Legislator Case Law & Legislation
715/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against death notification error, remands case for retrial with new judge.

Case Number 715/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the death notification error regarding a deceased litigant, remanding the case for retrial with a different judge. The lower court incorrectly declared the appeal inadmissible because the death was not properly notified to the State's legal representative. The Court ruled that the notification via a separate case file did not constitute legal knowledge of the death by the relevant official, necessitating a new trial to address the procedural defect.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62, 73, 286, 287, 291, 292, 313 of the Code of Civil Procedure; The death of a litigant terminates the proceedings only if legally notified to the opposing party's legal representative, and failure to prove such notification renders the appeal inadmissible, requiring remand for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure death of litigant notification of death inadmissible appeal legal representative remand for retrial State legal counsel

Cited Legislation

AI generated
Article 559 No. 14 of the Code of Civil Procedure
Articles 62, 73, 286, 287, 291, 292, 313 of the Code of Civil Procedure
Article 524 No. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 No. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 No. 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AP 902/2008
Supreme Court partially allowed appeal against bank's liability for mutual fund manager's misconduct.
OLAP 31/2009
Decision No. 574/2015 of the Three-Member Administrative Court of Tripoli

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 715 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 715/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη-Εισηγήτρια, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 8η Ιανουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .

Του αναιρεσίβλητου: Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευθυμίου -Ελευθερίου Γκολέμη

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 777/2012 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 383/2016 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-11-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14KΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, ο λόγος δε αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο ( ΑΠ 902/2008).Από δε τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ.

α`, 287, 291, 292 και 313ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 ίδιου Κώδικα και στην κατ' έφεση δίκη, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, αν, μετά την άσκηση της έφεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Εφετείου, πεθάνει κάποιος διάδικος. Αν, όμως, ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή, πολύ περισσότερο, μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν, δηλαδή, δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης (ΟλΑΠ 31/2009 επί αναιρέσεως ).

Περαιτέρω, η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του.

Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 517εδ αΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατ` εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, σε περίπτωση θανάτου κάποιου απ` αυτούς, κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο εκκαλών, πριν από την άσκηση της έφεσης, είχε λάβει, με οποιονδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του.

Διαφορετικά, η έφεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς, δηλαδή, ο εκκαλών να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτησή της με τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του θανόντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της υπόθεσης.

Αν, όμως, ο θάνατος του διαδίκου είχε γνωστοποιηθεί στον εκκαλούντα πριν από την άσκηση της έφεσης με οποιονδήποτε τρόπο και, παρ` όλα αυτά, η έφεση ασκήθηκε κατά του θανόντος, τότε είναι άκυρη, αφού στρέφεται κατά ανύπαρκτου, σύμφωνα με το άρθρο 35 ΑΚ, προσώπου (ΑΠ 1282/2009 επί αναιρέσεως ). Άκυρη, επίσης, είναι η έφεση, όταν ασκείται κατά των κληρονόμων του διαδίκου, παρ` όλο που ο τελευταίος, κατά το χρόνο άσκησής της, αλλά και κατά το χρόνο εκδίκασής της, βρίσκεται στη ζωή, αφού στρέφεται τότε κατά προσώπου που δεν ήταν διάδικος του εκκαλούντος στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Η ακυρότητα, για τις παραπάνω αιτίες, επειδή ανάγεται στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος (άρθρο 62ΚΠοΛΔ), εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο (άρθρα 73, 517, 524 ΚΠοΛΔ), εφόσον από τα στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους προκύπτουν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήτοι να προηγήθηκε της άσκησης της έφεσης ο θάνατος του εφεσίβλητου και ο εκκαλών, κατά την άσκηση της έφεσης, να γνώριζε το γεγονός τούτο, ενώ, προκειμένου να ασκηθεί έγκυρα η έφεση κατά του αντιδίκου του εκκαλούντος, δεν απαιτείται να γνωρίζει ο εκκαλών ότι ο αντίδικός του αυτός βρίσκεται, κατά την άσκηση της έφεσης, στη ζωή, αφού, αντίθετα, ο νόμος απαιτεί τη γνώση του θανάτου του, ως προϋπόθεση ακυρότητας της έφεσης, όταν αυτή ασκείται, παρά το θάνατό του, εναντίον του(ΑΠ584/2019επί αναιρέσεως ).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126 παρ. 1 εδ.

ε'ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 159 του ίδιου Κώδικα, η παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, την οποία απαγγέλλει το δικαστήριο, αν την τήρηση της διάταξης απαιτεί ρητά ο νόμος με την ποινή της ακυρότητας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), που δεν καταργήθηκε ως ειδική και ισχύει και μετά την εισαγωγή τουΚΠολΔ, "μόνον αι προς τον Υπουργόν Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1867 ν. ΡλΡ' γενόμεναι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας.

Η διάταξις εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητας αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενης".

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή ακυρότητας, τόσο στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και μπορεί να προταθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης (Α.Ε.Δ. 27/2004, Ολομ.ΑΠ 34/1988).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 περ. γ' και παρ. 3 περ. α' του ν. 3086/2002"Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", "Ο Πρόεδρος του Ν.Σ.Κ.: α)... β)... γ) υπογράφει τα αποδεικτικά των κάθε είδους δικογράφων και δικαστικών αποφάσεων που επιδίδονται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε εγγράφου που αφορά σε υποθέσεις της αρμοδιότητάς του (άρθρο 8 παρ. 1 περ.

γ' )...... Ο Πρόεδρος με πράξη του μπορεί να εξουσιοδοτήσει: α) Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο, που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία, να υπογράφει τις εκθέσεις επίδοσης δικογράφων, δικαστικών αποφάσεων και γενικά εγγράφων προς το Δημόσιο (άρθρο 8 παρ. 3 περ. α' ). Από τις ως άνω διατάξεις, που ως ειδικές κατισχύουν αντιθέτων διατάξεων περί επίδοσης τουΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η επίδοση προς τον Υπουργό Οικονομικών, ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου γίνεται στο οίκημα που εδρεύει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και το αποδεικτικό επίδοσης υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο από αυτόν για να υπογράφει τα αποδεικτικά επίδοσης προς το Δημόσιο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου, εξ αυτών που υπηρετούν στην Κεντρική Υπηρεσία αυτού.

Οι διατάξεις αυτές, ως εξαιρετικές, αποκλείουν να γίνει επίδοση προς το Ελληνικό Δημόσιο χωρίς να υπογραφεί το αποδεικτικό επίδοσης από τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή από τον εξουσιοδοτημένο προς τούτο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Περαιτέρω, με το άρθρο 21 του ίδιου νόμου, με το οποίο καθορίζονται τα καθήκοντα των μελών ΝΣΚ ορίζεται ότι <Τα μέλη του κύριου προσωπικού του Ν.Σ.Κ., με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου στις υποθέσεις που τους έχουν ανατεθεί ενεργούν όλες τις διαδικαστικές πράξεις, ασκούν όλα τα ένδικα μέσα και βοηθήματα και γενικά προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενδεικνυόμενη νόμιμη ενέργεια μέχρι την αμετάκλητη περαίωση των υποθέσεων.

Με αποφάσεις του Προέδρου του ΝΣΚ που δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσδιορίζονται και κατανέμονται ειδικότερα καθήκοντα κάθε βαθμού των μελών του ΝΣΚ>, ενώ στο άρθρο 22 που καθορίζονται οι υποχρεώσεις των μελών ΝΣΚ και δημοσίων υπηρεσιών ορίζονται τα εξής :<1. Σε κάθε δικαστική ή εξώδικη υπόθεση, μετά από την ανάθεση αυτής σε Γραφείο του Ν.Σ.Κ., οφείλει το μέλος του κύριου προσωπικού που την χρεώθηκε, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες, για την εξακρίβωση του πραγματικού της διαφοράς και σε συλλογή των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων, με σκοπό την υπεράσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Εφόσον από τα στοιχεία αυτά πιθανολογείται η βασιμότητα των αξιώσεων, που προβάλλονται κατά του Δημοσίου, κινείται από τον χειριζόμενο την υπόθεση η διαδικασία, που προβλέπεται κατά περίπτωση από την παρ. 1 του άρθρου 7, την περ. α`της παρ. 2 του άρθρου 17 και την περ. β της παρ. 3 του άρθρου 18 για την αναγνώριση αυτών ή για τη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ή, σε περίπτωση αμφιβολίας, για τον καθορισμό της τηρητέας πορείας, κατά τις διακρίσεις των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 6.

Στην αντίθετη περίπτωση οφείλει να εξαντλήσει κάθε ενδεικνυόμενη δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ή υπεράσπιση του συμφέροντος του Δημοσίου .2...3...3Α...".4. Κάθε μέλος του Ν.Σ.Κ. υποχρεούται να τηρεί ανελλιπώς ατομική κατάσταση των υποθέσεων, που του ανατίθενται κάθε δικαστικό έτος, στην οποία καταχωρούνται ιδίως ο αριθμός εντολής του Ν.Σ.Κ., ο αριθμός φακέλου και πρωτοκόλλου του Γραφείου όπου υπηρετεί, η ημερομηνία ανάθεσης, η κατηγορία της υπόθεσης (ερώτημα δικαστική -εξώδικη), το είδος της διαφοράς και κάθε γι` αυτή παραπέρα στάδιο ενέργειας.

Με απόφαση του Προέδρου του Ν.Σ.Κ., μπορεί να καθιερώνεται ενιαίο έντυπο για τις πιο πάνω καταστάσεις εργασιών των μελών του Ν.Σ.Κ.. Οι καταστάσεις αυτές υπογράφονται από το μέλος, στο οποίο αφορούν, και τον προϊστάμενο του Γραφείου και αποστέλλονται στον Πρόεδρο οποτεδήποτε ζητηθεί από αυτόν.5. Κάθε μέλος, σε περίπτωση τοποθέτησής του, για οποιονδήποτε λόγο, σε άλλη υπηρεσιακή μονάδα από εκείνη, στην οποία υπηρετεί, υποχρεούται να παραδώσει τους φακέλους των υποθέσεων που του έχουν ανατεθεί στον αντικαταστάτη του, και αν δεν έχει ορισθεί αντικαταστάτης, στον Προίστάμενο του Γραφείου.

Οι φάκελοι συνοδεύονται από κατάσταση καταγραφής τους, η οποία περιέχει, εκτός των άλλων και μνεία του διαδικαστικού σταδίου, στο οποίο βρίσκονται και όλες τις ενέργειες, που έχουν γίνει, μέχρι τότε σε αυτούς. Η κατάσταση υπογράφεται από τον παραδίδοντα, τον παραλαμβάνοντα και από τον Προϊστάμενο και φυλάσσεται στο αρχείο του οικείου Γραφείου.

Αντίγραφο αυτής, θεωρημένο από τον Προϊστάμενο, αποστέλλεται στην Κεντρική γπηρεσία του Ν.Σ.Κ. για ενημέρωση του Προέδρου. Οι πιο πάνω ρυθμίσεις δεν εφαρμόζονται στα μέλη που υπηρετούν και μετακινούνται σε υπηρεσιακές μονάδες της ...ς, για τις υποθέσεις που τους έχουν ανατεθεί με προσωπική χρέωση>.Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι με αποφάσεις του Προέδρου του ΝΣΚ, που δεν δημοσιεύονται στο ΦΕΚ προσδιορίζονται και κατανέμονται τα καθήκοντα κάθε βαθμού των μελών του ΝΣΚ, ενώ μετά από την ανάθεση μιας δικαστικής ή εξώδικης υπόθεσης σε γραφείο του ΝΣΚ, οφείλει το μέλος στο οποίο χρεώθηκε να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες προς προάσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου .Περαιτέρω, κάθε μέλος του ΝΣΚ υποχρεούται να τηρεί ανελλιπώς ατομική κατάσταση των υποθέσεων που του ανατίθενται κάθε δικαστικό έτος στην οποία καταχωρούνται ιδίως ο αριθμός εντολής του Ν.Σ.Κ., ο αριθμός φακέλου και πρωτοκόλλου του Γραφείου όπου υπηρετεί, η ημερομηνία ανάθεσης, η κατηγορία της υπόθεσης (ερώτημα δικαστική -εξώδικη), το είδος της διαφοράς και κάθε γι` αυτή παραπέρα στάδιο ενέργειας.

Οι καταστάσεις αυτές υπογράφονται από το μέλος, στο οποίο αφορούν, και τον προϊστάμενο του Γραφείου και αποστέλλονται στον Πρόεδρο οποτεδήποτε ζητηθεί από αυτόν, σε περίπτωση δε τοποθέτησής του μέλους του ΝΣΚ, για οποιονδήποτε λόγο, σε άλλη υπηρεσιακή μονάδα από εκείνη, στην οποία υπηρετεί, υποχρεούται να παραδώσει τους φακέλους των υποθέσεων που του έχουν ανατεθεί στον αντικαταστάτη του, και αν δεν έχει ορισθεί αντικαταστάτης, στον Προίστάμενο του Γραφείου.

Οι φάκελοι συνοδεύονται από κατάσταση καταγραφής τους, η οποία περιέχει, εκτός των άλλων και μνεία του διαδικαστικού σταδίου, στο οποίο βρίσκονται και όλες τις ενέργειες, που έχουν γίνει, μέχρι τότε σε αυτούς. Η κατάσταση υπογράφεται από τον παραδίδοντα, τον παραλαμβάνοντα και από τον Προϊστάμενο και φυλάσσεται στο αρχείο του οικείου Γραφείου.

Αντίγραφο αυτής, θεωρημένο από τον Προϊστάμενο, αποστέλλεται στην Κεντρική Υπηρεσία του Ν.Σ.Κ. για ενημέρωση του Προέδρου. Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι ότι προκειμένου να καταστεί γνωστός ο θάνατος ενός αντιδίκου του Δημοσίου στο τελευταίο θα πρέπει είτε να κοινοποιηθεί δικόγραφο αρμοδίως στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ, είτε να γνωστοποιηθεί με οποιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο στο αρμόδιο μέλος του ΝΣΚ που χειρίζεται, έχει το αρχείο και παρακολουθεί την εξέλιξη της συγκεκριμένης δικαστικής υπόθεσης.

Η επ' ευκαιρία άλλης δίκης με το Ελληνικό Δημόσιο γνωστοποίηση του θανάτου του αντιδίκου του σε άλλο μέλος του ΝΣΚ, πλην αυτού που χειρίζεται τη σχετική δικαστική υπόθεση, δεν συνιστά γνώση του θανάτου αυτού εκ μέρους του Δημοσίου, αφού λόγω του κατακερματισμού των γραφείων του ΝΣΚ κάθε μέλος αυτού είναι αρμόδιο για συγκεκριμένες υποθέσεις, τις οποίες χειρίζεται και παρακολουθεί και για τις οποίες ενημερώνει τον Πρόεδρο του ΝΣΚ, εφόσον του ζητηθεί, έτσι ώστε μόνον η γνωστοποίηση του θανάτου προς την Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ με επίδοση δικογράφου ή γνωστοποίηση στον χειριζόμενο την υπόθεση μέλος αυτού να έχει έννομες συνέπειες. .

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο σχετικά με το άνω ζήτημα διέλαβε τα εξής :<Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 20-4-2015 έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμ. 777/2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της εκκαλουμένης αποφάσεως, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο....Ωστόσο, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο Α.

Κ. του Σ., καθόσον στρέφεται κατά διαδίκου που απεβίωσε μετά την έκδοση οριστικής απόφασης και είχε γνωστοποιηθεί ο θάνατός του, οπότε θα έπρεπε να στραφεί κατά του νομίμου κληρονόμου του. Ειδικότερα, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που νομίμως επισκοπούνται, προέκυψε ότι ο πρώτος αρχικός ενάγων - Α. Κ. του Σ., απεβίωσε στις 7-8-2012, ήτοι μετά τη συζήτηση της αγωγής και πριν την έκδοση οριστικής απόφασης, ενώ νόμιμος κληρονόμος του επίδικου ακινήτου τυγχάνει ο Α.

Κ. του Ι., δυνάμει της από 25-11-2010 ιδιόγραφης διαθήκης που έχει δημοσιευθεί νόμιμα από το Ειρηνοδικείο ... με το υπ'αριθμ. 10/2014 πρακτικό, και έχει αποδεχθεί ο ανωτέρω δυνάμει της υπ'αριθμ. 11448/16-3-2015 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Θ. Κ., η οποία (αποδοχή) μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω, προέκυψε ότι κατά τη δικάσιμο της 17-3-2015/ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως κατά την εκφώνηση υπόθεσης που αφορά την παρούσα ο πρώτος ήδη εφεσίβλητος Α.

Κ. του Ι., είχε γνωστοποιήσει στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο είχε εκπροσωπηθεί από την πάρεδρο του ΝΣΚ Μαρία Παπίδα, το θάνατο του αρχικού διαδίκου και ότι αυτός είναι νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος του, με δήλωσή του στο ακροατήριο και με το υπόμνημά του (οράτε την υπ'αριθμ. 574/10-9-2015 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως).

Κατόπιν τούτων, εφόσον είχε γνωστοποιηθεί νόμιμα ο θάνατος του ως άνω αρχικώς εναγομένου (287ΚΠολ.Δ), το εκκαλούν Δημόσιο θα έπρεπε να ασκήσει την υπό κρίση έφεσή του όχι σε βάρος του αποβιώσαντος διαδίκου, αλλά του, νομίμου κληρονόμου του. Επομένως, η υπό κρίση έφεση κρίνεται,..., απαράδεκτη, μόνο ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο (Α.

Κ. του Σ.), καθώς με το δεύτερο εφεσίβλητο τυγχάνουν απλοί ομαδικοί. Τα δικαστικά δε έξοδα του Α. Κ. του Ι., ο οποίος συνεχίζει τη δίκη στη θέση του ανωτέρω πρώτου εφεσιβλήτου βαρύνουν το εκκαλούν Δημόσιο>.

Έτσι που έκρινε, όμως το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού ως προκύπτει από τιις άνω παραδοχές, η γνωστοποίηση του θανάτου του Α. Κ. του Σ. από τον εκ διαθήκης κληρονόμο αυτού αναιρεσίβλητο Α. Κ. του Ι., έλαβε χώρα με υπόμνημα και με δήλωση, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, προς την Πάρεδρο του ΝΣΚ Μαρία Παπίδα, η οποία χειριζόταν συναφή υπόθεση διοικητικής φύσεως, ενώπιον του άνω δικαστηρίου, κατά του θανόντος, ενώ την ένδικη υπόθεση χειριζόταν και παρακολουθούσε η Δικαστική Αντιπρόσωπος του ΝΣΚ Μαρία Οικονόμου ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων του Ναυπλίου.

Με δεδομένο δε ότι κάθε μέλος του ΝΣΚ είναι υπέυθυνο μόνον για τις υποθέσεις που χειρίζεται, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι η γνωστοποίηση του θανάτου του ανωτέρω διαδίκου έγινε με επίδοση δικογράφου στην Κεντρική Υπηρεσία του ΝΣΚ, ούτε με οποιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο στην χειριζόμενη την κρινόμενη υπόθεση άνω Δικαστική Αντιπρόσωπο, έτσι ώστε να προκύπτει γνώση του γεγονότος του θανάτου του από αυτήν, ορθώς το Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από την ανωτέρω Δικαστική Αντιπρόσωπο, έστρεψε εναντίον του θανόντος την έφεσή του κατά της 777/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου .Μετά ταύτα θα πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου το οποίο ήδη στρέφεται κατά του Α.

Κ. του Ι. που συνεχίζει τη δίκη, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αρχικού διαδίκου Α. Κ. του Σ., μετά το θάνατο του τελευταίου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον εφεσίβλητο Α. Κ. του Σ., να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ως προς τον ανωτέρω στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός αυτής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του Δημοσίου, λόγω της ήττας του (αρθ 176,183,191παρ 2 ΚΠοΛΔ και 22παρ 1ν3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 383/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου ως προς τον εφεσίβλητο Α. Κ. του Σ..

Παραπέμπει την εκδίκαση της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός αυτής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 9 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 12 της 715/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου