Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to procedural inadmissibility and lack of substantive grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment regarding property rights. The State argued procedural violations and substantive errors, but the Court found the appeal inadmissible because it relied on procedural rules not listed in the specific grounds for appeal against first-instance decisions. Furthermore, the Court determined that the alleged substantive errors were based on facts already established in the contested judgment and did not constitute valid grounds for review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 KPolD; Art. 559(14) KPolD: Appeals against first-instance judgments are limited to specific grounds; procedural violations not listed in Art. 560 are inadmissible and must be raised under Art. 559(14), while errors based on established facts do not justify an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 715 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 715/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) Ε. Ρ. του Ν., κατοίκου ... και 3) Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Λίτσα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιστιαίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 167/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-9-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 11-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1 - 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ.
β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, συνεπώς, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ' αναβολή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις 2143Β' και 2142Β', με ημερομηνία 5-10-2015, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Ν. Τ. που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 22-9-2014, αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 22-1-2016 που ορίστηκε αρχικά, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, στους δεύτερο (Ε.
Ν. Ρ.) και τρίτο (Σ. Α. Α.) των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους κατά την παραπάνω δικάσιμο, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 21-10-2016, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση κατ' αυτή των εν λόγω αναιρεσιβλήτων. Κατά συνέπεια, αφού οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 1620/2005).
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 (ή 560) ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αριθμ. 1 και 560 αριθμ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ), πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, η ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δεδομένου ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, "αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της". Έτσι στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 675/ 2013).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη 167/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (που, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 23-12-2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 43/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιστιαίας, τακτικής διαδικασίας, με την οποία έγινε δεκτή η από 17-10-2009 αγωγή, για την αναγνώριση των αναιρεσιβλήτων ως δικαιούχων της αναφερόμενης αποζημίωσης, κατ' άρθρ. 26 παρ. 11 εδάφ.
β' ν. 2882/2001) η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο) πλημμέλεια, γιατί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις παρατιθέμενες στο αναιρετήριο διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διαλαμβάνοντας στην απόφαση ότι "...ποτέ οι γαίες της Εύβοιας και βεβαίως τα επίδικα δεν ανήκαν στο Τουρκικό Δημόσιο ούτε εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιώτες που τα κατείχαν ούτε κατέστησαν ποτέ αδέσποτα, καθόσον η Εύβοια δεν απελευθερώθηκε από στρατιωτικές δυνάμεις αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως...", ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι νόμιμο τίτλο μπορούσε να αποκτήσει κάποιος μόνο μετά από αναγνώριση από τη λεγόμενη Μικτή Ελληνο-Οθωμανική Επιτροπή με απόφασή της, νόμιμα μεταγεγραμμένη, και τέτοιο νόμιμο τίτλο δεν είχε κανείς από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι 1) δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο ότι ο θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός, ότι δηλαδή οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν απέκτησαν κυριότητα στα επίδικα λόγω του ότι δεν τήρησαν την απαιτούμενη διαδικασία ενώπιον των Μικτών Επιτροπών για την απόκτηση τίτλου (ΑΠ 31/2016, ΑΠ 508/2015), προτάθηκε νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης και, εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 23-12-2010 έφεσης του αναιρεσείοντος, δεν προβλήθηκε απ' αυτό τέτοιος ισχυρισμός, όπως απαιτείται, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού (ΑΠ 31/2016) και, επιπλέον, 2) δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, έστω και συνοπτικά, τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αρκεί η αποσπασματική πιο πάνω παράθεση.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, περιέχονται παραδοχές για το ότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν καταστεί κύριοι των επίδικων ακινήτων, εκτός από τον παράγωγο, και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (4ο φύλλο - 1η όψη και 5ο φύλλο - 1η όψη), οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της και οι οποίες δεν πλήττονται αναιρετικά.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης (23-9-2014) του κρινόμενου ένδικου μέσου (πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται μετά την 1η-1-2016), προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που διαλαμβάνονται περιοριστικά στην υπόψη διάταξη και ότι σε αυτούς δεν περιλαμβάνεται ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα λόγος, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΑΠ 1130/2009).
Τέτοιες δικονομικές διατάξεις είναι και αυτές του άρθρου 24 παρ. 1 ν. 2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του αν.ν. 1539/ 1938, που καθιερώνει την τήρηση της προδικασίας της αίτησης θεραπείας πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, ανεξάρτητα από το αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο (ΑΠ 2125/2014, ΑΠ 1054/2013, ΑΠ 692/2009).
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο) αιτίαση και, ειδικότερα, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας με το να μην απορρίψει, ως απαράδεκτη, την αγωγή κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, αν και δεν τηρήθηκε η απαιτούμενη προδικασία του άρθρου 8 παρ. 1 αν.ν. 1539/1938, όπως ισχύει μετά την προαναφερόμενη τροποποίησή του, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου αυτού, είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον οι διατάξεις αυτές που φέρονται ότι παραβιάστηκαν είναι δικονομικές και δεν περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και, συνακόλουθα, το σχετικό απαράδεκτο ελέγχεται μέσω του λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος που νικήθηκε στη δίκη, καθόσον δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από την παριστάμενη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ούτε, βέβαια, από τους δεύτερο και τρίτο απ' αυτούς που ερημοδίκησαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-9-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 167/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Δεκεμβρίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ