Supreme Court dismisses appeal against final judgment due to procedural default and lack of prior objection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Court of Appeal and the prior judgment of the First Instance Court. The appellant failed to appear at the hearing, resulting in a default judgment, and did not raise the specific procedural defects in the lower courts during the initial proceedings. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant waived the right to contest the procedural irregularities by failing to present them before the lower courts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 559, 562, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant failed to raise procedural defects before the lower courts and did not appear for the hearing, thereby waiving the right to contest the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 835 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 835/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ... ΗΠΑ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Φιλανθρωπικής Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης δι' Εγγυήσεως με την επωνυμία "CANCER RELIEF ...FUND" και κατά μετάφραση "ΙΔΡΥΜΑ ...ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΩΓΗ ΚΑΡΚΙΝΟΠΑΘΩΝ" πρώην ονομαζόμενη "THE NATIONAL SOCIETY FOR CANCER RELIEF", που ιδρύθηκε στην Αγγλία και είναι εγγεγραμμένη στα Μητρώα Εταιρειών και στην Φιλανθρωπική Επιτροπή, εδρεύει στον Λονδίνο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Νιάνιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-2-1992 διεκδικητική αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 600/1993 και μετ' ανακοπή 3217/1998 προδικαστική, 206/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 471/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της πρώτης απόφασης και της εφετειακής απόφασης, ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-12-2006 αίτησή του και τους από 8-7-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισσάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 16-1-2009 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, που επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο (της 28-1-2009) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του αναιρεσείοντα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.
ΑΠ 40/1996, Ολ. ΑΠ 16/1990). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 554 του ίδιου Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι η αναίρεση απευθύνεται και κατά της ερήμην απόφασης, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.
Η τελευταία αυτή διάταξη αφορά την απόρριψη ανακοπής ερημοδικίας που ασκήθηκε εμπρόθεσμα κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1998). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει : α) ότι η ερήμην οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, η οποία αρχίζει ταυτόχρονα από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να ασκήσει τα εν λόγω ένδικα μέσα και β) ότι, αν κατά της ερήμην πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε εμπρόθεσμα ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε, κατά δε της απορριπτικής απόφασης ασκήθηκε έφεση, η οποία, επίσης, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η ερήμην πρωτόδικη απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η (απορριπτική επί της ανακοπής) απόφαση του εφετείου, η οποία, επίσης, υπόκειται σε αναίρεση.
Η κρινόμενη, επομένως, αίτηση αναίρεσης, η οποία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, κατατέθηκε τόσο στο Εφετείο, όσο και στο Πρωτοδικείο Πειραιά, στις 4-12-2006, δηλαδή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα μέσα στη νόμιμη (άρθρο 264 παρ. 2 ΚΠολΔ) προθεσμία των ενενήντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης, 471/2006, απόφασης του Εφετείου Πειραιά στον αναιρεσείοντα, κάτοικο εξωτερικού, στις 6-10-2006, είναι παραδεκτή τόσο καθόσον στρέφεται κατά της συμπροσβαλλόμενης, 600/1993, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα, η κατά της οποίας ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε με τη 206/2005 απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και κατά της τελευταίας.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 2 και 98 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα, που δίδεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, παρέχει στον πληρεξούσιο δικηγόρο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από εκείνες που ρητά εξαιρέθηκαν κατά τη χορήγηση αυτής, καθώς και εκείνες με τις οποίες απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, της έλλειψης της πληρεξουσιότητας, καθώς και της υπέρβασής της εξεταζομένης από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 160 παρ. 1 και 3 του πιο πάνω Κώδικα, η ακυρότητα δεν μπορεί να απαγγελθεί χωρίς πρόταση του διαδίκου, εκτός αν ο νόμος παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν τηρήθηκε η διάταξη (παρ. 1), η πρόταση της ακυρότητας είναι απαράδεκτη, αν δεν γίνει κατά την πρώτη διαδικαστική πράξη, ύστερα από εκείνη που προσβάλλεται ως άκυρη, εκτός αν ο νόμος δίνει στο δικαστήριο την εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν τηρήθηκε η διάταξη ή αν εξαιτίας της ακυρότητας μπορεί να ζητηθεί αναίρεση (παρ. 3).
Η παράλειψη, όμως, του δικαστηρίου της ουσίας να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη ή μη της πληρεξουσιότητας διαδίκου, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης. Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 105, 152 παρ. 2, 159, 544 αριθ. 4, 559 αριθ. 14 και 562 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο νομότυπα διορισμένος δικαστικός πληρεξούσιος μπορεί να αναθέσει προφορικά την εκπροσώπηση του εντολέα του στην εκκρεμή δίκη επί αγωγής του, σε άλλο συνάδελφό του, ως υποκατάστατό του (μεταπληρεξούσιο), οι διαδικαστικές όμως πράξεις του τελευταίου είναι άκυρες και δεν δεσμεύουν τον διάδικο που φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε, δυνάμενο να προτείνει - όπως και ο αντίδικός του - την ακυρότητά τους, για το λόγο ότι υλοποιήθηκαν από μεταπληρεξούσιο, που διορίσθηκε χωρίς την τήρηση του οριζόμενου στο άρθρο 96 παρ. 1 συστατικού τύπου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, μη εφαρμοζόμενης στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 160 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού οι εν λόγω άκυρες πράξεις του άκυρα διορισμένου μεταπληρεξουσίου δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πράξεις του εκπροσωπουμένου διαδίκου (Ολ.
ΑΠ 964/1982). Από τις συνδυασμένες, επίσης, διατάξεις των άρθρων 96, 104, 143 παρ. 1, 159 αριθ. 1, 544 παρ. 4, 211, 219 και 238 ΑΚ προκύπτει, ότι ο διάδικος για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε, ως δικηγόρος, πρόσωπο που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του εν λόγω δικηγόρου που προηγήθηκα.
Η έγκριση μπορεί να γίνει είτε ρητά είτε σιωπηρά, με πράξεις εμφαίνουσες πρόθεση ισχυροποίησής τους, εξετάζεται δε η ύπαρξη της έγκρισης, που έχει αναδρομική ενέργεια (Ολ. ΑΠ 1408/1984, Ολ. ΑΠ 626/1980), και αυτεπαγγέλτως, εφόσον ανάγεται στην υπόσταση της πληρεξουσιότητας Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο του κύριου αναιρετηρίου προβάλλεται η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο (άρθρο 104 ΚΠολΔ) δεν κήρυξε αυτεπαγγέλτως την ακυρότητα των διαδικαστικών σ' αυτό πράξεων της υποκατάστατης - μεταπληρεξούσιας ..., η οποία εκπροσώπησε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ενώπιόν του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς την τήρηση του απαιτούμενου στη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠολΔ συστατικού τύπου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, χωρίς, δηλαδή, να δοθεί σ' αυτή νομότυπα η εν λόγω πληρεξουσιότητα από τον αρχικό πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Γεώργιο Μπίσια, ο οποίος, επίσης, άσκησε την ένδικη διεκδικητική αγωγή καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας, που του είχε δοθεί, με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά ή στην έκθεση, παρέχουσα στην ίδια το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο την αναιρεσίβλητη και να επιχειρεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της προκείμενης δίκης (άρθρο 97 παρ. 1 ΚΠολΔ), η έλλειψη δε της επίμαχης δικαστικής πληρεξουσιότητας επιφέρει την ακυρότητα όλων των διαδικαστικών πράξεων που ενήργησε η μη νομότυπα διορισμένη μεταπληρεξούσια και δεν εξοπλίζει με δεδικασμένο την προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο εξεταζόμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του από 29.8.2008 ειδικού πληρεξουσίου της αναιρεσίβλητης, προσκομιζομένου σε επίσημη ελληνική μετάφραση, με το οποίο η τελευταία παρέχει στον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ηλία Μπίσια την ειδική πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπησή της στην εκκρεμή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αναιρετική δίκη, εγκρίνεται ρητά από μέρους της οποιαδήποτε διαδικαστική πράξη έχει ενεργήσει ο πιο πάνω πληρεξούσιος δικηγόρος της, με τη ρητή δε αυτή έγκριση, που έχει αναδρομική ισχύ, θεραπεύτηκε εκ των υστέρων κάθε τυχόν ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων του πληρεξουσίου αυτού δικηγόρου.
Με τη διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 2145/1993 και ήδη ισχύει από 28.5.1993 (άρθρο 69 αυτού), με την οποία ορίζεται ότι ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας, καταργήθηκε η αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας.
Έτσι, από 28.5.1993 επιτρέπεται πλέον ανακοπή ερημοδικίας κατά οποιασδήποτε απόφασης, είτε αυτή εκδόθηκε στην πρώτη ή σε μεταγενέστερη συζήτηση, είτε στον πρώτο ή το δεύτερο βαθμό, μόνο όμως εφόσον εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.
Με βάση δε τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδάφ. α' Εισ.Ν.ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, το παραδεκτό και οι λόγοι της εν λόγω ανακοπής κρίνονται με βάση την αμέσως πιο πάνω διάταξη, εφόσον η ανακοπτόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε μετά τις 28.5.1993.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 19 του ν. 2207/1994, ισχύουσα από 25.4.1994 (άρθρο 14 αυτού), καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 515 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η έφεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι έχει προσβληθεί μαζί και η ερήμην απόφαση κατά της οποίας στράφηκε η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για να ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης αυτής.
Η εν λόγω διάταξη, παρά την κατάργησή της, επακόλουθο της κατάργησης της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, έχει εφαρμογή, κατά την προμνημονευόμενη διαχρονικού δικαίου διάταξη, για τις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την ισχύ του ν. 2207/1994, δηλαδή πριν τις 25.4.1994, εφόσον η ρύθμισή της ανάγεται στο παραδεκτό της έφεσης κατά της απορριπτικής της ανακοπής ερημοδικίας απόφασης και της ερήμην απόφασης.
Με τα δεδομένα αυτά, σε απορριπτική από οποιονδήποτε λόγο (τυπικό ή ουσιαστικό) απόφαση, που εκδόθηκε επί ανακοπής ερημοδικίας, η έφεση που, ασκείται μετά από αυτή απευθύνεται κατά της πιο πάνω απόφασης, οπότε θεωρείται ότι συνεκκαλείται, και αν δεν απευθύνεται κατ' αυτής η έφεση και η ερήμην απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε η ανακοπή, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι δεν παρήλθε και ως προς αυτή η προς άσκηση της έφεσης προθεσμία.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 18.2.1992 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 6129/2.4.1992) διεκδικητική ακινήτου αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη με την 600/1993 απόφασή του λόγω του εκ της ερημοδικίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα τεκμηρίου ομολογίας της.
Ο τελευταίος άσκησε κατά της εν λόγω απόφασης εκπρόθεσμα την από 2.12.1996 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 14965/30.12.1996) ανακοπή ερημοδικίας, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά μεν η 3217/1998 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία υποχρεώθηκε η καθ' ής η ανακοπή να αποδείξει, ενόψει της προβολής από τον ανακόπτοντα της ακυρότητας της επίδοσης σ' αυτόν της ανακοπτόμενης απόφασης λόγω της γνωστής στη ...
των ΗΠΑ διαμονής του, ότι, κατά τον χρόνο επίδοσης στον αντίδικό της τόσο της ένδικης αγωγής, όσο και της ανακοπτόμενης απόφασης ο τελευταίος ήταν άγνωστης διαμονής, στη συνέχεια δε, μετά τη διενέργεια των αποδείξεων, η 206/2005 απόφαση, η οποία δέχθηκε, ότι ο ανακόπτων ήταν άγνωστης στην Αμερική διαμονής κατά τους παραπάνω χρόνους, ακολούθως δε, απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της.
Κατά της τελευταίας και μόνο απόφασης άσκησε ο αναιρεσείων την από 22.4.2005 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 493/26.4.2005) έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 21.1.2005, δηλαδή μετά την κατάργηση του άρθρου 515 ΚΠολΔ.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντα, με το να δεχθεί, μεταξύ άλλων, ότι: "Στο σημείο αυτό, πρέπει να παρατηρηθεί ότι με την υπό κρίση έφεση δεν προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 600/30-6-1993 κρινόμενη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που δέχτηκε την από 2-4-1992 (α.α.κ. 6129/1Π/1071/2-4-1992) διεκδικητική αγωγή της καθής η ανακοπή λόγω συναγωγής τεκμηρίου ερημοδικίας από την απουσία του εναγομένου και η οποία ως άνω απόφαση δεν θεωρείται συνεκκληθείσα με την υπό κρίση έφεση κατά της υπ' αριθμ. 206/21-1-2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που απέρριψε την από 2-12-1996 (α.α.κ. 1769/14965/30-12-1996) αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας του εναγομένου, λόγω της κατάργησης με το άρθρο 3 παρ. 19 του νόμου 2207/1994 του άρθρου 515 του ΚΠολΔ, που προέβλεπε ότι "αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η έφεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι έχει προσβληθεί μαζί και η ερήμην απόφαση κατά της οποίας στράφηκε η ανακοπή, εφόσον δεν πέρασε η προθεσμία για να ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης αυτής ......", περαιτέρω δε με το να δεχθεί ότι: "Ως εκ τούτου, λόγω αντικειμενικής άγνοιας της ακριβούς διεύθυνσης του ανακόπτοντος στις Η.Π.Α.
ορθά θεωρήθηκε ο εναγόμενος ως άγνωστης διαμονής και η επίδοση της διεκδικητικής αγωγής και της ανακοπτόμενης ερήμην απόφασης έγινε έγκυρα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 134 και 136 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από την 17-11-1993 (τελευταία δημοσίευση στην Εφημερίδα "ΕΣΤΙΑ") οπότε άρχισε να τρέχει η προθεσμία προς άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτιολογημένης ανακοπής ερημοδικίας, μέχρι την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής ερημοδικίας την 30-12-1996, παρήλθε η προθεσμία των εξήντα ημερών που τάσσει το άρθρο 503 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και σωστά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και οι λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.", ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι με την έφεση προσβλήθηκε όχι μόνον η απορρίπτουσα την ανακοπή ερημοδικίας, 206/2005, απόφαση, αλλά και η ανακοπτόμενη, 600/1993 απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 30.6.1993, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 515 ΚΠολΔ, ισχύουσας, κατά το άρθρο 24 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τον παραπάνω χρόνο (30.6.1993), ενόψει του ότι όλες οι διαδικαστικές πράξεις στην εκκρεμή δίκη έγιναν από πληρεξούσιο καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας και μεταπληρεξούσια, επίσης, καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας, διορισμένη άτυπα, δηλαδή, χωρίς συμβολαιογραφική πράξη και είναι άκυρες, δεν δημιουργούν εκκρεμοδικία και δεν κίνησαν τις προθεσμίες άσκησης των ένδικων μέσων και, έτσι, παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον η από 22-4-2005 έφεση του αναιρεσείοντα κατά της 206/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά ασκήθηκε, όπως προκύπτει από την οικεία πράξη κατάθεσής της, στις 26-4-2005 και, συνεπώς, κατά τον παραπάνω χρόνο είχε ήδη παρέλθει για την ανακοπτόμενη απόφαση η 60νθήμερη προθεσμία προς άσκηση της κατ' αυτής έφεσης, η οποία εξαντλήθηκε στις 17-3-1994, αφού άρχισε να τρέχει από τις 16-1-1994, οπότε εξαντλήθηκε η 60νθήμερη, επίσης, προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της ανακοπτόμενης απόφασης.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, η αοριστία δεν προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ούτε αφορά τη δημόσια τάξη. Ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, εάν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.
Εξάλλου, πρόταση στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται, δεν εμφανίστηκε στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την 600/1993 απόφασή του, που εκδόθηκε ερήμην του αναιρεσείοντα, δεν απέρριψε και αυτεπαγγέλτως ως αόριστη την υπό κρίση διεκδικητική αγωγή λόγω ελλιπούς περιγραφής της όλης ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και, ειδικότερα, ελλιπούς περιγραφής του επίδικου εδαφικού τμήματος.
Ο εξεταζόμενος αυτός πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη, 600/1993, πρωτόδικη απόφαση, ο αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτόδικο Δικαστήριο και ως εκ τούτου δικάστηκε ερήμην, συνακόλουθα δε, δεν πρότεινε στο εν λόγω Δικαστήριο τον επίμαχο ισχυρισμό του περί αοριστίας της πιο πάνω αγωγής από τον προεκτιθέμενο λόγο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-12-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 471/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιά, καθώς και της 600/1993 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, όπως, επίσης και τον από 8-7-2008 πρόσθετο λόγο αυτής.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ