Supreme Court partially allowed appeal against bank's liability for mutual fund manager's misconduct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding the bank's liability for a mutual fund manager's misconduct. The court found the lower court's reasoning valid regarding the manager's abuse of office but rejected the claim that the bank was liable under insurance agent laws. Consequently, the appeal was granted only to the extent it challenged the dismissal of the specific insurance-related liability argument.
Legislator headnote
AI generatedArticles 922 of the Civil Code; Article 20, paragraph 4 of Law 1969/1991; Article 16, paragraph 1 of Law 1569/1985: A company is liable for damages caused by its employee acting within the scope of their duties, but liability under specific insurance agent statutes does not apply if the act constitutes an abuse of office unrelated to the agent's statutory functions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 902 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 902/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μιχαλόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Ανώνυμος Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων" λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Χαραλαμπέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2256/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4964/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν ο μεν αναιρεσείων με την από 8-9-2005 αίτησή του και η αναιρεσείουσα με την από 26-7-2006 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε τις εκθέσεις του α)από 19-10-2006 με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε τα αγωγικά κονδύλια των 10.000.000 και των 8.052.451 δραχμών και β)από 11-10-2007, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης του, την απόρριψη δε της αντιδίκου του και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (22-10-2007) συζητήθηκαν και οι εξής αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως : α) η από 8-9-2006 αίτηση του Χ1 και β) η από 26-7-2006 αίτηση της εταιρίας "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE", ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Ανώνυμος Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", για αναίρεση της ιδίας (4964/2005) αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α. Επί της αναιρέσεως του Χ1.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269, 527 και 262 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα (και, επομένως, παραδεκτή) η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμον περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια· εάν δε έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 ΚΠολΔ (πρβλ.
ΑΠ 886/2004, ΑΠ 1552/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο· ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (βλ. ΑΠ 395/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ήδη αναιρεσείων Χ1 ιστορούσε στην από 25-7-2001 αγωγή του τα ακόλουθα:
Από ετών είχε επενδύσει σημαντικά χρηματικά ποσά αγοράζοντας μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, το οποίο διαχειριζόταν η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία "INTERTRAST ΑΕΔΑΚ". Στην σχετική συναλλαγή είχε προβεί και την οικεία σύμβαση είχε συνάψει με δύο φυσικά πρόσωπα - ονομαζόμενα Γ1 και Γ2 - που ενεργούσαν ως προστηθέντες της αναιρεσίβλητης.
Την 5-2-2001, την 8-3-2001 και την 15-3-2001, τα πρόσωπα αυτά, εκμεταλλευόμενα την ρηθείσα σχέση τους με την αναιρεσίβλητη, πλαστογράφησαν αντίστοιχες αιτήσεις εξαγοράς μέρους των μεριδίων του, τις οποίες υπέβαλαν εν αγνοία του και επ' ονόματί του στα αρμόδια όργανα της αναιρεσίβλητης, τα οποία δέχθηκαν τις "αιτήσεις" και κατέβαλαν στους "αιτούντες" τα ποσά των εξαγορών, και δη 35.000.000 δραχμές, 10.000.000 δραχμές και 8.000.000 δραχμές, αντιστοίχως, ζημιώνοντάς τον.
Ζητούσε δε με την αγωγή του ο αναιρεσείων να του επιδικασθούν (νομιμοτόκως), τα ανωτέρω ποσά ως αποζημίωση, καθώς και ποσό 10.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε την αγωγή, προέβαλε δε - με τις από 24-10-2003 προτάσεις της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο - και ένσταση συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην επέλευση της ζημίας του, αλλά με προφανώς αόριστο τρόπο.
Συγκεκριμένα ανέφερε σχετικώς τα ακόλουθα κατά λέξιν: "Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από ... επιστολή της εταιρείας μας προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς η οποία εστάλη επ' αφορμή σχετικής καταγγελίας του ενάγοντος (συν. 9) ο τελευταίος, κατά την προσέλευσή του στην εταιρεία μας προκειμένου να διαμαρτυρηθεί, ουδέν ανέφερε σχετικά με την από 27/2/2001 εξαγορά του ...
τίτλου για την οποία εξαγορά εκδόθηκε η υπ' αριθ. ..... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, γεγονός που σημαίνει ότι την εισέπραξε κανονικά. Όπως προαναφέρθηκε και σε αυτή την εξαγορά, όπως και στις άλλες ακολουθήθηκε η ακριβώς η ίδια διαδικασία. Πώς λοιπόν σε αυτή έλαβε κανονικά τα χρήματα και στις άλλες όχι;
Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η εταιρεία μας δεν υπέπεσε σε καμία πλημμέλεια όσον αφορά την εκτέλεση των εργασιών της. Προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την προστασία του ενάγοντος (έλεγξε το "όμοιο" των υπογραφών και προέβη στην έκδοση δίγραμμων μη οπισθογραφήσιμων επιταγών), ούτως ώστε να διαφυλάξει στο έπακρο τα συμφέροντα του ενάγοντος.
Όμως, το ζημιογόνο για τον ενάγοντα αποτέλεσμα αφενός εκφεύγει του πεδίου ευθύνης της εταιρείας μας (πληρωμή δίγραμμης μη μεταβιβάσιμης επιταγής σε τρίτο πρόσωπο) και αφετέρου, από την συναλλακτική συμπεριφορά του ενάγοντος που προαναφέραμε, προκύπτει ότι υφίσταται οικείο πταίσμα του ενάγοντος το οποίο αποκλείει, σε κάθε περίπτωση, την όποια αξίωσή του για αποκατάσταση υποτιθέμενης ζημίας".
Το Πρωτοδικείο δέχθηκε την αγωγή ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα την αιτηθείσα αποζημίωση, καθώς και χρηματική ικανοποίηση εκ 12.000 ευρώ· ουδόλως δε αναφέρθηκε στον περί συνυπαιτιότητος αυτού ισχυρισμό της αντιδίκου του, απορρίπτοντας αυτόν σιωπηρώς. Η τελευταία άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης την από 11-3-2005 έφεση, ο πέμπτος λόγος της οποίας επιγράφεται "ζημία από οικείο πταίσμα" και έχει ως εξής: "Η εκκαλουμένη απόφαση κακώς απέρριψε την εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ, αφού ο ίδιος ο ενάγων παραδέχθη στην αγωγή του ότι στις σχέσεις του με την εταιρεία ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕΔΑΚ τους εξυπηρετούσε ο κ.
Γ1 και επομένως αποκλειστικά με δική του βούληση του παρέδωσαν τους ανωτέρω τίτλους προς εξαγορά, γνωρίζοντες από τα σώματα των τίτλων ότι μπορούσαν προς διευκόλυνσή τους να μας τους προσκομίσουν και μέσω του δικτύου (ασφαλειομεσίτες). Ακολούθως ο αντίδικος, παρέλειψε να ειδοποιήσει την εταιρία μας ότι του είχαν παραδώσει εν λευκώ τους τίτλους με τις αιτήσεις των, δεν ειδοποίησε αμέσως την εταιρία μας να λάβει από την πλευρά της τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποτραπεί η υποτιθέμενη ζημία, ενώ στη συνέχεια και στο δικαστήριο με την αγωγή του προβάλουν τους ασαφείς ισχυρισμούς, δεδομένου ότι πουθενά δεν αναφέρει στην αγωγή ότι οι επιταγές εξοφλήθηκαν από τον κ.
Γ1 από την τράπεζα, η δε συμπεριφορά του προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 288 και 281 Α.Κ.". Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του θεώρησε παραδεκτό και βάσιμο τον ως άνω λόγο· εφέσεως, εξαφάνισε δε την πρωτοβάθμια απόφαση και επανέκρινε την ρηθείσα περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος ένσταση, της αντιδίκου του, δεχθέν αυτήν και ως μερικώς βάσιμη.
Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων υπήρξε υπαίτιος για την ζημία που υπέστη από τις δύο τελευταίες μερικότερες εξαγορές μεριδίων που έγιναν εις βάρος του (την 9-3-2001 και την 15-3-2001, αντιστοίχως), με εγκληματικές ενέργειες (πλαστογραφίες κλπ). Τούτο δε διότι δεν ενημέρωσε την αναιρεσίβλητη εταιρία για την πρώτη εγκληματική ενέργεια που είχε διαπραχθεί εις βάρος του (την 7-2-2001), παρόλο που είχε λάβει εγκαίρως γνώση αυτής.
Με την διατύπωση όμως, που προαναφέρθηκε ότι είχε προβληθεί, ο επίμαχος ισχυρισμός στο Πρωτοδικείο, ήταν ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και έπρεπε στην δευτεροβάθμια δίκη να απορριφθεί ως προβαλλόμενος απαραδέκτως, πράγμα που, πάντως, ο αναιρεσείων είχε ζητήσει με τις από 2-3-2005 προτάσεις του (σελ. 7), αφού το θεμελιωτικό αυτού γεγονός προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο.
Αλλά και αν ήθελεν εκτιμηθεί ότι το γεγονός αυτό (δηλαδή η γνώση του αναιρεσείοντος για την πρώτη εγκληματική ενέργεια εις βάρος του και η παράλειψή του να ενημερώσει σχετικώς την αναιρεσίβλητη) διαλαμβανόταν στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης και μπορούσε να συναχθεί ως εμπεριεχόμενο στο σύνολο των εκεί ισχυρισμών της, δεν θα ήταν επαρκές ως βάση της ρηθείσης ενστάσεως, προεχόντως διότι δεν αναφέρεται ο χρόνος κατά τον οποίο ο αναιρεσείων είχε λάβει για πρώτη φορά γνώση του εις βάρος του αδικήματος, ήτοι της πρώτης μερικότερης πράξης αυτού, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί εάν ευθυνόταν για την μη συμβολή του στην πρόληψη των επομένων μερικοτέρων πράξεων.
Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ήτοι ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την ως άνω περί συνυπαιτιότητος ένσταση ως αόριστη και ως προβληθείσα απαραδέκτως (για πρώτη φορά) κατά την δευτεροβάθμια δίκη, να αναιρεθεί δε αντιστοίχως η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
Β.Επί της αναιρέσεως της εταιρίας " Τράπεζα EFG ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕΔΑΚ".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 του Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της άνω διατάξεως προϋποθέτει 1) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του Α.Κ.
και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (Α.Π. 959/2004, Α-Π993/1993).Εξ άλλου, κατ άρθρο 20 παρ.4 του Ν. 1969/1991, η ΑΕΔΑΚ μπορεί να διαθέτει μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και δια μέσου αντιπροσώπων της.
Ως αντιπρόσωποι αμοιβαίου κεφαλαίου δύνανται να ενεργούν μόνο τα πιστωτικά ιδρύματα, οι ΑΕΔΑΚ, οι ασφαλιστικές εταιρίες και οι ΑΕΠΕΥ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται με απόφαση της να ρυθμίζει κάθε λεπτομέρεια ή τεχνικό θέμα σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 16 παρ.1 του Ν.1569/1985, ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.
Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων, ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται περαιτέρω, αφενός μεν ότι η τελευταία εξ αυτών αφορά μόνο τις εσωτερικές σχέσεις, μεταξύ, των ασφαλιστικών εταιριών (πρακτόρων ή μεσιτών) και των ασφαλιστικών τους συμβούλων, αφετέρου δε ότι ουδόλως αποκλείεται η ευθύνη των ανωνύμων εταιριών διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων από τις παράνομες πράξεις των φυσικών προσώπων που αυτές χρησιμοποιούν ως προστηθέντες για την διεξαγωγή της επιχειρηματικής τους δράσης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η πρώτη εναγομένη (σημ. ήτοι η εταιρία Ιντερτραστ ΑΕΔΑΚ, που απορροφήθηκε από την εδώ αναιρεσείουσα Τράπεζα) είναι ανώνυμη εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και ανήκε στον όμιλο εταιριών της ασφαλιστικής εταιρίας Interamerican, από την οποία είχε ιδρυθεί για τον σκοπό αυτό.
Η εταιρία Interamerican είχε συνάψει, στα πλαίσια αντιπροσώπευσης της πρώτης εναγομένης στη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων συμβάσεις παραγωγικής συνεργασίας με διάφορους ασφαλιστικούς συμβούλους του ασφαλιστικού δικτύου της για την πώληση σε ενδιαφερόμενους τρίτους των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη και τους προμήθευε με έντυπο ενημερωτικό υλικό και με αιτήσεις συμμετοχής και απόκτησης μεριδίων, αμοίβονταν δε αυτοί οι συνεργάτες, που ενεργούσαν ως διαμεσολαβητές, με προμήθεια επί των πωλήσεων των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων που επιτύγχαναν.
Τέτοιες συμβάσεις έργου είχαν καταρτισθεί κατά το έτος 1998 μεταξύ της άνω ασφαλιστικής εταιρίας και των ασφαλιστικών συμβούλων αυτής Γ1 και Γ2. Κατά το έτος 2000, ο ενάγων και εδώ αναιρεσίβλητος Χ1, επένδυσε περί τα 70.000.000 δραχμών αγοράζοντας μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου που διαχειριζόταν η εταιρία "Intertrust".
Στις σχετικές συναλλαγές προέβη ο ενάγων υποβάλλοντας προς την εταιρία σχετικές αιτήσεις μέσω των ρηθέντων φυσικών προσώπων (τα οποία είχε γνωρίσει από το έτος 1995). Την 5-2-2001, την 9-3-2001 και την 15-3-2001 ο εξ αυτών Γ1 πλαστογράφησε αντίστοιχες αιτήσεις εξαγοράς μέρους των μεριδίων του ενάγοντος, τις οποίες υπέβαλε επ'ονόματι του ενάγοντος στα αρμόδια όργανα της εταιρίας, τα οποία κατέβαλαν στον "αιτούντα" (παραδίδοντάς του τις οικείες δίγραμμες επιταγές) τα ποσά των εξαγορών, και δη 35.000.000 δραχμές, 10.000.000 δραχμές και 8.050.566 δραχμές, αντιστοίχως, ζημιώνοντάς τον.
Προσέθετε δε το Εφετείο: Ο πιο πάνω ασφαλιστικός σύμβουλος Γ1 που εξαργύρωσε με πλαστές εξουσιοδοτήσεις τις τρεις άνω δίγραμμες επιταγές δικαιούχος των οποίων ήταν ο ενάγων με αντίστοιχη ζημία του συνδεόταν για τη διάθεση των μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου που διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη με σύμβαση έργου με την ασφαλιστική εταιρεία INTERAMERICAN...
και ανήκει στο πλέγμα του ασφαλιστικού δικτύου αυτής. Δεχόταν η πρώτη εναγομένη να προσκομίζουν στα γραφεία της οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι και παραγωγικοί συνεργάτες του δικτύου της ασφαλιστικής εταιρείας INTERAMERICAN τίτλους μεριδίων των δικαιούχων με τις όπισθεν αυτών αιτήσεις εξαγοράς των μεριδίων τους.
Επίσης χρησιμοποιούσε η πρώτη εναγομένη τους άνω συνεργάτες του ασφαλιστικού δικτύου της εταιρείας INTERAMERICAN όσον αφορά την μέσω αυτών παράδοση στους δικαιούχους των νέων τίτλων που εκδίδονταν από αυτήν και τη θεματοφύλακα σε περίπτωση μερικής εξαγοράς των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων αυτών. Υπήρχε μεταξύ των άνω ασφαλιστικών συμβούλων-συνεργατών της ασφαλιστικής εταιρείας INTERAMERICAN ΑΕΑΖ και της πρώτης εναγομένης σχέση προστήσεως υπό την έννοια των προαναφερθεισών διατάξεων γιατί αυτοί ενεργούσαν τις άνω συγκεκριμένες πράξεις κάτω από τις εντολές και τις οδηγίες της πρώτης εναγομένης.
Ελέγχεται αβάσιμος ο ισχυρισμός της άνω εναγομένης για μη ύπαρξη προστήσεως μεταξύ αυτής και του υπαιτίου της ζημίας του ενάγοντος ασφαλιστικού συμβούλου της ασφαλιστικής εταιρείας INTERAMERICAN Γ1 λόγω του χαρακτήρα της συμβάσεως έργου στην οποία ο εργοδότης κατά κανόνα δεν ευθύνεται για τα πταίσματα του εργολάβου κατά την εκτέλεση του έργου εκτός αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου οπότε ο εργολάβος ως υπακούων στις οδηγίες του θεωρείται προστηθείς του εργοδότη (ΑΠ 464/2000).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Γ1 προσκόμισε τις άνω δίγραμμες μη οπισθογραφήσιμες επιταγές στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και εισέπραξε τα ποσά αυτών κάνοντας χρήση των άνω πλαστών εξουσιοδοτήσεων ζημιώνοντας κατά τα αντίστοιχα ποσά τον ενάγοντα εξ αφορμής της υπηρεσίας που του ανέθεσε η πρώτη εναγομένη.
Η ανατεθείσα υπηρεσία ήταν η εκ μέρους του παραλαβή αυτών των επιταγών από το περιφερειακό γραφείο της στον Πειραιά όπου εστάλησαν από τα κεντρικά γραφεία της πρώτης εναγομένης μετά την εξαγορά των μεριδίων όπως υποδεικνυόταν με κάθε αίτηση εξαγοράς για να παραδοθούν στον ενάγοντα ως δικαιούχο. Ο άνω ασφαλιστικός σύμβουλος ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών και εντολών της πρώτης εναγομένης προς αυτόν διότι δεν παρέδωσε τις τρεις επιταγές στον ενάγοντα φροντίζοντας να υπογράψει ο τελευταίος στη συνημμένη σε κάθε δίγραμμη επιταγή έντυπη απόδειξη παραλαβής αυτής με τυπωμένα τα στοιχεία του ενάγοντος, τον αριθμό μητρώου του, τον αριθμό αιτήσεως εξαγοράς τα μερίδια του τίτλου τα μερίδια εξαγοράς, το ποσό εξαγοράς και τον αριθμό επιταγής και να επιστρέψει στη συνέχεια αυτός (Γ1) την κάθε απόδειξη μετά την υπογραφή στην εναγομένη εταιρεία διαχειρίσεως του αμοιβαίου κεφαλαίου κατά την σχετική έντυπη απόδειξη που υπήρχε στο κάτω μέρος κάθε αποδείξεως.
Επομένως υπήρχε εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς του άνω ασφαλιστικού συμβούλου που εξυπηρετούσε την πρώτη εναγομένη στην παράδοση των δίγραμμων επιταγών στους δικαιούχους μετά την εξαγορά μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου που διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε από αυτήν.
Ευθυνόταν κατ'ακολουθίαν η πρώτη εναγομένη ως προστήσασα για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος από αυτήν Γ1 και ήταν ισόποση με το υπεξαιρεθέν ποσό".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 922 ΑΚ, 20 παρ.4 Ν.1969/1991 και 16 παρ.1 Ν.1569/1985 διότι κατά τις ρηθείσες παραδοχές, α) ο Γ1 ενήργησε εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του ως προστηθέντος από την εταιρία "Intertrust ΑΕΔΑΚ" και β) η παρούσα διαφορά προέκυψε από την εργασία του Γ1 ως διαμεσολαβητού για την πώληση αμοιβαίων κεφαλαίων και όχι από την εργασία του ως ασφαλιστικού συμβούλου, στην οποία αναφέρεται η τελευταία από τις άνω διατάξεις. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικώς με τους λόγους ευθύνης της εταιρίας "Intertrust ΑΕΔΑΚ" που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι ο δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων αυτών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις κρινόμενες αιτήσεις.
Αναιρεί μερικώς, κατά το σκεπτικό, την υπ'αριθμ. 4964/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση του αναιρεθέντος μέρους της στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την (στην από 8-9-2006 αίτηση) αναιρεσίβλητη "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS AE" στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Χ1, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Απορρίπτει την από 26-7-2006 αίτηση εταιρίας "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE" ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ ΑΕΔΑΚ" για αναίρεση της 4964/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Χ1, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 30 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ