Appeal dismissed because the defendant failed to cite the enrichment defense in the appeal petition as required by law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court erred in rejecting an enrichment defense raised for the first time during the appeal proceedings. The court held that this defense was not properly cited in the appeal petition, violating procedural requirements for new arguments.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 562 παρ. 2; Η ένσταση περί μη ύπαρξης πλουτισμού πρέπει να προταθεί στο αναιρετήριο, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 717 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 717/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Σαφάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης Ανθίμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 30/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 327/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-8-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-8-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 1-8-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-8-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 327/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον εναγόμενο έφεσης κατά της 30/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών, εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 15-12-2010 (με αριθμό κατάθεσης .../16-12-2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Κατά το άρθρο 64 παρ.2 ΚΠολΔ, τα νομικά πρόσωπα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η ανώνυμη εταιρία, παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί, κατά δε το άρθρο 73 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 62 έως 72. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 47α παρ.1β και 3 του κωδικοποιημένου ν. 2190/1920, η ανώνυμη εταιρία λύεται και με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, λαμβανομένη με την απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 29 παρ.3 και 31 παρ.2 του νόμου αυτού, τη δε λύση της ανώνυμης εταιρίας ακολουθεί η εκκαθάριση και, μάλιστα, η γενική συνέλευση με την ίδια απόφαση ορίζει και τους εκκαθαριστές, εκτός εάν η λύση επήλθε λόγω πτώχευσης, οπότε ακολουθεί η πτωχευτική διαδικασία.
Από τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 47α του ν. 2190/1920, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 72 εδ. β’ , 748 ΑΚ, 73 και 286 εδ. α’ ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η λύση της ανώνυμης εταιρίας για οποιοδήποτε λόγο δεν θίγει την ικανότητα αυτής να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της έννομης σχέσης της δίκης, δεδομένου ότι η εταιρία εξακολουθεί να διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα για τις ανάγκες της εκκαθάρισης και εκπροσωπείται, πλέον, από τους εκκαθαριστές της.
Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 7α παρ.1 περ. γ’ και ια’ και 7β παρ.13 και 15 του ν. 2190/1920, συνάγεται ότι, στην από τα άρθρα αυτά προβλεπόμενη δημοσιότητα, υποβάλλονται ο διορισμός και η αντικατάσταση των εκκαθαριστών της ανώνυμης εταιρίας, που έχει λυθεί και τελεί υπό εκκαθάριση, ως προσώπων που ασκούν τη διαχείριση αυτής και έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα, κατά το στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 49 παρ.1 του ίδιου νόμου.
Η δημοσιότητα αυτή δεν είναι συστατική, αλλά αποδεικτική, η δε ανώνυμη εταιρία δεν μπορεί να αντιτάξει στους τρίτους τις πράξεις και τα στοιχεία για τα οποία αυτή δεν τηρήθηκε, ενώ οι τρίτοι μπορούν να τα επικαλεσθούν έναντι αυτής (ΑΠ 1082/2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 49 παρ.7 του ν. 2190/1920, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2339/1995, ορίζεται ότι "Ο διορισμός εκκαθαριστών συνεπάγεται αυτοδικαίως την παύση της εξουσίας του διοικητικού συμβουλίου.
Όσον αφορά τους εκκαθαριστές, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για το διοικητικό συμβούλιο [...]. Η γενική συνέλευση μπορεί να διορίζει και ένα μόνο εκκαθαριστή, εφόσον το καταστατικό δεν ορίζει διαφορετικά", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 34 του καταστατικού της αναιρεσίβλητης, "Οι εκκαθαριστές που ορίζει η γενική συνέλευση μπορεί να είναι τρεις (3), μέτοχοι ή όχι και θα ασκούν όλες τις συναφείς με τη διαδικασία και το σκοπό της εκκαθάρισης αρμοδιότητες [...]".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο αριθμός των εκκαθαριστών, που διορίζονται από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας, επιτρέπεται να ανέρχεται σε έναν ή δύο και μέχρι τρεις κατ’ ανώτατο όριο, αφού με το καταστατικό παρέχεται η δυνατότητα διορισμού μέχρι του ορίου αυτού. Η υπό εκκαθάριση ανώνυμη εταιρία, που λογίζεται υφιστάμενη για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, μπορεί να ενάγει και να ενάγεται, να ασκεί ένδικα μέσα και να παρίσταται στο δικαστήριο με την εταιρική της επωνυμία, εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές της, οι οποίοι διορίζουν με σχετικό πληρεξούσιο και το δικηγόρο που θα παρασταθεί για την εταιρία ενώπιον του δικαστηρίου.
3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό (ένσταση) του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για έλλειψη νόμιμης παράστασης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και για έλλειψη πληρεξουσιότητας της δικηγόρου, που είχε παρασταθεί για λογαριασμό της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το Πρωτοδικείο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως την αντιπροσωπευτική εξουσία των προσώπων που εκπροσωπούσαν την υπό εκκαθάριση τελούσα ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, ορθώς απεφάνθη ότι οι εκκαθαριστές, Β. Β. του Β. και Λ. Ρ. Π. του Λ., νόμιμα εκπροσώπησαν την εταιρία, διότι, δυνάμει του από 20-6-2011 πρακτικού της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, το οποίο καταχωρήθηκε την 20-12-2011 στο μητρώο ανωνύμων εταιριών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και δημοσιεύθηκε στο ... 28-12-2011 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), εγκρίθηκε το εκπονηθέν από τους εν λόγω εκκαθαριστές σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της εκκαθάρισής της, ενώ ανανεώθηκε και η θητεία αυτών, που ρητά κατονομάζονται στο ανωτέρω ΦΕΚ, μέχρι το πέρας της εκκαθάρισης.
Ότι οι ως άνω, νόμιμοι εκκαθαριστές της υπό εκκαθάριση τελούσας ενάγουσας, δυνάμει του .../25-11-2008 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Σερρών Ι. Λ., όπου γίνεται εκτενής αναφορά του τρόπου με τον οποίο ο καθένας από αυτούς κατέστη εκκαθαριστής, παρείχαν γενική πληρεξουσιότητα στη δικηγόρο Σερρών Β. Μ., εκτός των άλλων, να παρίσταται ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων και να ασκεί για λογαριασμό της ενάγουσας όλες τις διαδικαστικές πράξεις.
Ότι το πληρεξούσιο αυτό, το οποίο δεν είχε ανακληθεί, ήταν σε ισχύ τόσο κατά την άσκηση (16-12-2010), όσο και κατά τη συζήτηση (17-9-2013) της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διότι δεν είχε παρέλθει πενταετία από την ημέρα σύνταξής του (25-11-2008). Και ότι ως προς την ενώπιον του Εφετείου εκπροσώπηση της ενάγουσας ως εφεσίβλητης, προσκομίσθηκε το .../17-11-2015 πληρεξούσιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, δυνάμει του οποίου οι αυτοί ως άνω, νόμιμοι εκκαθαριστές, η θητεία των οποίων ανανεώθηκε εκ νέου το έτος 2011, δυνάμει του ...28-12-2011 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), παρείχαν στην ίδια ως άνω δικηγόρο ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα.
Με βάση τΙς παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρχε νόμιμη εκπροσώπηση της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας από τους εκκαθαριστές στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και νόμιμη πληρεξουσιότητα στην ως άνω δικηγόρο για την παράστασή της ενώπιον εκείνου, όπως και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 18 παρ.3 και 21 παρ.1 του ν. 2190/1920 και 34 του καταστατικού της ενάγουσας, δέχθηκε νόμιμη εκπροσώπηση αυτής από τους ως άνω δύο εκκαθαριστές και προσήκουσα παράσταση της προαναφερθείσας δικηγόρου και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Τα επικουρικώς εκτιθέμενα στον ίδιο λόγο, σύμφωνα με τα οποία υπό τις αυτές παραδοχές έχει συντελεσθεί αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.12 ή, άλλως, αρ.20 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτα.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει με αφορμή άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1520/2010).
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά (ΑΠ 667/2017, ΑΠ 47/2006).
Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις και αυτή του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το δικαστήριο παρέλειψε να δικάσει σε κύριο ή παρεμπίπτον αίτημα της αγωγής και δεν διέλαβε κάτι γι’ αυτό στο σκεπτικό και στο διατακτικό της απόφασής του, το αίτημα αυτό θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά, μετά δε την τελεσιδικία της απόφασης δημιουργείται δεδικασμένο που εμποδίζει να καταστεί το αίτημα αυτό αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των διαδίκων (ΑΠ 850/2009).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.16 περ. α’ ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, είτε αυτεπαγγέλτως είτε μετά από πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, δέχτηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου με την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σε αυτό η προσβαλλομένη απόφαση, όσο και ως προς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου σε συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 2024/2014). 5.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 327/2016 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη, για την έρευνα του λόγου αναίρεσης, πραγματικά περιστατικά: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, η οποία τέθηκε υπό εκκαθάριση με την από 20-6-2001 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, ενεργώντας δια των εκκαθαριστών της, την 23-6-2001, έδωσε την εντολή και πληρεξουσιότητα στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, δικηγόρο Σερρών, να χειρισθεί όλες τις σχετικές με την εκκαθάρισή της νομικές υποθέσεις.
Ότι σε εκτέλεση της εντολής αυτής, ο εναγόμενος ασχολήθηκε με το χειρισμό των υποθέσεων εκκαθάρισης μέχρι την 3-6-2003, οπότε η ενάγουσα ανακάλεσε την εντολή και διέκοψε τη συνεργασία τους. Ότι, μετά την ανάκληση της εντολής, ο εναγόμενος, ισχυριζόμενος ότι η ενάγουσα δεν του κατέβαλε ολόκληρη τη νόμιμη αμοιβή για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που είχε πραγματοποιήσει, άσκησε εναντίον της τη με αριθμό κατάθεσης .../24-11-2003 αγωγή, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, με την οποία ζήτησε να του επιδικασθεί το ποσό των 550.110,93 ευρώ, ως υπόλοιπο δικηγορικής αμοιβής.
Ότι επί της αγωγής εκδόθηκε η 52/2004 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάστηκε στον εναγόμενο (εκεί ενάγοντα) το ποσό των 318.101,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της. Ότι η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ήμισυ του επιδικασθέντος κεφαλαίου (159.050,92 €).
Ότι ο εναγόμενος επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής για το προσωρινώς εκτελεστό μέρος και επέδωσε στην ήδη ενάγουσα επιταγή προς εκτέλεση για το ποσό των 172.902,73 ευρώ (ήτοι 159.050,92 € κεφάλαιο + 6.869,70 € τόκοι + 6.982,11 € έξοδα εκτέλεσης) και την 21-5-2004 επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της Εθνικής Τράπεζας, ως τρίτης, για το ως άνω ποσό, το οποίο και εισέπραξε την 24-8-2004.
Ότι κατά της ανωτέρω 52/2004 απόφασης η ενάγουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1272/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή και αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της ως αβάσιμη στην ουσία της. Ότι μολονότι με το δικόγραφο της έφεσης η ενάγουσα είχε υποβάλει και αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 ΚΠολΔ, ήτοι για επιστροφή του ποσού που ο εναγόμενος είχε εισπράξει σε εκτέλεση της ως άνω προσωρινά εκτελεστής απόφασης, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 1272/2006 απόφασή του, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, παρέλειψε, από προφανή παραδρομή, να αποφανθεί επί του ανωτέρω αιτήματός της.
Ότι, στη συνέχεια, ο εναγόμενος άσκησε εναντίον της ενάγουσας τη με αριθμό κατάθεσης .../22-6-2006 αγωγή, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών, με την οποία, επικαλούμενος τις ίδιες με την πρώτη αγωγή δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του, ζήτησε να του επιδικασθεί το ποσό των 550.110,93 ευρώ, ως υπόλοιπο αμοιβής του, στηρίζοντας την αξίωσή του σε διαφορετική νομική βάση.
Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 139/2006 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και επιδικάστηκε στον εναγόμενο (εκεί ενάγοντα) το ποσό των 210.440 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το σύνολο του επιδικασθέντος ποσού.
Ότι ο εναγόμενος επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής και επέδωσε στην ήδη ενάγουσα επιταγή προς εκτέλεση για το ποσό των 228.631,42 ευρώ (ήτοι 210.440 € κεφάλαιο + 13.191,42 € τόκοι + 5.000 € έξοδα εκτέλεσης) και την 13-2-2007 επέβαλε κατάσχεση στα χέρια της Εθνικής Τράπεζας, ως τρίτης, για το ποσό των 62.710,80 ευρώ, το οποίο και εισέπραξε την 2-4-2007, ενώ το υπόλοιπο των 165.920,62 ευρώ το συμψήφισε με το αντίστοιχο ποσό που είχε εισπράξει σε εκτέλεση της 52/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, η οποία είχε εξαφανισθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Ότι κατά της ανωτέρω 139/2006 απόφασης η ήδη ενάγουσα άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1491/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε ως κατ’ ουσία αβάσιμη. Ότι με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε και το αίτημα της εκεί εκκαλούσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και δη για επιστροφή του ποσού των 228.631,42 ευρώ, με το αιτιολογικό ότι, το μεν ποσό των 165.920,62 ευρώ είχε εισπραχθεί σε εκτέλεση της 52/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και όχι της προσβληθείσας με την έφεση απόφασης, το δε υπόλοιπο ποσό των 62.710,80 ευρώ ως αόριστο, διότι δεν προσδιορίζονταν τα επιμέρους κονδύλια που συνιστούσαν το συνολικό ποσό (κεφάλαιο, τόκοι, δικαστικά έξοδα, έξοδα εκτέλεσης).
Ότι μετά την εξαφάνιση, με την 1272/2006 εφετειακή απόφαση, της 52/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και την απόρριψη της αγωγής, επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, ο εναγόμενος, ο οποίος είχε εισπράξει το ποσό των 165.920,62 ευρώ, κατά τα προαναφερθέντα, ως προς αυτό κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της αντιδίκου του και δη για αιτία λήξασα.
Ότι ο εναγόμενος, μετά την εξαφάνιση, με την 1491/2010 εφετειακή απόφαση, και της 139/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και μολονότι είχε συμψηφίσει το πιο πάνω ποσό των 165.920,62 ευρώ με αντίστοιχο μέρος που του είχε επιδικασθεί με την τελευταία αυτή απόφαση, που εξαφανίσθηκε στη συνέχεια, συνεχίζει να τυγχάνει ως προς αυτό πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία, με αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας, η οποία εξαναγκάσθηκε στην καταβολή αυτού, ενόψει της σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης και ότι μεταξύ του πλουτισμού αυτού και της ζημίας της τελευταίας υφίσταται αιτιώδης συνάφεια.
Ότι ο εναγόμενος, την 2-4-2007, εισέπραξε από την εκτέλεση της πιο πάνω 139/2006 προσωρινά εκτελεστής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και το ποσό των 57.710,80 ευρώ (κεφάλαιο + τόκοι), για το οποίο πρέπει να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης κατάσταση, κατ’ άρθρο 914 ΚΠολΔ. 6.
Στη συνέχεια το Εφετείο, απαντώντας επί του ισχυρισμού του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), που επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης, ότι ως προς το ποσό των 165.920,62 ευρώ, εφόσον με την 1272/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εξαφανίσθηκε η 52/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, απερρίφθη σιωπηρώς το υποβληθέν με το δικόγραφο της έφεσης και με τις προτάσεις αίτημα της ενάγουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ήτοι για την επιστροφή των χρημάτων που είχε αυτός εισπράξει σε εκτέλεση της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης, έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο (από τη σιωπηρή, δηλαδή, απόρριψη), που κωλύει το ως άνω χρηματικό ποσό να καταστεί αντικείμενο αμφισβήτησης και νέας δίκης μεταξύ των αυτών διαδίκων, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Ότι το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης κατάσταση, που η ενάγουσα και τότε εκκαλούσα είχε υποβάλει, τόσο με την έφεση όσο και με τις προτάσεις της, δεν είχε καταστεί αντικείμενο διερεύνησης εκ μέρους του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ώστε να γεννάται δεδικασμένο από τη διάγνωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας του συγκεκριμένου δικαιώματος.
Ότι η παράλειψη του δικαστηρίου να το δικάσει, που "πιθανότατα" οφείλεται σε παραδρομή, δεν συνιστά σιωπηρή απόρριψή του, που μετά την τελεσιδικία της απόφασης δημιουργεί δεδικασμένο, όπως αβάσιμα ο εναγόμενος διατείνεται, διότι το ως άνω αίτημα, δεν αποτελούσε κύριο ή παρεπόμενο αίτημα της τότε κρινόμενης αγωγής, ούτε ζήτημα επί του οποίου η κρίση και η απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση εκείνης της διαφοράς, αλλ’ ότι υποβλήθηκε παρεμπιπτόντως από την εκκαλούσα, καθόσον ως αίτημα έχει συνάφεια μόνο με την ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δίκη και γεννιέται μετά την έκδοση της εφετειακής απόφασης.
Ότι, σε κάθε περίπτωση, ενόψει του ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, και θεμελίωση των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα), το κονδύλιο των 165.920,62 ευρώ δεν τυγχάνει απαράδεκτο, λόγω δεδικασμένου απορρέοντος από την ως άνω 1272/2006 εφετειακή απόφαση, αφού η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της αιτείται το ίδιο ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ στην κατ’ έφεση δίκη είχε ως βάση τη διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ για επαναφορά των πραγμάτων στην προγενέστερη της εκτέλεσης κατάσταση.
Κατόπιν αυτών, απέρριψε την προταθείσα ένσταση δεδικασμένου και τον συναφή λόγο της έφεσης, καθώς και την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και είχαν επιδικασθεί στην ενάγουσα τα αιτηθέντα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.
7. Από τις ανωτέρω παραδοχές, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση περί δεδικασμένου, απορρέοντος από την 1272/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με δύο επάλληλες αιτιολογίες, η καθεμία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασής του. Ειδικότερα, με την πρώτη αιτιολογία απέρριψε την ένσταση, διότι έκρινε ότι το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προγενέστερη της εκτέλεσης κατάσταση, σε σχέση με το ποσό των 165.920,62 ευρώ, δεν είχε καταστεί αντικείμενο διερεύνησης εκ μέρους του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ώστε να γεννάται δεδικασμένο εκ της διάγνωσης της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας του συγκεκριμένου δικαιώματος και ότι η παράλειψη αυτού να το δικάσει δεν συνιστά σιωπηρή απόρριψη, όπως ειδικότερα εκτίθεται ανωτέρω (αρ.6).
Με τη δεύτερη αιτιολογία απέρριψε την ένσταση, διότι δεν υπήρχε ταυτότητα νομικής αιτίας, καθόσον με την ένδικη αγωγή της ενάγουσας ζητείται το πιο πάνω ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ το υποβληθέν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αίτημα είχε ως νομική βάση το άρθρο 914 ΚΠολΔ περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης κατάσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας την ένσταση περί δεδικασμένου, που απορρέει από την 1272/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι το δικαστήριο παρέλειψε προφανώς από παραδρομή να αποφανθεί επί του αιτήματος της αντιδίκου για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και ότι το αίτημα αυτό δεν διαγνώσθηκε, παρόλο που θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά, αφού η απόφαση δεν προσβλήθηκε με αναίρεση, υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.
Ο λόγος αυτός, βάλλοντας με τις ανωτέρω αιτιάσεις κατά της πρώτης αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον το διατακτικό αυτής στηρίζεται επαρκώς με την αυτοτελή δεύτερη αιτιολογία, η οποία δεν προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης, είναι προεχόντως αλυσιτελής.
8. Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 670/2016). Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΑΠ 670/2016, ΑΠ 1321/2015). 9.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο απορρίπτοντας την ένστασή του περί μη ύπαρξης του επίμαχου πλουτισμού (ΑΚ 909), υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, "δεδομένου ότι, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 904 ΑΚ, η αγωγή που άσκησε η αντίδικος είναι επικουρική και μπορούσε να ασκηθεί εφόσον δεν υπήρχε η νόμιμη δυνατότητα άσκησης της κύριας αγωγής, δικαίωμα το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, ασκήθηκε με την έφεση και τις προτάσεις της αντιδίκου κατά της 52/2004 απόφασης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1272/2006 απόφαση του Εφετείου".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο και δεν αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, ενόψει του ότι δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η εκ του άρθρου 909 ΑΚ ένσταση ότι δεν σώζεται ο πλουτισμός, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως απαράδεκτος, διότι, όπως αυτό δέχθηκε, προτάθηκε για πρώτη φορά ενώπιόν του, χωρίς ο εναγόμενος να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη συνδρομή μίας από τις εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται από τα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ, για την καθυστερημένη υποβολή του.
Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, είναι αλυσιτελής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η ένσταση αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, η δε αιτιολογία αυτή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με λόγο αναίρεσης.
10. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-8-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-8-2016 αίτηση για αναίρεση της 327/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Ιανουαρίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ