Legislator Case Law & Legislation
717/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to procedural violation and inadmissible arguments regarding inheritance law.

Case Number 717/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the second-instance judgment on inheritance and possession rights. The appellants argued that the lower courts failed to apply specific civil code provisions regarding inheritance and possession, but the court found their arguments vague and procedurally flawed. Consequently, the appeal was dismissed because the appellants violated filing rules and failed to substantiate their legal claims with concrete facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 560, 566, 559, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; Appeals are permitted only against final judgments and must strictly comply with filing rules, while vague arguments regarding non-application of law are inadmissible if they do not specify substantive facts.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility inheritance law possession rights procedural violation inadmissible arguments judicial costs

Cited Legislation

AI generated
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 566, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560, number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, number 8 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 717 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 717/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Φ. χήρας Γ. Α., το γένος Π. Φ., κατοίκου ..., 2) Χ. Α. του Γ., κατοίκου ... και 3) Σ. Α. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ζηργάνο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Μ. χήρας Ι. Κ., το γένος Λ. Τ., κατοίκου ..., 2) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Ε. χήρας Χ. Π., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... και 4) Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Γουνοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-1-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σοχού.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 24298/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά της 7/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2014 αίτησή τους και τους από 25-8-2015 προσθέτους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε τις από 30-10-2014 και 29-9-2015 εκθέσεις, του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Κλαδογένη, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από το άρθρο 553 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του εφετείου, αφού αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 835/2010).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 566 § 2 του ίδιου Κώδικα: "αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά". Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 § 1 ΚΠολΔ που ρυθμίζει τον τρόπο της ασκήσεως των ενδίκων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, όσον αφορά εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή.

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σοχού την κρινόμενη αγωγή κατά των αναιρεσειόντων και εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 7/2012 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν η αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν έφεση και εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 24298/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη κατ’ ουσίαν η έφεση.

Επομένως η κρινόμενη αίτηση, σύμφωνα με τις εκτεθείσες σκέψεις, καθ’ ο μέρος στρέφεται κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτη, τόσον επειδή η απόφαση αυτή έχει ενσωματωθεί στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όσον επειδή δεν προκύπτει από σχετικό δικόγραφο ότι το κρινόμενο αναιρετήριο κατατέθηκε και στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου.

Κατά την διάταξη του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή.

Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως ημέρα συζήτησης της αναιρέσεως, πριν από την οποία πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά το άρθ. 568 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 654/1984) και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από την για οποιονδήποτε λόγο ματαίωση ή αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως κατ’ άρθρ. 575 ΚΠολΔ και επομένως η άσκηση των προσθέτων λόγων μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι για την συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ορίσθηκε αρχικά η δικάσιμος της 10-11-2014 και μετ’ αναβολή για τις 26-1-2015, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών της 25-1-2015, στην συνέχεια δε με την από 27-1-2015 κλήση των αναιρεσειόντων ορίσθηκε για την συζήτηση της υποθέσεως η δικάσιμος της 12-10-2015.

Οι αναιρεσείοντες την 2-9-2015, δηλ. πολύ μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της υποθέσεως, κατέθεσαν στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου το από 25-8-2015 δικόγραφο προσθέτων λόγων, οι οποίοι επομένως πρέπει ν’ απορριφθούν κατ’ άρθρο 577 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, λόγω της εκπρόθεσμης ως άνω άσκησής τους.

Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με τον ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου καταθέσεως του ενδίκου μέσου "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς?, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ορίζονται περιοριστικώς στο ως άνω άρθρο και συνεπώς δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των ανωτέρω αποφάσεων αν το δικαστήριο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα προταθέντα ή παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Εξ άλλου η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίζονται με την αγωγή τους ότι στον σύζυγο και πατέρα των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων Γ. Α. παραχωρήθηκε κατά το έτος 1978 από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω αγροτικής αποκαταστάσεως εκείνου, το σαφώς κατά θέση, έκταση και όρια περιγραφόμενο αγροτεμάχιο, για το οποίο εξεδόθη και ο υπ’ αριθμ. ...1995 νομίμως μεταγραφείς σχετικός τίτλος κυριότητας.

Ο εν λόγω κληρούχος, με το υπ’ αριθ. .../4-9-1979 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Π. Σ., ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει το αγροτεμάχιο αυτό στον πατέρα και σύζυγο των εναγόντων, στον οποίο αυθημερόν (4-9-1979) παρέδωσε τη νομή και κατοχή του ακινήτου. Ο τελευταίος νεμήθηκε τον αγρό διανοία κυρίου μέχρι του κατά το έτος 1984 επελθόντος θανάτου του, ακολούθως δε ο αγρός περιήλθε στη νομή των εναγόντων, οι οποίοι τον νεμήθηκαν με τις αναφερόμενες πράξεις νομής και με διάνοια κυρίου μέχρι του έτους 2004 και έτσι αυτοί, προσμετρώντας και τη νομή του δικαιοπαρόχου τους, κατέστησαν κύριοι του αγρού με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες αυτόν επί χρόνο μεγαλύτερο των 20 ετών.

Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Αμύνης του έτους 1997 το εν λόγω κληροτεμάχιο κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο και στη γενόμενη δίκη για την αναγνώριση των δικαιούχων αποζημιώσεως, παρέστησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης οι εναγόμενοι, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ψευδώς ότι τυγχάνουν κύριοι του απαλλοτριουμένου ως κληρονόμοι του κληρούχου.

Έτσι, με την εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 17349/12-7-2004 απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου οι εναγόμενοι ανεγνωρίσθησαν δικαιούχοι της αποζημιώσεως, η οποία προσδιορίστηκε αργότερα με απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης και την οποία εισέπραξαν, έκαστος κατά το λόγο της κληρονομικής του μερίδος. Ειδικότερα, από το σύνολο της αποζημιώσεως, η οποία ανήλθε σε 43.689 €, η πρώτη εναγομένη εισέπραξε 10.922,26 €, έκαστος δε των λοιπών εναγομένων εισέπραξε 16.383,36 €.

Ζητούν δε οι ενάγοντες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 § 4 του Ν.2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων) και 914 επ. ΑΚ, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν νομιμοτόκως: α) η πρώτη εναγομένη 2.730 € σε έκαστον ενάγοντα και β) έκαστος των δευτέρου και τρίτου εναγομένων 4.095,84€ σε έκαστον ενάγοντα.

Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδουν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την πλημμέλεια ότι δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, εφόσον σ’ αυτήν δεν αναφέρονται 1) ο χρόνος μεταγραφής του τίτλου της αγροτικής αποκαταστάσεως και 2) ο χρόνος κυρώσεως της οριστικής διανομής.

Ο λόγος αυτός με τον οποίο ως εκ του περιεχομένου του αποδίδεται η πλημμέλεια της ποσοτικής αοριστίας της αγωγής είναι απαράδεκτος, προεχόντως μεν διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε πρωτοβαθμίως και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, σε κάθε περίπτωση δε, διότι τέτοιος λόγος αναιρέσεως, αντίστοιχος προς εκείνον του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή, όπως και στην παρούσα υπόθεση, επί αιτήσεων αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων.

Για τους ίδιους δικαιολογητικούς λόγους είναι επίσης απαράδεκτος ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν πλημμέλεια στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του ότι αυτό απέρριψε ως αόριστη την περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματός προταθείσα ένστασή τους. Από τη διάταξη του άρθρου 79 § 2 του Αγροτικού Κώδικα, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των §§ 1 και 3 του ίδιου άρθρου, καθώς και εκείνες των άρθρων 26, 74, 180, 188, 193, 203, 207 και 208 του ίδιου Κώδικα, ενόψει δε και της διατάξεως της § 1 του άρθρου 1 του Α.Ν. 431/1968, κατά την οποία από την έναρξη της ισχύος τούτου επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία κληρούχους η με δικαιοπραξίες εν ζωή εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε είδους κλήρων τους υπό τον περιορισμό μόνο της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την εγκατάσταση αυτού στον κλήρο ως την ισχύ του Α.Ν.431/1968 (23-5-1968) και αν ακόμη δεν προέβη σε κατοχή αυτού, θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος νομής από άλλον.

Την αυτή επί του κλήρου πλασματική νομή έχουν, κατ’ επέκταση, και οι κληρονόμοι του αρχικού κληρούχου, διότι με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης απέβλεψε και στην προστασία αυτών των προσώπων. Μετά όμως την ισχύ του ως άνω νόμου (431/1968) ο κληρούχος δεν θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου και συνεπώς αν δεν τον κατέχει, είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, δυνάμενη αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις και εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 1 περ.

α’ Ν.Δ.1189/1972 έχει κυρωθεί η οριστική διανομή για τα ακίνητα τα οποία κείνται σε μη παραμεθόριες περιοχές, να οδηγήσει στην με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητος τούτου, εφόσον συμπληρωθεί ο για κάθε μία εξ αυτών απαιτούμενος από την ισχύ του ως άνω νόμου και εφεξής χρόνος. Η κατάσταση αυτή δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου (431/1968) ορίζεται ότι κατά την μεταβίβαση των γεωργικών κλήρων πρέπει απαραιτήτως:

α) να έχει εκδοθεί και μεταγραφεί το οριστικό παραχωρητήριο του κλήρου στο οποίο αναφέρεται η δικαιοπραξία και β) να είναι πλήρως εξοφλημένο το τυχόν προς το Δημόσιο οφειλόμενο τίμημα του κλήρου, διότι η συνδρομή των εν λόγω προϋποθέσεων είναι απαραίτητη, όχι για την άρση της ιδιότητος του κληρούχου ως πλασματικού νομέως εκ του κλήρου, η οποία άρση όπως προαναφέρθηκε, επέρχεται με την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, αλλά μόνο για το έγκυρο της εκ μέρους του κληρούχου εκποιήσεως ή διαθέσεως εν ζωή του κλήρου στον αντίστοιχο ειδικό διάδοχό του.

Το ίδιο ισχύει και για κλήρους που βρίσκονται σε παραμεθόριες περιοχές του Κράτους, όπου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 §§ 1, 3 και 7 του Α.Ν. 1366/1938 (όπως το άρθρο 7 ερμηνεύθηκε με τον Α.Ν. 1629/1939), απαγορεύονται με ποινή απόλυτης ακυρότητας οι δικαιοπραξίες εν ζωή με τις οποίες συνιστώνται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οποιαδήποτε εμπράγματα δικαιώματα ή συνάπτονται με αυτές μισθώσεις ή άλλες ενοχικές σχέσεις που αφορούν ακίνητα κείμενα σε παραμεθόριες περιοχές, στις οποίες δικαιοπραξίες περιλαμβάνονται και εκείνες με τις οποίες μεταβιβάζεται η νομή.

Και τούτο διότι η απαγόρευση αυτή δεν περιλαμβάνει και την πρωτότυπη κτήση νομής, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει δικαιοπραξία και η κτήση της νομής είναι ένα απλό πραγματικό γεγονός. Περαιτέρω με το άρθρο 189 (παρ. 1 και 2) του Αγροτικού Κώδικα τίθεται γενική διάταξη ως προς την περιέλευση των ατομικών κλήρων στους κληρούχους, συνιστάμενη στο ότι αυτοί αποκτούν την κυριότητα εκείνων των κλήρων από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή περί κυρώσεως της οριστικής διανομής εκάστου αγροκτήματος.

Όμως η κυριότητα σε ακίνητο, που κείται σε περιοχή χαρακτηριζόμενη από το νόμο (Α.Ν. 1366/1938) ως παραμεθόρια, αποκτάται όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή για την κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος, όπως ορίζει η παραπάνω γενική διάταξη (άρθρο 189 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα), αλλά, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77 Ν.Δ. 2185/1952, 1 και 16 Ν.Δ.1189/1972, από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου).

Πριν από τη συντέλεση αυτής ο δικαιούχος- κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητος ή συγκυριότητος (Ολ. ΑΠ 8/2001, Α.Π. 1607/2010). Περαιτέρω, ο Νομός Θεσσαλονίκης δεν ορίστηκε ως παραμεθόριος περιοχή, επί της οποίας έχει εφαρμογή, κατ’ άρθρο 4 αυτού, ο Α.Ν. 1366/1938, ενώ ο ορισμός της περιφέρειας του ως άνω νομού ως παραμεθορίου επαρχίας του Κράτους, που έγινε με το από 12 Ιουλίου 1926 Π.Δ/γμα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 3250/1924 "Περί κυρώσεως του από 3 Σεπτεμβρίου 1924 νομ.

Διατάγματος περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων", έχει σχέση με την απαγόρευση της κτήσεως κυριότητας από αλλοδαπούς σε ακίνητα κείμενα σε παραμεθόριες περιοχές του Κράτους και όχι με την εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1189/1972 (ΑΠ 1183/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο Γ. Α., σύζυγος της πρώτης και πατέρας του δεύτερου και τρίτου των εκκαλούντων - εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων), είχε στη νομή και κατοχή του, το με ... κληροτεμάχιο, εμβαδού 14.563 τ.μ., που του είχε παραχωρηθεί το έτος 1978 από το Ελληνικό Δημόσιο, λόγω αγροτικής αποκατάστασης, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιοχή ..., του Δήμου Λαγκαδά Νομού Θεσσαλονίκης και συνορεύει (.....).

Το ως άνω κληροτεμάχιο περιλαμβάνεται στην οριστική διανομή του αγροκτήματος ... του Νομού Θεσσαλονίκης του έτους 1964, η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 1189/1972 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α 99/1972, ενώ αργότερα εκδόθηκε στο όνομα του ανωτέρω δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων - εναγομένων, Γ. Α. του Α., ο υπ’ αριθμ. ...27-02-1995 τίτλος κυριότητας, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σοχού στον τόμο ....

Ωστόσο, από την κύρωση της ως άνω οριστικής διανομής, η οποία έλαβε χώρα, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το έτος 1972, περιήλθε στον παραπάνω κληρούχο Γ. Α. η κυριότητα του συγκεκριμένου κληροτεμαχίου, με συνέπεια να καταστεί αυτό δεκτικό χρησικτησίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...04-09-1979 προσύμφωνου πώλησης του Συμβολαιογράφου Λαγκαδά Π.

Σ., ο ως άνω δικαιοπάροχος των εκκαλούντων - εναγομένων, Γ. Α., προσυμφώνησε να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον Ι. Κ. του Π., σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών τριών εφεσίβλητων - εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), το ανωτέρω ακίνητο, έναντι τιμήματος 90.000 δραχμών τότε, το οποίο ο αγοραστής κατέβαλε αυθημερόν στον πωλητή, ο οποίος την ίδια επίσης ημέρα του παρέδωσε ελεύθερη τη νομή και κατοχή του.

Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι από τότε, ήτοι από 04-09-1979 ο αγοραστής, Ι. Κ., κατείχε και νεμόταν συνεχώς και αδιάλειπτα με διάνοια κυρίου το επίδικο αγροτεμάχιο μέχρι το έτος 1984, οπότε και απεβίωσε. Συγκεκριμένα από το έτος 1979 έως και το έτος 1982, ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων - εναγόντων εκμίσθωσε το επίδικο αγροτεμάχιο στον Α.

Κ. και στον υιό του Σ. Κ., οι οποίοι το καλλιεργούσαν με σιτηρά, ενώ τις επόμενες χρονιές μέχρι το θάνατό του, το έτος 1984, το είχε εκμισθώσει στον Γ. Ο. (...), ο οποίος το καλλιεργούσε επίσης με σιτηρά και κατέβαλε στον ανωτέρω δικαιοπάροχο το ετήσιο μίσθωμα. Μετά το θάνατο του Ι. Κ. και μέχρι το έτος 1992, το επίδικο αγροτεμάχιο καλλιεργήθηκε από τον υιό του Δ.

Κ. (δεύτερο εφεσίβλητο και ενάγοντα) για λογαριασμό και των λοιπών εναγόντων, δεδομένου ότι άπαντες οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες ήταν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ανωτέρω αποβιώσαντος (Ι. Κ.) κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια από το έτος 1992 έως τουλάχιστον το έτος 1999, κατά το οποίο συμπληρώθηκε ο χρόνος έκτακτης χρησικτησίας, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες εκμίσθωναν το ως άνω κληροτεμάχιο στη σύζυγο του μάρτυρα απόδειξης (...) Σ.

Μ., η οποία το καλλιεργούσε μέσω του ως άνω συζύγου της με σιτηρά.

Συνεπώς, οι εφεσίβλητοι - ενάγοντες την 4η Σεπτεμβρίου 1999 συμπλήρωσαν χρονικό διάστημα είκοσι ετών συνεχούς νομής του συγκεκριμένου ακινήτου, συνυπολογιζόμενου και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους Ι. Κ.(...), χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τους εκκαλούντες - εναγομένους ή το δικαιοπάροχο τους και ως εκ τούτου κατέστησαν συγκύριοι του κληροτεμαχίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους (...).

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες - εναγόμενοι και ο αρχικός κληρούχος και δικαιοπάροχος τους Γ. Α., ασκούσαν υλικές πράξεις νομής στο ανωτέρω κληροτεμάχιο, ακόμα δε και ο μάρτυράς τους κατέθεσε ότι ούτε και οι ίδιοι (εναγόμενοι) γνώριζαν πού βρίσκεται το τελευταίο...". Ακολούθως δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του Ειρηνοδικείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή.

Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις και ειδικότερα το άρθρο 1 του Α.Ν. 431/1968, το Ν.Δ. 1189/1972 και τον Ν.1366/1938, σχετικά με την απόκτηση από τον κληρούχο σύζυγο και πατέρα των αναιρεσειόντων της κυριότητας του μη κειμένου σε παραμεθόρια περιοχή επιδίκου κληροτεμαχίου και τη χρησικτησία επ’ αυτού από τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 116 και 205 ΚΠολΔ, την νομική έννοια των οποίων αναλύουν ειδικότερα, ζητούν να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ισχυριζόμενοι, κατά λέξη, ότι "οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν ασχολήθηκαν με το αίτημα της εφαρμογής του άρθρου 116 ΚΠολΔ".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα θεμελιωτικά των ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας υποβληθέντων αιτημάτων περιστατικά, σε κάθε περίπτωση δε, διότι εκτιμώμενος ο λόγος αυτός ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όπως προαναφέρθηκε, ως μη προβλεπόμενος από το άρθρο 560 ΚΠολΔ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση και τους από 25 Αυγούστου 2015 πρόσθετους λόγους των: 1) Φ. χήρας Γ. Α., 2) Σ. Α. και 3) Χ. Α. για αναίρεση των υπ’ αριθμ. 7/2012 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σοχού και της 24298/2013 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ