Supreme Court dismisses appeal against second plaintiff's inadmissibility due to lack of legal standing and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by five plaintiffs against a second-instance court ruling that rejected their lawsuit regarding a property dispute. The plaintiffs argued that the lower court erred in finding the second plaintiff lacked legal standing and failed to consider relevant documents, but the court found these arguments procedurally flawed. The court ruled that the second plaintiff's claim was inadmissible due to lack of legal interest and that the appeal arguments regarding substantive law violations were inadmissible because the lower court had already rejected the claim on procedural grounds.
Legislator headnote
AI generatedArt. 24 of Law 2732/1999; Art. 68 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument alleging violation of substantive law regarding legal standing is inadmissible when the lower court rejected the claim as procedurally inadmissible, as such provisions do not contain substantive legal rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 692 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 692/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ... και 5. Χ5, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γαβριήλ Ντούγια.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον κ. Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια του Χρυσούλα Τσιαβού Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ. και 2. της εταιρείας "MARICOM FISH AE", που εδρεύει στον Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2005 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-2-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 27-10-2008 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις ... και ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστική επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας ..., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση από 10-2-2006 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής και της από 20-9-2007 κλήσης των τελευταίων κατά των αναιρεσιβλήτων, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά τη συζήτηση της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτή. Όμως η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου, κατά τα άρθρα 247 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. Α και γ'Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ. Το άρθρο 24 του ν. 2732/1999, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του α.ν 1539/1938, ορίζει ότι: "οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο, εκτός της νομής, εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμα του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο, και τα όρια του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος, συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμα του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι.
οποίοι, μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού", καθώς και ότι: "αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται. απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο". Γίνεται φανερό ότι με το άρθρο αυτό, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευση του νόμου τούτου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 28 του ίδιου νόμου) στις 30.7.99 (ΦΕΚ Α' 154/99), καθιερώνεται, κατά τροποποίηση της σχετικής ρυθμίσεως του άρθρου 8 § 1 του α.ν. 1539/1938, η τήρηση της προδικασίας της αιτήσεως θεραπείας πριν από την άσκηση οποιασδήποτε κατά του Δημοσίου διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, ανεξαρτήτως αν το ακίνητο κατέχεται ή όχι από το Δημόσιο.
Η νέα αυτή νομοθετική ρύθμιση εναρμονίζεται, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του νόμου, πληρέστερα από την συνταγματικώς επιβαλλόμενη προστασία των δασών και του περιβάλλοντος γενικότερα (άρθρα 24, 117 του Συντάγματος). Έτσι, από τις 30.7.99 και εφεξής η τήρηση της εν λόγω διοικητικής προδικασίας, αποτελούσα προϋπόθεση του παραδεκτού της σχετικής αγωγής και εξεταζόμενη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, απαιτείται όχι μόνο όταν το ακίνητο κατέχεται από το Δημόσιο, όπως γινόταν δεκτό από το προηγούμενο καθεστώς, αλλά και όταν δεν κατέχεται από το Δημόσιο.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Κερκύρας, που δίκασε, απέρριψε κατ' ουσίαν με την προσβαλλόμενη απόφασή του την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 90/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, το οποίο απέρριψε την ένδικη αρνητική αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου και της εταιρείας "MARICOM FISH".
Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε σχετικά τα εξής: "Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες, με αγωγή που άσκησαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρίζονται ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα (κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσοστά) μιας αγροτικής έκτασης (λειβαδιού), εμβαδού 755.500 τ.μ., τόσο με πρωτότυπο όσο και με παράγωγο τρόπο και ότι η δεύτερη εναγόμενη (εργολήπτρια εταιρεία), ενεργώντας για λογαριασμό του πρώτου (Ελληνικού Δημοσίου), εκτέλεσε έργο διάνοιξης δρόμου μέσα στο ακίνητο τους, το οποίο, όπως ισχυρίζεται το πρώτο εναγόμενο, αποτελεί δασική έκταση της ιδιοκτησίας του, δημιουργώντας, με τον τρόπο αυτό αμφισβήτηση στην ιδιοκτησία τους.
Ζήτησαν, δε, να αναγνωριστεί η ανυπαρξία κυριότητας των εναγομένων στο πιο πάνω ακίνητο. Για την πιο πάνω αγωγή, στα πλαίσια της προδικασίας, που καθορίζεται από τον προαναφερόμενο νόμο, οι ενάγοντες κοινοποίησαν προς το Δημόσιο (πρώτο εναγόμενο) αίτηση θεραπείας, στην οποία όμως υπάρχει πλημμελής αναφορά της ιστορικής και νομικής βάσης στην οποία, στηρίζεται το εμπράγματο δικαίωμα αυτών.
Πιο συγκεκριμένα, δεν περιγράφεται επαρκώς το επίδικο ακίνητο έτσι ώστε να προκύπτει η ταυτότητα του, ενόψει της μεγάλης έκτασης του. Ειδικότερα, το επίδικο δεν προσδιορίζεται κατά όρια, ούτε αναφέρονται οι τίτλοι στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα των εναγόντων, ούτε ονόματα μαρτύρων, ενώ το επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα είναι ατελές (δηλαδή, πρόκειται για φωτοαντίγραφο - απόσπασμα, χωρίς να προκύπτει αν συντάχθηκε από μηχανικό).
Συνεπώς, η αγωγή ως προς το πρώτο εναγόμενο είναι απαράδεκτη, κατά τα προαναφερόμενα. Αλλά και ως προς την δεύτερη (εργολήπτρια εταιρεία) η αγωγή είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (άρθρο 68 ΚΠολΔ). Και τούτο γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η συγκυριότητα των εναγόντων αμφισβητείται από το πρώτο εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) και μόνο, που ισχυρίζεται ότι πρόκειται για δημόσια δασική έκταση, ενώ, η δεύτερη εναγόμενη, ενήργησε για λογαριασμό του πρώτου (διάνοιξη δρόμου).
Επομένως, δεν έσφαλε η εκκαλούμενη που απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και ως προς τους δύο εναγομένους, έστω και χωρίς αιτιολογία ως προς την δεύτερη εναγόμενη (σιωπηρά), την οποία και αντικαθιστά. Τα αντίθετα, συνεπώς, υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες-εκκαλούντες κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της".
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής τους, ο οποίος αποτέλεσε και σχετικό λόγο έφεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή τους ως προς το αναιρεσίβλητο Δημόσιο, επειδή στα συνοδεύοντα την αίτηση θεραπείας έγγραφα επαρκώς περιγράφεται το επίδικο ακίνητο και έτσι "επληρούντο οι παραπάνω προδιαγεγραμμένες διατυπώσεις που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 24".
Όμως το ως άνω δικαστήριο με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως προς το Δημόσιο ως απαράδεκτη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.πολ.Δ, αφού, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, έπρεπε, στην αίτηση θεραπείας να προσδιορίζεται επαρκώς το επίδικο ακίνητο, έτσι ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, μη αρκούσης της περιγραφής του στα συνοδευτικά έγγραφα, ενώ επιπλέον σ' αυτήν έπρεπε να αναφέρονται και τα λοιπά στοιχεία που διαλαμβάνονται πιο πάνω (τίτλοι, ονόματα μαρτύρων).
Επομένως ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος. Ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή ως προς το Δημόσιο ως απαράδεκτη παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 2732/1999, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, είναι δικονομικές και δεν περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου.
Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο το πραγματικό περιεχόμενο του παραμορφωθέντος εγγράφου και το περιεχόμενο που αποδόθηκε σε αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, ώστε να καταστεί εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος (ΑΠ 326/1992, ΑΠ 1621/1988).
Έτσι ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραμόρφωσης της από 28-6-2002 αίτησης θεραπείας και του από 9-8-2002 τοπογραφικού διαγράμματος, χωρίς να παρατίθεται στο αναιρετήριο το πραγματικό περιεχόμενο αυτών των εγγράφων, είναι αόριστος. Με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα με το πρώτο τμήμα του τελευταίου λόγου από τον αριθμό 8 του παραπάνω άρθρου, αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και πιο συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η συγκυριότητα των εναγόντων - αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο αμφισβητείται μόνο από το πρώτο εναγόμενο - πρώτο αναιρεσίβλητο και ότι η δεύτερη εναγομένη - δεύτερη αναιρεσίβλητη ενήργησε για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου (με την διάνοιξη δρόμου), παρόλο που το τελευταίο δεν προτάθηκε με την ένδικη αγωγή και έτσι απέρριψε την αγωγή ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
Όπως, όμως, προκύπτει από την επιτρεπτή εκτίμηση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), σ' αυτήν αναφέρεται ότι η δεύτερη εναγομένη ενήργησε ύστερα από την 392/2000 απόφαση του Νομάρχη Θεσπρωτίας που χορηγούσε σ' αυτήν τη σχετική άδεια. Επομένως ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο τμήμα του, είναι αβάσιμος.
Με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης και κατά το δεύτερο τμήμα του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, προβάλλοντας ότι με την απόρριψη της αγωγής ως προς τη δεύτερη εναγομένη ως απαράδεκτης, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, παραβιάστηκε το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, επειδή η διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ, με την οποία προβλέπονται οι διαδικαστικές προυποθέσεις της νομιμοποίησης των διαδίκων και του εννόμου συμφέροντος, δεν περιέχει κατά τούτο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1264/1996, ΑΠ 252/1985). Τέλος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε.
Έτσι παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (ΟλΑΠ 44/1990). Επομένως ο ίδιος (τελευταίος) λόγος, κατά το τρίτο τμήμα του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγομένη, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ, 22 του ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2006 αίτηση των Χ1, κλπ για αναίρεση της 263/2005 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ