Legislator Case Law & Legislation
71/2022 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal on procedural grounds, citing insufficient reasoning and erroneous premises.

Case Number 71/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's judgment ordering it to repay €33,000 paid by mistake. The bank argued the lower court failed to explain how missing authorization details proved forgery or violated common sense regarding document requirements. The court rejected these claims as based on false premises and mischaracterized evidentiary evaluation as a legal interpretation error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on an erroneous premise is inadmissible as unfounded, and an appeal challenging the evaluation of evidence as a violation of common sense is inadmissible unless it constitutes a violation of a legal rule.

Keywords

AI generated
appeal admissibility erroneous premise common sense evaluation insufficient reasoning bank liability mistaken payment procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 830 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 71 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 71/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Ι., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7715/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2564/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/12/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2564/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 7715/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 12-3-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης και μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να της καταβάλει το ποσό των 33.000 ευρώ, το οποίο από αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της καταβλήθηκε σε τρίτο, χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, από κοινό λογαριασμό, ο οποίος ετηρείτο στην αναιρεσείουσα τράπεζα και στον οποίο η αναιρεσίβλητη ήταν συνδικαιούχος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν σε περίπτωση αμφιβολίας οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη.

Έτσι, και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 ΑΚ έχουν σ' αυτή εφαρμογή οι διατάξεις τόσο του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση το οποίο η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ' αυτήν χρημάτων, όσο και του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του.

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή που γίνεται μόνο προς το δανειστή ή σε όποιον ο δανειστής ή το δικαστήριο ή ο νόμος επέτρεψε να δεχτεί την καταβολή, οπότε, αν αυτή γίνει προς άλλο πρόσωπο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη, εκτός αν ο δανειστής την εγκρίνει ή ωφελείται από αυτή ή συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 3 του Ν.Δ/τος της 17-7/13-8-1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών?, η οποία ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, ορίζουσα ότι "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία".

Τέτοια απόδειξη κατάθεσης χρημάτων είναι και το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, που εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη η τραπεζική ανώνυμη εταιρεία, στο οποίο καταχωρούνται τόσο η αρχική όσο και οι επόμενες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα σχετικά γραμμάτια κατάθεσης και ανάληψης, που ο καταθέτης ή εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο υπογράφει και τα οποία διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή της.

Επομένως, κάθε φορά που η τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη, που προκύπτει από το παραπάνω βιβλιάριο και σημειώνει σ' αυτό με μηχανική καταχώρηση τη σχετική ανάληψη (εξόφληση), έχει εφαρμογή η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 του Ν. Δ/τος17-7/13-8-1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμο στοιχείο για την υποχρέωση της τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, το οποίο κατέβαλε προηγουμένως σε τρίτο που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή βαριά αμέλεια των οργάνων της.

Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή διατηρείται άθικτη η εναντίον της τράπεζας ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη μεταξύ τους σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα ότι η τράπεζα, η οποία ως κυρία των χρημάτων, που είχαν κατατεθεί σε αυτήν και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του τρίτου, έχει κατ' αυτού ισόποση αξίωση αποζημίωσης.

Συνακόλουθα, η άρνηση της τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσής του συνιστά αθέτηση σύμβασης από μέρους της τράπεζας και όχι αδικοπραξία, δηλαδή ακόμη και αν το ποσό αυτό αφαιρέθηκε από τρίτο με αξιόποινη πράξη, αφού η αδικοπραξία στην περίπτωση αυτή δεν γίνεται από την τράπεζα σε βάρος του καταθέτη, αλλά από τον τρίτο σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι η κυρία των χρημάτων που είχαν κατατεθεί σε αυτήν και συνεπώς είναι αυτή που ζημιώθηκε από την απώλειά τους.

Η ευθύνη της τράπεζας για δόλο ή βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της δεν μπορεί να αποκλεισθεί με συμφωνία της με τον καταθέτη και αυτή ευθύνεται για το πταίσμα των υπαλλήλων της, αφού και κατά το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 334 του ίδιου Κώδικα, είναι άκυρη κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια.

Βαριά αμέλεια από την πλευρά της τράπεζας κατά την απόδοση κατάθεσης σε μη δικαιούχο υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοί της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις και τα μέσα που διέθεταν διαπίστωση της έλλειψης ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού ή αναλόγως της έλλειψης έγκυρης πληρεξουσιότητας του τελευταίου, ιδιαίτερα όταν η τελευταία στηρίζεται σε έγγραφη εξουσιοδότηση του πελάτη, η οποία δεν προσκομίστηκε από τον πελάτη αυτοπροσώπως στην τράπεζα και δεν φέρει βέβαιη θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια αρχή, επιδεικνύοντας αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη.

Αντίθετα, δεν υπάρχει βαριά αμέλεια του προστηθέντος υπαλλήλου, όταν αυτός δεν επέδειξε κατά το σχετικό έλεγχο εξιδιασμένη επιμέλεια (ΑΠ 1432/2019, ΑΠ 2118/2014). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: ?Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ήταν συνδικαιούχος του υπ' αριθμ. ... κοινού τραπεζικού λογαριασμού ταμιευτηρίου, που είχε ανοιχθεί και ετηρείτο από την 7-3-2000 στην εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ε.

Τ. Τ. Ε. Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση, είναι η ήδη εκκαλούσα τράπεζα, με τους Α. Μ., πατριό της και Ε. Μ., μητέρα της. Μετά το θάνατο της τελευταίας στις 18-11-2000..., συνδικαιούχοι του ανωτέρω λογαριασμού ήταν η ενάγουσα και ο Α. Μ.. Κατά την τελευταία ενημέρωση του λογαριασμού αυτού στο κατάστημα της εναγομένης στην ... (429) …, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι την 1-2-2010 πραγματοποιήθηκε ανάληψη ποσού 33.000 ευρώ.

Αμέσως αυτή διαμαρτυρήθηκε προς την εναγομένη τράπεζα και ζήτησε από την τελευταία να την ενημερώσει για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η ανάληψη των χρημάτων και το πρόσωπο που προέβη σ' αυτήν, αφού η συνιδικαιούχος μητέρα της είχε ήδη προ πολλών ετών αποβιώσει, ενώ ο συνδικαιούχος πατριός της Α. Μ. νοσηλευόταν ήδη από την 29-1-2010 στην ιδιωτική κλινική "E.-Κ.

Σ. Γ. Κ.", στη …, με αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και ήταν αδύνατο να είχε προβεί στην ανάληψη αυτή. Η εναγομένη την ενημέρωσε ότι η ανάληψη πραγματοποιήθηκε από τον Σ. Μ., ο οποίος ήταν συγγενής του συνδικαιούχου του ως άνω λογαριασμού Α. Μ. και συγκεκριμένα γιος του ανεψιού του Ι Μ., δυνάμει έγγραφης εξουσιοδότησης του ανωτέρω συνδικαιούχου της προς αυτόν (Σ.

Μ.). Πράγματι, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος την 1-2-2010 προσήλθε στο ως άνω κατάστημα της εναγομένης στην ... και επέδειξε στον αρμόδιο υπάλληλο αυτής Κ. Ε. (ο οποίος εξετάστηκε ως μάρτυρας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από την πλευρά της εναγομένης) μία έγγραφη υπογεγραμμένη εξουσιοδότηση, σε σχετικό έντυπο της εναγομένης τράπεζας, η οποία δεν έφερε ημερομηνία σύνταξης αυτής, δυνάμει της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς του, εξουσιοδοτούταν από τον Α.

Μ. να προβεί, για λογαριασμό του τελευταίου, στην ανάληψη του χρηματικού ποσού των 33.000 ευρώ, από τον υπ' αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, που τηρούσε ο ως άνω εξουσιοδοτών στην εν λόγω τράπεζα. Δυνάμει της ως άνω εξουσιοδότησης, επί της οποίας τέθηκε με σφραγίδα η ημερομηνία προσαγωγής της στην τράπεζα, δηλαδή η 1-2-2010 και θεωρήθηκε από τον προαναφερόμενο υπάλληλο της εναγομένης και τότε προϊστάμενο του άνω καταστήματος αυτής, θέτοντας την υπογραφή του επ' αυτής, ο Σ.

Μ. ανέλαβε από τον επίμαχο λογαριασμό το ποσό των 33.000 ευρώ, το οποίο (ποσό) αυθημερόν κατέθεσε στον υπ' αριθμ. ... κοινό τραπεζικό λογαριασμό ταμιευτηρίου, που είχε ανοιχθεί από τον ίδιο και ετηρείτο στο ίδιο ως άνω κατάστημα της εναγομένης από την 24-11-2009, με συνδικαιούχους τον ίδιο και τον Α. Μ.. Όμως, η επίμαχη έγγραφη εξουσιοδότηση δεν ήταν έγκυρη, διότι, εκτός του ότι δεν έφερε ημερομηνία σύνταξης αυτής, η οποία προστέθηκε κατά την προσαγωγή της στην τράπεζα, από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου αυτής (εξουσιοδότησης) από το Δικαστήριο τούτο, ουδόλως προκύπτει ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση είχε δοθεί από τον Α.

Μ., αφού σε κανένα σημείο της δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμό του ή ο αριθμός ταυτότητάς του ή κάποιο άλλο στοιχείο δηλωτικό της ταυτότητάς του, ώστε να προκύπτει ότι ήταν εκείνος ο εξουσιοδοτών. Άλλωστε, η υπογραφή που είχε τεθεί στο τέλος του κειμένου της, δεν φέρει βεβαίωση του γνησίου αυτής (υπογραφής) και βέβαιη χρονολογία από αρμόδια Δημόσια Αρχή, όπως οφείλετο, ώστε να καθίσταται σαφές ποιος παρέχει την εξουσιοδότηση για την ανάληψη των χρημάτων.

Ας σημειωθεί ότι η επίμαχη εξουσιοδότηση κατά την προσαγωγή της στην τράπεζα, όπως κατατέθηκε από τον ίδιο το μάρτυρα της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, Κ. Ε., δεν ανέγραφε ούτε το ύψος του ποσού που δήθεν εξουσιοδοτείτο να αναλάβει ο Σ. Μ.. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε η ανάληψη από τον προαναφερόμενο τρίτο (Σ.

Μ.) ο φερόμενος ως εξουσιοδοτών αυτόν Α. Μ. ήταν αδύνατο να έχει συντάξει και υπογράψει την επίμαχη εξουσιοδότηση, καθόσον αυτός, όντας ηλικίας 91 ετών, νοσηλευόταν ήδη από την 29-1-2010 στην ιδιωτική κλινική "E.-Κ. Σ. Γ. Κ.", με αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, από την οποία εξήλθε στις 8-2-2010, με διάγνωση κολπική μαρμαρυγή, ουρολοίμωξη και οργανικό ψυχοσύνδρομο με έντονες κινητικές διαταραχές, ενώ μετά από λίγες ημέρες, ήτοι την 24-2-2010 απεβίωσε, γεγονός που από μόνο του επιβεβαιώνει τη σοβαρότητα του τελευταίου εγκεφαλικού, που ο ανωτέρω υπέστη και τη μη αναστρέψιμη κατάσταση της υγείας του, εξαιτίας της οποίας ήταν αδύνατο να κινηθεί, πόσο μάλλον να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο ενσυνειδήτως.

Συνεπώς, η εναγομένη δια των προστηθέντων υπαλλήλων της και από βαριά αμέλεια των τελευταίων, κατέβαλε το ως άνω ποσό σε πρόσωπο μη δικαιούμενο προς καταβολή, αφού ο Σ. Μ. ως τρίτος μη δικαιούχος του λογαριασμού δεν είχε νόμιμη και έγκυρη εξουσιοδότηση από το συνιδικαιούχο του εν λόγω λογαριασμού Α. Μ. για την είσπραξη των χρημάτων αυτών.

Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν κλονίζει το γεγονός ότι ο ανωτέρω Σ. Μ., αμέσως μετά την ανάληψη του παραπάνω ποσού από τον επίμαχο κοινό λογαριασμό, προέβη στην κατάθεση αυτού σε άλλο κοινό επίσης λογαριασμό, που ετηρείτο στη ίδιο κατάστημα με συνιδικαιούχους τον ίδιο και τον Α. Μ. και είχε ανοιχθεί πρόσφατα απ τον ίδιο (μόλις δύο μήνες περίπου πριν από την επίμαχη ανάληψη), διότι στην ενέργεια αυτή ενδέχεται να προέβη αυτός προκειμένου να καταστήσει ευχερέστερη την ανάληψη του ανωτέρω χρηματικού ποσού από τον άλλο κοινό λογαριασμό, που είχε ο Α.

Μ. στο ίδιο κατάστημα με βάση την επίμαχη άκυρη εξουσιοδότηση, παραπλανώντας έτσι τους αρμόδιους υπαλλήλους του άνω καταστήματος της εναγομένης και αποτρέποντας αυτούς να προβούν σε επισταμένο έλεγχο της εξουσιοδότησης. Βέβαια, η εναγομένη, αρνούμενη την ευθύνη της, ισχυρίζεται ότι ο ανωτέρω Α. Μ. είχε προσέλθει στο παραπάνω κατάστημά της στις 18-1-2010 και κατόπιν αιτήματός του προέβη στη συμπλήρωση του πιο πάνω εντύπου εξουσιοδότησης, που υπήρχε ήδη ως έντυπο έγγραφο της τράπεζας και χρησιμοποιείτο για την παροχή εντολών σε τρίτους προς δικαιούχους, το οποίο υπέγραψε ο ίδιος, καθώς και ο προαναφερόμενος υπάλληλός της Κ.

Ε., αφήνοντας ωστόσο κενή την ημερομηνία της εξουσιοδότησης, έτσι ώστε να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά και αποχώρησε από την τράπεζα, παίρνοντας μαζί του το παραπάνω συμπληρωμένο, πλην ημερομηνίας, έντυπο. Ότι στη συνέχεια, ο ανωτέρω υπάλληλός της νόμιμα κατέβαλε το παραπάνω χρηματικό ποσό στον Σ. Μ., όταν ο τελευταίος εμφανίστηκε στο ως άνω κατάστημά της και προσκόμισε την εν λόγω εξουσιοδότηση για την είσπραξη του ποσού αυτού την 1-2-2010, οπότε και τέθηκε τότε επ' αυτής η ανωτέρω ημερομηνία (1-2-2010).

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο διότι, εκτός του ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε ότι ο Α. Μ. προσήλθε πράγματι στο συγκεκριμένο κατάστημα της εναγομένης στις 18-1-2010 και υπέγραψε την επίμαχη εξουσιοδότηση, δεν ευσταθεί, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, να καταρτίζεται μία εξουσιοδότηση χωρίς να τίθεται ημερομηνία σύνταξης επ' αυτής.

Από το έντυπο της εν λόγω εξουσιοδότησης άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, δεν προκύπτουν τα στοιχεία του εξουσιοδοτούντος, το όνομά του και ο αριθμός του δελτίου της αστυνομικής του ταυτότητας, η δε τιθέμενη επ' αυτής υπογραφή δεν συνοδεύεται από βεβαίωση του γνησίου αυτής από αρμόδια Δημόσια Αρχή. Οι δε αντίθετες διαβεβαιώσεις του προαναφερόμενου υπαλλήλου της Κ.

Ε., που διενέργησε τη συγκεκριμένη συναλλαγή, εξεταζομένου ως μάρτυρα της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι δηλαδή η επίμαχη εξουσιοδότηση δόθηκε πράγματι στις 18-1-2010 από τον Α. Μ., δεν κρίνονται πειστικές από το Δικαστήριο τούτο, αλλά κρίνεται ότι δίδονται από αυτόν με μοναδικό σκοπό να αποφευχθεί η ευθύνη της εναγομένης τράπεζας για τη βαριά αμέλεια που επέδειξαν αυτός και άλλοι αρμόδιοι υπάλληλοί της κατά την προσκομιδή της εν λόγω εξουσιοδότησης, από την οποία έλλειπαν, όπως ο ίδιος ως άνω μάρτυρας κατέθεσε, τόσο η ημερομηνία σύνταξης της εξουσιοδότησης, όσο και το ποσό που εξουσιοδοτούταν να αναληφθεί από τον παραπάνω λογαριασμό.

Σε κάθε περίπτωση, κατά την ημερομηνία που η εξουσιοδότηση φέρει, ο φερόμενος ως εξουσιοδοτών Α. Μ. νοσηλευόταν ήδη μετά από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο, σε ηλικία 91 ετών, στην προαναφερόμενη κλινική, χωρίς να έχει επαρκή επικοινωνία με το περιβάλλον και συνεπώς δεν έθεσε εκείνος την ημερομηνία στο εν λόγω έντυπο, αλλά αυτή (ημερομηνία), όπως και το ύψος του ποσού, τέθηκε καθ' υπόδειξη του ανωτέρω δήθεν εξουσιοδοτούμενου Σ.

Μ., από τους υπαλλήλους της εναγομένης κατά τη στιγμή της ανάληψης των χρημάτων. Η καταβολή, όμως, αυτή στο ανωτέρω τρίτο πρόσωπο έγινε αυθαίρετα από τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης, δίχως αυτό να φέρει νόμιμη και έγκυρη εξουσιοδότηση προς τούτο από τον συνδικαιούχο του λογαριασμού. Άλλωστε, όταν πρόκειται για ανάληψη ενός τόσο μεγάλου ποσού, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελούσε σχεδόν το σύνολο του λογαριασμού, πάγια τακτική των τραπεζών είναι να επικοινωνούν με τον πελάτη τους προς επιβεβαίωση της συναλλαγής, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέβη.

Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα περιστατικά η συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης να μην προβούν στον επιβεβλημένο από τις περιστάσεις έλεγχο, ως μέτρο επιμέλειας, υπαγορευόμενο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συγκροτεί την αόριστη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας, καθόσον αποκλίνει σημαντικά και ασυνήθιστα από τη συμπεριφορά, που θα επιδείκνυε ένας μέτρια συνετός άνθρωπος υπό ανάλογες περιστάσεις, αν ληφθεί υπόψη ότι έγινε ανάληψη ιδιαίτερα μεγάλου χρηματικού ποσού από κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου, σε σχέση με τις λοιπές κινήσεις του εν λόγω λογαριασμού κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και μάλιστα όχι από συνδικαιούχο του λογαριασμού, αλλά από τρίτο πρόσωπο, το οποίο παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπος ενός από τους συνδικαιούχους, με βάση την προαναφερθείσα άκυρη εξουσιοδότηση, που δεν ανέφερε καν το όνομα, ούτε έφερε θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του εξουσιοδοτούντος, ούτε βέβαιη ημερομηνία από αρμόδια Δημόσια Αρχή, με ενδεχόμενο η τεθείσα υπογραφή να μην είναι γνήσια, αλλά πλαστογραφημένη, ελλείψεις και συγχρόνως κίνδυνο που κατανοούσαν και αντιλαμβάνονταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης και για το λόγο αυτό προς ισχυροποίηση του περιεχομένου της (εξουσιοδότησης) θεώρησε με την υπογραφή του ο προαναφερόμενος υπάλληλός της που πραγματοποίησε τη συναλλαγή.

Σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από μόνο το γεγονός ότι ο ανωτέρω Σ. Μ. με την υπ' αριθμ. 7150/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκε αθώος λόγω αμφιβολιών κατά πλειοψηφία (μειοψηφούντος ενός μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου, το οποίο είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να κηρυχθεί ένοχος) των αποδιδομένων σ' αυτόν πράξεων της πλαστογραφίας με χρήση και απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αναφορικά με την επίμαχη εξουσιοδότηση και συναλλαγή, διότι η παραπάνω αθωωτική απόφαση δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, αφού οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, αλλά είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..., εφόσον βέβαια αφορούν τους διαδίκους της πολιτικής δίκης και όχι τρίτα πρόσωπα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω".

Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της εναγομένης-αναιρεσείουσας να καταβάλει στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 33.000 ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 830, 806 και 827 ΑΚ, καθώς και του άρθρου 3 του Ν.Δ/τος της 17-7/13-8-1923, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Και τούτο διότι, όλες οι παραδοχές του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου σχετικά με τη συμπεριφορά των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, οι οποίοι δέχθηκαν την εξουσιοδότηση που προσκόμισε στην τράπεζα ο τρίτος, παρ' όλες τις προαναφερόμενες ελλείψεις που εμφάνιζε η εξουσιοδότηση αυτή και κατέβαλαν σ' αυτόν το ποσό των 33.000 ευρώ από τον κοινό λογαριασμό, στον οποίο ήταν συνδικαιούχοι τόσο η αναιρεσίβλητη, όσο και ο πατριός της, ο οποίος φερόταν ως υπογράψας την εξουσιοδότηση, συμποσούμενες και συνδυαστικά εκτιμώμενες ως προς τις παραλήψεις των εν λόγω υπαλλήλων, συγκροτούν την έννοια της βαριάς αμέλειας αυτού, όπως αυτή ορίζεται στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 3 του Ν.

Δ/τος της 17-7/13-8-1923 και θεμελιώνουν, λόγω της βαριάς αυτής αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων της, την ευθύνη της αναιρεσείουσας έναντι της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επειδή έγινε δεκτό ότι υπήρξε βαριά αμέλεια του υπαλλήλου της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα να παραβιαστούν οι ανωτέρω διατάξεις, είναι αβάσιμος.

Οι δε περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνονται στον ίδιο ως άνω αναιρετικό λόγο, σχετικά με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθώς με το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τις αποδείξεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1611/2008).

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη παραβίαση του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και του αρ. 8 του ίδιου άρθρου, χωρίς ωστόσο να ιδρύεται, υπό τα επικαλούμενα από αυτήν περιστατικά, τέτοιος λόγος από τον αριθμό 8, διατείνεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν εξηγεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πώς οι ελλείψεις της εξουσιοδότησης που αναφέρονται σ' αυτήν οδηγούν στην απόδειξη ότι η εξουσιοδότηση αυτή είναι πλαστή, ώστε να καταλήξει στη συνέχεια στο πόρισμα της αμελούς συμπεριφοράς του υπαλλήλου της.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει ρητή παραδοχή ότι η εξουσιοδότηση που προσκομίστηκε από τον τρίτο στον υπάλληλο της αναιρεσείουσας έφερε πλαστή υπογραφή. Επίσης, με τον ίδιο λόγο προβάλλεται και η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεχόμενο ότι τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής απαιτούν, όταν καταρτίζεται μία εξουσιοδότηση, πρέπει να φέρει ημερομηνία σύνταξης, το όνομα και τα στοιχεία του εξουσιοδοτούντος και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητάς του.

Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την ως άνω προβαλλόμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι την ερμηνεία κανόνα δικαίου, οπότε και μόνο ιδρύεται αναιρετικός λόγος (ΑΠ 905/2018, ΑΠ 516/2015). Κατά συνέπεια και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Α. Τ. Α. Ε." για αναίρεση της 2564/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Ιανουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ