου της νομικής υπηρεσίας του εναγομένου. Ότι είναι επιφορτισμένος με την εκπροσώπησή του σε όλα τα δικαστήρια, με τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων επί των νομικών θεμάτων που τίθενται από τις υπηρεσίες του, με την επίλυση κάθε ζητήματος με νομικό περιεχόμενο και με την κατάρτιση συμβάσεων προμηθειών και συμβάσεων μίσθωσης και εκμίσθωσης ακινήτων.
Ότι, από την 1-1-2004, ο ενάγων αμείβεται ως έχων βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ. Ότι, τελικά, ως δικηγόρος του εναγομένου, ο ενάγων ασκεί καθήκοντα και έχει αρμοδιότητες ουσιωδώς όμοιες με αυτές ενός δικηγόρου ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων και, επί πλέον, έχει τουλάχιστον την ίδια ποσοτική απόδοση με αυτόν.
Ότι, παρά ταύτα, ο ενάγων δεν λαμβάνει την ποσοστιαία προσαύξηση και το επίδομα ειδικής απασχόλησης που χορηγήθηκαν στους δικηγόρους των ΟΤΑ με τις διατάξεις του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ.3 του ν. 3274/2004. Ότι υπό τις περιστάσεις αυτές εισάγεται αδικαιολόγητη διάκριση σε βάρος του ενάγοντος και, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, πρέπει οι ευμενέστερες ρυθμίσεις του άρθρου 246 του ν. 1188/1981 να εφαρμοσθούν και ως προς αυτόν.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, το οποίο αν και αναλύεται περισσότερο στη αγωγή, δεν περιλαμβάνει πρόσθετα ουσιώδη στοιχεία, ο ενάγων ζητεί, για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2010 μέχρι 31-10-2011, το ποσό των α) 11.211,50 ευρώ για την προσαύξηση 30% επί της παγίας αντιμισθίας του και επί των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, β) 7.150 ευρώ ως κατ’ αποκοπή δαπάνες μετακίνησής (άρθρα 21 παρ.3 του ν. 3274/2004 και 5 παρ.3 του ν. 2685/1999), γ) 2.420 ευρώ ως επίδομα ειδικής απασχόλησης (άρθρα 21 παρ.3 του ν. 3274/2004 και 8 παρ.6 περ.
γ’ του ν. 3205/2003) και δ) 2.871 ευρώ για προσαύξηση 30% επί των ανωτέρω υπό στοιχείο β’ και γ’ ποσών της παγίας αντιμισθίας του, συνολικώς δε 24.652,50 ευρώ, νομιμοτόκως. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 18/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και το εναγόμενο υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 21.456,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επίδοσή της, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων.
Το εναγόμενο άσκησε έφεση. Ακολούθησε η προσβαλλομένη 758/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου. Με την απόφαση αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο που ήδη αναφέρθηκε, δεν βρίσκει επαρκές έρεισμα στο νόμο και, μάλιστα, στις διατάξεις για την ίση μεταχείριση των εργαζομένων, διότι από την περιγραφή των καθηκόντων του ενάγοντος, ως δικηγόρου του εναγομένου νοσοκομείου, δεν προκύπτει αντιστοιχία προς αυτά του δικηγόρου ενός ΟΤΑ πρώτου βαθμού για να δικαιούται και αυτός το αιτούμενο επίδομα 30%.
Κατόπιν αυτού, το μονομελές εφετείο, δικάζοντας την έφεση, την έκανε δεκτή, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση αυτή, το μονομελές εφετείο εφάρμοσε προσηκόντως τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας, ήτοι αυτές των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ.
β’ του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 245 και 246 του ν. 1188/1981, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 21 παρ.2 και 3 του ν. 3274/2004. Διότι, όπως διαφαίνεται από τα ήδη αναφερθέντα, οι παροχές του άρθρου 246 του ν. 1188/ 1981 δεν είναι αδικαιολόγητες, αλλά αποτελούν αντιστάθμισμα των υποχρεώσεων (βλ. παραπάνω, αρ.3) που επιβάλλονται στους δικηγόρους των ΟΤΑ από το άρθρο 245 του ίδιου νόμου, οπότε η νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει τη χορήγησή τους δεν συνιστά δυσμενή διάκριση ως προς τους δικηγόρους άλλων ΝΠΔΔ, οι οποίοι έχουν προσληφθεί από διαφορετικό εργοδότη και απασχολούνται με διαφορετικό νομικό καθεστώς.
Η τυχόν επέκτασή τους στους δικηγόρους του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, πράγμα που επιδιώκεται με την αγωγή, θα αποτελούσε εξομοίωση προσώπων και καταστάσεων, τις οποίες ο νομοθέτης, αξιολογώντας εύλογα τις διαφορετικές συνθήκες που ισχύουν για την καθεμιά, θέλησε να ρυθμίσει με διαφορετικό τρόπο. Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται κακή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996). Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 31/1997 ΑΠ 632/2008). Για να ιδρυθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, να είναι δηλαδή λυσιτελής.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος επί νομικώς αδιάφορων περιστατικών, καθώς και όταν το δικαστήριο λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του επιχειρήματα ή νομικούς ισχυρισμούς. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 332 ΚΠολΔ, αλλά για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ πρέπει ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός να είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2). Ο σχετικός ισχυρισμός δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, διότι οι διατάξεις που καθιέρωσαν το δεδικασμένο δεν ανήκουν στους κανόνες δημόσιας τάξης, αλλά έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος. Το Εφετείο, εφόσον δεν εξαφανίζεται η εκκαλούμενη απόφαση, δεν μπορεί να εξετάσει ένσταση δεδικασμένου που προβάλλεται με τις προτάσεις και όχι με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης (ΑΠ 847/2014, ΑΠ 1484/2012, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1520/2010).
6. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων παραπονείται για το ότι το Εφετείο απέρριψε σιωπηρώς τον ισχυρισμό του περί δεδικασμένου, το οποίο είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του κατά την εκδίκαση της εφέσεως του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου και το οποίο απέρρεε από την 7207/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή προγενέστερη αγωγή του, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, για μισθολογικές διαφορές προηγηθέντος χρονικού διαστήματος, ήτοι των ετών 2004 έως 2009.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των εν λόγω προτάσεων (ΚΠολΔ 561 παρ.2), όμως, ουδόλως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων πρότεινε κατά τρόπο ορισμένο τον περί δεδικασμένου ισχυρισμό ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αντιθέτως, προκύπτει ότι, στο σημείο των προτάσεών του όπου αναφέρονται τα προσκομιζόμενα έγγραφα, αυτός επικαλέστηκε την παραπάνω απόφαση, χωρίς να διατυπώσει κάποιον περαιτέρω ισχυρισμό, πλην της φράσεως "αμετάκλητη απόφαση ad hoc υπ’ αριθ. 7207/13".
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Για τον ίδιο λόγο είναι απαράδεκτος και ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για το ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον [δήθεν] περιεχόμενο στις ενώπιον αυτού προτάσεις του, ως εφεσίβλητου, ισχυρισμό περί δεδικασμένου εκ της ως άνω 7207/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αφού δεν διαπιστώνεται παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-4-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 758/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Μαρτίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ