Supreme Court dismisses appeal for lack of admissibility due to new Article 6 ECHR claim and vague grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final decision. The appellant argued that the lower court violated the right to a fair trial under Article 6 of the ECHR by misinterpreting documents and ignoring facts, but the court rejected this as inadmissible. The court held that the Article 6 claim was raised for the first time in the appeal and lacked specific factual support, while other grounds were too vague to be considered.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 570 of the Code of Civil Procedure; The appeal must be admissible and specific; claims for violation of Article 6 ECHR raised for the first time without concrete factual basis are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 712 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 712/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλεονίκη Γκουβίτσα, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Θ. του Τ., 2) Ι. Θ. του Τ., 3) Ε. χήρας Τ. Θ., το γένος Χ. και Ν. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κρινιώ Τσάφα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2021 του Τριμελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-8-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 08-08-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 42/2021 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, που απέρριψε κατ' ουσία την από 6-7-2016 έφεση κατά της υπ' αριθ. 31/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., ομοίως, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία.
Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 08-04-2013 αναγνωριστική και η σωρευόμενη αρνητική (συγ)κυριότητας ακινήτου αγωγή για τους δύο πρώτους των εναγόντων και επικαρπίας για την τρίτη των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων με τις εμπρόθεσμες προτάσεις τους (άρθρο 570 ΚΠολΔ) περί απαραδέκτου ασκήσεως της αναιρέσεως, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας, ενόψει μεταβίβασης τμήματος του ακινήτου της στον υιό της, δυνάμει του υπ' αριθ. .../2020 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...
Μαρίας Χάμου, νομίμως μεταγεγραμμένου, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι η μεταβίβαση αυτή δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης (άρθρο 225 ΚΠολΔ), η οποία συνεχίζεται μεταξύ των ίδιων διαδίκων μέχρι να περατωθεί νομίμως (ΑΠ 1345/2009, ΑΠ 870/2006). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να καθίσταται δυνατό να διαπιστωθεί, αν και σε ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση.
Δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της οικείας διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται, σύμφωνα με την διάταξη αυτή, για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης. Επομένως, αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, είναι ο αναιρετικός λόγος που δεν προσδιορίζει ποιά είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από την παράβαση συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου, ποιες είναι οι αντίστοιχες οι παραδοχές της και σε ποιους από τους λόγους του άρθρου 559 υπάγεται (ΟλΑΠ 16/2006, ΑΠ 984/2021, ΑΠ 509/2021, ΑΠ 128/2021, ΑΠ 262/2021, ΑΠ 123/2021).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΑΠ 380/2021, ΑΠ 309/2021, ΑΠ 262/2021ΑΠ 765/2008).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Στην περίπτωση δε της κατ' ουσία έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη ευθεία παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Δεν αρκεί η παράθεση αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, που συναρτώνται με τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης της ευθείας παράβασης ουσιαστικού νόμου, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 509/2021, ΑΠ 128/2021,ΑΠ 123/2021, ΑΠ 1027/2019).
Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται, εκτός άλλων, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους και ποιο στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για την θεμελίωση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογία, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008).
Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου από έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που φέρονται ως ανεπαρκείς ή αντιφατικές, το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, ζήτημα στο οποίο αφορούν και σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια η αντίφασή τους (ΑΠ 16/2021, ΑΠ 1700/2019, ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Ο όρος ζήτημα στον οποίο αφορά η ελλείπουσα η αντιφατική αιτιολογία, είναι ταυτόσημος με τον όρο πράγμα του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1588/2007). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).
Ο λόγος αναίρεσης από την ανωτέρω διάταξη είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).
Από την παραδεκτά επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα ως προς την κυριότητα επί του επίδικου ακινήτου: "Δυνάμει του υπ' αριθ. .../2003 συμβολαίου γονικής παροχής ..... νομίμως νομίμως μεταγεγραμμένου, οι δύο πρώτοι από τους ενάγοντες είναι ψιλοί συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας και η τρίτη εξ αυτών επικαρπώτρια .....
μιας ισόγειας οικίας, εμβαδού 75 τ.μ. περίπου, κτισμένης επί οικοπέδου, έκτασης 150 τ.μ., κείμενου εντός του δημοτικού διαμερίσματος ... του δήμου ..., του νομού .... Ο δικαιοπάροχος των εναγόντων είχε αποκτήσει το ως άνω ακίνητο, λόγω αγοράς, από τον Χ. Π. ..... δυνάμει του υπ' αριθ. .../1977 συμβολαίου ..... νομίμως μεταγεγραμμένου.
Σύμφωνα με την περιγραφή του ακινήτου στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ο πωλητής δηλώνει ότι έχει στην αποκλειστική αυτού κατοχή νομή και κυριότητα μία οικία ισόγεια, πεπαλαιωμένη, μετά του υπ' αυτήν οικότοπου, εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών εκατόν πενήντα (150 μ2) περίπου, που βρίσκεται εντός της κοινότητας ...
και οριοθετείται ανατολικά με οικία Α. Π. (πατέρα της εναγομένης και μετέπειτα δικαιοπαρόχου της), δυτικά με δημόσιο δρόμο ... - ..., νότια με οικόπεδο Γ. Π. και βόρεια με κοινοτικό δρόμο, που είχε περιέλθει στην κυριότητα του πωλητή από διανομή, δυνάμει του υπ' αριθ.../1956 συμβολαίου ..... νομίμως μεταγεγραμμένου.
Στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο μεταξύ των συμβαλλομένων ρητά συμφωνήθηκε ότι εάν ποτέ καταργηθεί το προς βορρά της πωλούμενης οικίας κοινό φρέαρ (πηγάδι) [των κληρονόμων Π. Π.] στην περίπτωση αυτή ο αγοραστής θα έχει το δικαίωμα δια του εν λόγω συμβολαίου να επεκτείνει την ιδιοκτησία του κατά ένα ακόμη μέτρο προς βορρά, δικαιούμενος όπως χρησιμοποιεί την έκταση του πλάτους ενός μέτρου κατά την απόλυτη βούλησή του.
Η συμφωνία αυτή αφορούσε τον βόρειο προσανατολισμό της οικίας των εναγόντων και δεν έχει σχέση με το επίδικο ανατολικό τμήμα του ακινήτου. Η εναγομένη είναι κυρία νομέας και κάτοχος της ανατολικά του ως άνω ακινήτου ευρισκομένης ιδιοκτησίας, λόγω γονικής παροχής του πατέρα αυτής (Α. Π., αδελφού του Χ. Π.
και αμφότεροι τέκνα και κληρονόμοι του Π. Π.) ..... δυνάμει του υπ' αριθ. .../2004 συμβολαίου .....νομίμως μεταγεγραμμένου ..... στο ως άνω συμβόλαιο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο δικαιοπάροχος της εναγομένης και πατέρας της Α. Π. δήλωσε ότι απέκτησε στην πλήρη κυριότητά του ένα οικόπεδο 200 περίπου τ.μ., που συνορεύει δυτικά εν μέρει με κοινοτικό δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία Τ.
Θ. ..... Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται μεταξύ των ανωτέρω ιδιοκτησιών, έχει αξία 2.000 ευρώ και οριοθετείται ως εξής: ανατολικά το όριο του τμήματος ξεκινά από την βορειοανατολική γωνία του οικοπέδου των εναγόντων και εκτείνεται επί 6 μ. κατά μήκος του ανατολικού συνόρου της ιδιοκτησίας τους, με κατεύθυνση προς νότο, βόρεια το όριο του ανωτέρω τμήματος αρχίζει από την βορειοανατολική γωνία του οικοπέδου τους και εκτείνεται επί 3,5 μέτρα κατά μήκος του βόρειου συνόρου της ιδιοκτησίας τους, με κατεύθυνση προς δύση και εκ του σημείου αυτού, ήτοι εκ του σημείου που τελειώνουν τα 3,5 μ.
που αρχίζουν από τη βορειοανατολική γωνία της ιδιοκτησίας τους και εκτείνεται κατά μήκος του βόρειου συνόρου τους, εκτείνεται εντός του οικοπέδου τους παράλληλα του ανατολικού συνόρου της ιδιοκτησίας τους επί μήκος 2,70 μ. με κατεύθυνση προς νότο και εν συνεχεία εκτείνεται για ακόμη 4,50 μ. με κατεύθυνση νοτιοανατολική, τελειώνοντας στο σημείο που αρχίζουν τα 6 μ.
κατά μήκος του ανατολικού συνόρου με κατεύθυνση προς νότο. Η εν λόγω εδαφική λωρίδα αποτελεί τμήμα του ακινήτου ψιλής συγκυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου των δύο πρώτων εναγόντων, στο οποίο την επικαρπία έχει η τρίτη εξ αυτών. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι ενάγοντες, και ιδίως, την υπ' αριθ. .../1977 άδεια ανέγερσης νέας ισόγειας οικοδομής που εκδόθηκε στο όνομα του δικαιοπαρόχου των εαγόντων, Τ.
Θ. από την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχίας ... και την υπ' αριθ. .../1980 πολεοδομική άδεια ανέγερσης διώροφης οικοδομής στο όνομα του απώτερου δικαιοπαρόχου αυτών, Χ. Π. ....., το σκαρίφημα του τεχνικού γραφείου Αφοι Π. στην ..., που συνοδεύει την από 25-8-1980 αυτοψία της διμελούς επιτροπής, που καθορίστηκε με την με αριθ. .../1970 απόφαση της διεύθυνσης τμήματος πολεοδομίας και αφορούσε την διώροφη οικοδομή επί του οικοπέδου του Χ.
Π., στα οποία τοπογραφικά σκαριφήματα εμφανίζεται το ακίνητο των εναγόντων να έχει γεωμετρικό σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, περιλαμβανομένου και του επίδικου τμήματος και όχι με καμπύλη στην ανατολική πλευρά, όπως φαίνεται στα πολύ μεταγενέστερα τοπογραφικά σκαριφήματα του πολιτικού μηχανικού, Χ.
Π., που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη και χρησιμοποιήθηκε το πρώτον για την έκδοση της με αριθ. .../2009 άδειας νέας ισόγειας οικοδομής του τμήματος πολεοδομίας ..., κατόπιν της από 6-4-2009 αίτησης της εναγομένης και στα οποία αποτυπώνεται το επίδικο τμήμα ως ανήκον στην ιδιοκτησία της εναγομένης. Ομοίως το ακίνητο των εναγόντων εμφαίνεται να έχει γεωμετρικό σχήμα ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, περιλαμβανομένου και του εππίδικου τμήματος και όχι με καμπύλη στην ανατολική πλευρά και στο τοπογραφικό σκαρίφημα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Γ.
Π., που συνοδεύει την υπ' αριθ. .../1982 οικοδομική άδεια ανέγερσης ισογείου αποθήκης και ισογείου καταστήματος της Μ. Γ.. ..... Επίσης και στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομής ..... στο Ειρηνοδικείο ... ..... αφενός ο πρώτος των αιτούντων ..... καταθέτει ανωμοτί ..... ότι στο επίδικο πάρκαρε το αυτοκίνητό του ..... Ο δε σύζυγος της εναγομένης που εξετάστηκε και αυτός κατέθεσε ότι την σωλήνα της περίφραξης την έβγαλε ο ίδιος για να περάσει μία νταλίκα με υλικά για το σπίτι διότι δεν χωρούσε, ότι τα 15 τετραγωνικά μέτρα του επιδίκου ήταν δικά τους .....
ότι το επίδικο το κατείχε ο Π. και ότι ήταν πάντα ενσωματωμένο στην περίφραξη, ότι από το επίδικο περνούσε ο πεθερός του και η γυναίκα του, ότι στο τοπογραφικό δεν υπάρχει κλίση, ότι στην με αριθ. .../1980 άδεια του Θ. η ιδιοκτησία είναι παραλληλόγραμμη αλλά μόνο στα χαρτιά ..... Επιπλέον από τις προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες φωτογραφίες και την υπ' αριθ. .../2012 ένορκη βεβαίωση της Κ.
Π., συζύγου του Χ. Π., απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων, η οποία λήφθηκε στο πλαίσιο της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων ..... αποδεικνύεται ότι το επίδικο τμήμα ποτέ δεν ήταν περιφραγμένο, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, η δε υφιστάμενη συρμάτινη καμπύλη εντός της ιδιοκτησίας των εναγόντων για περίπου 1,5 μ.
τέθηκε από την εναγομένη, με την ανοχή των εναγόντων, ώστε να διευκολύνεται η ίδια κατά την είσοδο στην οικία της, χωρίς να λάβει χώρα εκ μέρους της διεκδίκηση του εν λόγω τμήματος, δεδομένου ότι το υπόλοιπο τμήμα δεν είχε περιφραχθεί. ..... Περαιτέρω, η παραπάνω μάρτυρας επιβεβαίωσε τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ότι δηλαδή αυτοί ανέκαθεν ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο, αφού εκεί από εικοσαετίας σταθμεύουν τα αυτοκίνητά τους και απλώνουν τα ρούχα τους.
Η μαρτυρία της ως άνω ..... κρίνεται αξιόπιση ..... Δεν ανατρέπεται, δε, από τα όσα κατέθεσε προς ανταπόδειξη η ίδια η εναγομένη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο σύζυγός της στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων νομής. Ούτε η εναγομένη απέδειξε συγκεκριμένες συνεχείς πράξεις νομής στο επίδικο για τουλάχιστον είκοσι έτη, πλην της τσιμεντόστρωσης και της απλής διέλευσής της με την ανοχή των εναγόντων.
Η από 10-8-2010 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Χ. Π., που προσκομίζει η εναγομένη και αναφέρει ότι τα όρια της ιδιοκτησίας της εναγομένης "είναι υλοποιημένα με σταθερά σημεία και υφίστανται ορθά εδώ και δεκαετίες" δεν αποδεικνύει την κυριότητά της στο επίδικο, αφού η ίδια η έκθεση τονίζει ότι είναι ορθά με βάση τις υποδείξεις της ιδιοκτήτριας, δηλαδή της εναγομένης. .....
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη, περί τα τέλη Ιουνίου 2012, εναπόθεσε οικοδομικά υλικά βορειοανατολικά του οικοπέδου των εναγόντων, ώστε να κτίσει τσιμεντένιο μανδρότοιχο περικλείοντας το επίδικο και εκδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή της να το διεκδικήσει. Τα υλικά δεν απομάκρυνε, παρά τα συνεχή αιτήματα των εναγόντων, διαταράσσοντας κατ' αυτό τον τρόπο παράνομα και αυθαίρετα την ψιλή συγκυριότητα του πρώτου και δεύτερου εκ των εναγόντων και την επικαρπία της τρίτης εξ αυτών. .....
Κατόπιν αυτών οι ενάγοντες υπέβαλαν την από 29-6-2012 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 51/2013 απόφαση που έκανε δεκτή την αίτηση. .....Επίσης καταρρίπτεται και ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν ψευδή και αναληθή στοιχεία ώστε να δικαιολογήσουν τους ισχυρισμούς τους περί κυριότητάς τους στο επίδικο τμήμα των 15 τετραγωνικών μέτρων, δηλαδή ότι χρησιμοποίησαν την υπ' αριθ. .../1977 οικοδομική άδεια, αφού όπως αποδείχθηκε η εν λόγω άδεια με σαφήνεια και βεβαιότητα αποτύπωνε την πραγματική κατάσταση σχετικά με το επίδικο τμήμα. .....
Η εναγομένη επικαλείται και την από Σεπτεμβρίου 2019 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Σ., πολιτικού μηχανικού, και γιού της εναγομένης, την οποία συνέταξε ενόψει της ποινικής δίκης που θα ακολουθούσε, κατόπιν της από 23-1-2019 εντολής της Εισαγγελέως ... για δημιουργία κατηγορητηρίου σε βάρος των εναγόντων για τις παράνομες πράξεις της απάτης από κοινού τελεσθείσες (ενώπιον δικαστηρίου) και αυθαίρετης κατασκευής.
Εκεί ο γιός της εναγομένης με την ιδιότητά του ως πολιτικού μηχανικού υποστηρίζει τις αγωγικές θέσεις της εναγομένης -μητέρας του- και ισχυρίζεται ότι τα οικοδομικά υλικά εναποθέτονταν πάντα στο ίδιο ακριβώς σημείο της οικίας της εναγομένης και πάντα εντός της συρμάτινης περίφραξής τους, η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους αντιδίκους -ενάγοντες- από το έτος 1987 τουλάχιστον, όταν ο παππούς του, Α.
Π. οριοθέτησε μερικώς το οικόπεδό τους με τον τρόπο αυτό. Επίσης ότι όταν το 2009 γκρέμισαν την παλιά σεισμόπληκτη διώροφη οικία τους άφησαν ανέγγιχτη τη συρμάτινη περίφραξη στο νοτιοδυτικό τους όριο και τότε οι αντίδικοι -ενάγοντες- βρήκαν αφορμή να αμφισβητήσουν τα όρια του οικοπέδου του το 2012, όταν ο πατέρας τους έβγαλε κάποιους πασσάλους ώστε να εισέλθουν στο οικόπεδό τους χωματουργικά μηχανήματα μεγάλου όγκου, λόγω του πηγαδιού που υπάρχει εντός του ιδιωτικού κοινόχρηστου δρόμου τους.
Οι εν λόγω, όμως, ισχυρισμοί ..... δεν αποδείχθηκαν ως ουσιαστικά βάσιμοι αλλά αντιθέτως, οι ενάγοντες αμέσως αντέδρασαν με ασφαλιστικά μέτρα νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... μόλις βγήκαν οι πάσσαλοι από το επίδικο τμήμα δικής τους ιδιοκτησίας με ενέργειες της εναγομένης, η οποία με τον τρόπο αυτό φανερά πλέον αμφισβήτησε ότι ανήκει στην ιδιοκτησία τους το τμήμα αυτό.
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο τμήμα περιείχε την τσιμεντένια εναέρια κλίμακα της παλιάς οικίας της εναγομένης -πριν την κατεδάφισή της για την κατασκευή της νέας οικίας της και την εκεί εναπόθεση οικοδομικών υλικών- όπως αβάσιμα ισχυρίζεται αυτή. ..... Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να λεχθεί ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν στηρίχθηκε για την κρίση του μόνο στις τρεις παραπάνω οικοδομικές άδειες (υπ' αριθ. .../1977 οικοδομική άδεια του Τ.
Θ., .../1980 οικοδομική άδεια του Χ. Π. ..... .../1984 οικοδομική άδεια της Μ. Γ.) και τα σκαριφήματα αυτών ..... αλλά και στις λοιπές έγγραφες και εμμάρτυρες αποδείξεις ..... και από τις οποίες αποδείχθηκε χωρίς καμία αμφιβολία ότι το επίδικο τμήμα ανήκει στην ιδιοκτησία των εναγόντων ..... απορριπτομένης της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης".
Μετά από αυτά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, εκφέροντας όμοια κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή αναγνώρισε ότι οι δύο πρώτοι των εναγόντων είναι (συγ)κύριοι κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος και η τρίτη των εναγόντων επικαρπώτρια του επίδικου εδαφικού τμήματος, που βρίσκεται μεταξύ των ιδιοκτησιών των διαδίκων και υποχρέωσε την εναγομένη να παύσει κάθε διατάραξη της ψιλής (συγ)κυριότητας των δύο πρώτων εναγόντων και της επικαρπίας της τρίτης ενάγουσας, καθώς και να επαναφέρει την περίφραξη κατά μήκος του συνόρου των δύο ιδιοκτησιών και να παύσει κάθε μελλοντική διατάραξη.
Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (αδέλφια) είναι (συγ)κύριοι και η τρίτη εναγομένη (μητέρα τους) είναι επικαρπώτρια του επίδικου εδαφικού τμήματος και ότι η εναγομένη αμφισβήτησε και διατάραξε το δικαίωμά τους επί του τμήματος αυτού (ως προς την επικαλούμενη διαταρακτική πράξη της αφαίρεσης γλαστρών το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι έγινε όχι από την εναγομένη αλλά από τον πατέρα της) και απέρριψε την παραδεκτά και νόμιμα προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση ιδίας κυριότητας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Η αναιρεσείουσα, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στους υπό στοιχεία Α, Β και Γ λόγους της αποδίδει συλλήβδην, αναιρετικές πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 1, 8, 9, 10, 11, 12, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλεται με τον υπό στοιχείο Γ λόγο της αναίρεσης με την αιτίαση αναφορικά με τους τίτλους κτήσης κυριότητας, τις πράξεις νομής και τις διαταρακτικές πράξεις επί του επίδικου ακινήτου, με παράθεση των αντίστοιχων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αναφέρεται ο ουσιαστικός κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε ευθέως και μάλιστα ενάριθμα, δηλαδή με συγκεκριμένο άρθρο ορισμένου νόμου, ούτε το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου σε σχέση με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, υπό τα οποία συντελέστηκε η αναιρετική πλημμέλεια, για την οποία δεν αρκεί μόνη η επίκληση του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβλέπει τον λόγο αναίρεσης, ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Περαιτέρω, ως προς την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλεται με τους υπό στοιχεία Α και Β λόγους της αναίρεσης, με την αιτίαση αναφορικά με την αποτύπωση του επίδικου ακινήτου στα επισυναπτόμενα τοπογραφικά διαγράμματα και σκαριφήματα των αναφερόμενων οικοδομικών αδειών των ακινήτων των διαδίκων και άλλων παρακειμένων, με παράθεση των αντίστοιχων παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, επίσης δεν αναφέρεται ενάριθμα ο ουσιαστικός νόμος που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, ούτε ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση), σε σχέση με τον οποίο εμφανίζεται η αποδιδόμενη έλλειψη ή αντίφαση στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε και η σύνδεση και επίδραση του ισχυρισμού και των ελλείψεων και αντιφάσεων με το διατακτικό της απόφασης, ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, αφού δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση εκάστου των ανωτέρω προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης, δεν μπορεί να εξακριβωθεί αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένη κρίση για το δικαίωμα κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου.
Επομένως, ελλείψει των προαναφερόμενων απαιτούμενων στοιχείων για το ορισμένο των λόγων της αναίρεσης, τόσο κατά τον αριθμό 1, όσο και τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 974, 975, 1000, 1041, 1045, 1051, 1108, 1173, 1113, 1033, 1192, 1142, 70 και 74 ΚΠολΔ, εκφέροντας όμοια κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για το ασκούμενο δικαίωμα των εναγόντων με την ένδικη αναγνωριστική συγκυριότητας και επικαρπίας και την σωρευόμενη αρνητική κυριότητας αγωγή τους κατά της εναγομένης.
Επίσης το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτή επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω αναφερομένων διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Επίσης οι λόγοι αυτοί, κατά τα λοιπά αναφερόμενα στο περιεχόμενό τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι επικαλούμενες πλημμέλειες ανάγονται στην αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, με βάση τις οποίες αυτό κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας και έτσι πλήττεται η ουσιαστική του κρίση, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του ισχυρισμού στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, επίσης πρέπει, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1277/2015, ΑΠ 739/2011 1632/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Όταν προβάλλονται αιτιάσεις από την διάταξη αυτή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο τι επιδικάστηκε χωρίς αίτηση και αν αυτό αφορά σε κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 281/2017).
Εξάλλου ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι οι λόγοι έφεσης, η τυχόν μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης (ΑΠ 877/2006). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Για το ορισμένο του λόγου αυτού, απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του καθόλου αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1163/2011, ΑΠ 96/2010).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 120/2011, ΑΠ 1700/2009, ΑΠ 1131/2007).
Δεν απαιτείται όμως η εξειδίκευση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 237/2016, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 1935/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 273/1011, ΑΠ 259/2007). Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιώδεις, παραδεκτώς προταθέντες και νόμιμοι ισχυρισμοί, τους οποίους το δικαστήριο δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη (ΑΠ 31/2019, ΑΠ 778/2009, ΑΠ 1828/2007).
Προσέτι, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 9 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν απαντήσει σε αίτημα διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 368 ΚΠολΔ), εκτός αν υπάρχει ρητή παραδοχή στην απόφαση ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις για το διερευνώμενο ζήτημα (ΑΠ 592/2016, ΑΠ 1186/2010, ΑΠ 1062/2007). Με τους ίδιους ανωτέρω υπό τα στοιχεία Α, Β και Γ λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα καταλογίζει στο Εφετείο τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 10 ΚΠολΔ πλημμέλειες και υπό το στοιχείο Γ λόγο αναίρεσης την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 πλημμέλεια, χωρίς όμως να καθορίζει τον ισχυρισμό που παρά το νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, τον νόμιμο τρόπο που ο ισχυρισμός αυτός τυχόν προβλήθηκε και την επίδραση που ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στη δίκη, όσο αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8, επίσης δεν προσδιορίζει την αίτηση που αφορά η από τον αριθμό 9 αποδιδόμενη πλημμέλεια και επίσης δεν καθορίζει ποιο ουσιώδη ισχυρισμό δέχτηκε το Εφετείο ως αληθινό χωρίς απόδειξη, όσο αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 10.
Επιπλέον, ως προς την αιτίαση περί ανάγκης διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης προς εφαρμογή των κτητικών τίτλων των διαδίκων, εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει παραδοχή ότι κρίθηκε αναγκαία η διενέργεια αυτής. Ανεξαρτήτως και πέραν τούτων, τα εκτιθέμενα στους τρεις αυτούς λόγους της αναίρεσης ως πλημμέλειες από τους ανωτέρω αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελούν πράγματα, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας, από την εκτίμηση αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης και κατά το μέρος τους που στηρίζονται σε πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμοί 8, 9 και 10 ΚΠολΔ ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αόριστοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Σε κάθε περίπτωση, ειδικά ως προς τον λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την δυνατή νοηματική εκτίμηση ότι με το περιεχόμενό του προβάλλεται αιτίαση για την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας της αναιρεσείουσας, που παραδεκτά και νόμιμα προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι η ένσταση εξετάστηκε και απορρίφθηκε με επαρκή και σαφή αιτιολογία από με την προσβαλλόμενη απόφαση από το Εφετείου, εκφέροντας όμοια κρίση με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ο προβλεπόμενος στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης παρέχεται και αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων, ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης).
Ο λόγος αυτός περί της παρά τον νόμο μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων παραδεκτών και νόμιμων είναι αβάσιμος κατ' ουσία, όταν το δικαστήριο διαβεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη του όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός, αν, παρά την σχετική διαβεβαίωση, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων.
Με τους ίδιους ανωτέρω υπό στοιχεία Α, Β και Γ λόγους της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η εναγόμενη με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιόν του για την απόκρουση της αγωγής και την απόδειξη των ισχυρισμών της, ιδίως δεν έλαβε υπόψη το από Σεπτεμβρίου 2019 διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.
Σ. και τα επισυναπτόμενα σχέδια Α1, Α2, Α3, τις φωτογραφίες, μεταξύ αυτών και εκείνη με έτος λήψης 1980, που απεικονίζει την μητέρα της στην εναέρια σκάλα της οικίας της, η οποία αποδεικνύει ότι η σκάλα αυτή καταλήγει στο επίδικο τμήμα, την υπ' αριθ. .../2022 βεβαίωση υπηρεσίας αποκατάστασης σεισμόπληκτων νομού ...
και την υπ' αριθ. .../2009 πράξη διόρθωσης της συμβολαιογράφου ... Αγγελικής Λεβέντη. Στην προκείμενη περίπτωση, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με αξιολόγηση αυτών, σε συνδυασμό δε και με τις λοιπές αιτιολογίες της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα και συνεκτίμησε αυτά μαζί με τα υπόλοιπα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα.
Επομένως, ο εξεταζόμενος από τον αριθμό 11 αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 96/2019, ΑΠ 1700/2009).
Με τους ίδιους ανωτέρω υπό στοιχεία Α, Β και Γ λόγους της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλεται η αιτίαση, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος στηρίχθηκε στην αξιοπιστία των μαρτύρων των εαναιρεσιβλήτων και απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία από την πλευρά της.
Οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης με τις αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς των άρθρων 432 και 438 ΚΠολΔ, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αποδίδοντας μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στα αποδεικτικά μέσα των αναιρεσιβλήτων, χωρίς να αξιολογήσει τα εξ ίσου σημαντικά αποδεικτικά μέσα που αυτή με επίκληση προσκόμισε, είναι αβάσιμοι, καθόσον, το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας ελεύθερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, όλα τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε από το νόμο.
Άλλωστε από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ρητά ότι το Εφετείο δεν στήριξε την ανωτέρω ουσιαστική κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι και στις καταθέσεις των μαρτύρων τους, εξαίροντας αυτά ως ιδιαίτερης αποδεικτικής αξίας, αλλά απλώς τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μάρτυρες) προς σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος.
Επομένως, οι ανωτέρω ως προς την ως άνω αιτίαση λόγοι της αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 561 κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ή για την παραμόρφωση εγγράφου.
Για την θεμελίωση του λόγου αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, πρέπει, εκτός των άλλων, το έγγραφο που παραμορφώθηκε να χρησιμεύει, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ ως αποδεικτικό μέσο, τέτοιο όμως δεν θεωρείται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης (ΑΠ 983/2021, ΑΠ 581/2017, ΑΠ 1259/2008) και οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων (ΑΠ 438/2012). Με τους ίδιους ανωτέρω υπό στοιχεία Α και Β λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια και αιτιάται η αναιρεσείουσα παραμόρφωση εγγράφων, χωρίς να τα απαριθμεί και να εξειδικεύει την παραποίηση αυτών, συνεπώς κατά την αιτίαση αυτή οι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας.
Περαιτέρω, με τους ανωτέρω λόγους αιτιάται η αναιρεσείουσα την παραμόρφωση του περιεχομένου της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με το ζήτημα της διερεύνησης των οικοδομικών αδειών, καθώς και την παραποίηση της ένορκης βεβαίωσης της Κ. Π., αναφορικά με το σχήμα του επιδίκου εδαφικού τμήματος και καταλογίζει στο Εφετείο ότι κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφαση σε επιζήμιο για εκείνη αποδεικτικό πόρισμα.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την εσφαλμένη παραδοχή ότι ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι το επίδικο οικοπεδικό τμήμα περιλαμβάνεται μέσα στο οικόπεδο της υπ' αριθ. .../1977 άδειας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Τ. Θ., ενώ η αναφορά αυτή δεν υπάρχει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Επίσης η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η ανωτέρω μάρτυρας καταθέτει για τετράγωνο και η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει την εσφαλμένη παραδοχή ότι το επίδικο έχει σχήμα παραλληλλόγραμο. Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, ως προς τις παραπάνω αιτιάσεις, τόσο διότι δεν είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, όσο και διότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και η ένορκη βεβαίωση μάρτυρα, δεν θεωρούνται έγγραφα και συνεπώς δεν νοείται η παραμόρφωση αυτών για την εφαρμογή της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Το Εφετείο στην κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και της υπ' αριθ. .../2012 ένορκης βεβαίωσης της Κ. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη ... στο πλαίσιο της μεταξύ των διαδίκων προηγηθείσας δίκης των ασφαλιστικών μέτρων, η οποία κατέθεσε, μεταξύ των άλλων, ότι το οικόπεδο των εναγόντων ήταν ανέκαθεν τετράγωνο.
Η αιτίαση ότι είναι λανθασμένη η παραδοχή ότι το επίδικο οικοπεδικό τμήμα έχει σχήμα παραλληλόγραμμο, αναγόμενη στη στάθμιση, αξιολόγηση και εκτίμηση της μαρτυρικής αυτής κατάθεσης, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Από τον συνδυασμό των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ, που αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 218/2003) και η παραβίασή τους ελέγχεται αναιρετικά από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ο διάδικος που ηττήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα και ότι τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ένδικου μέσου επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που ηττήθηκε (ΑΠ 908/2019).
Περαιτέρω, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε είναι απόρροια της αρχής της ήττας (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 77/2014, ΑΠ 299/2012, ΑΠ 819/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχείο Δ λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 176, 178, 179 και 495 παρ. 3Α εδ.
γ και Γ εδ. στ ΚΠολΔ, τις οποίες δεν αναφέρει ενάριθμα, ωστόσο προκύπτουν από το περιεχόμενο του λόγου αναίρεσης, και αιτιάται ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καταδικάστηκε στη δικαστική δαπάνη, διότι αδικαιολογήτως έγινε δεκτή η αγωγή, ενώ θα έπρεπε, να γίνει δεκτή η έφεσή της, να απορριφθεί η αγωγή και να επιστραφεί σ' αυτή το καταβληθέν παράβολο.
Ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό, που αφορά, κατ' εκτίμηση, την καταδίκη της αναιρεσείουσας από την προσβαλλόμενη απόφαση στην δικαστική δαπάνη μετά την απόρριψη της έφεσής της κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που έκανε δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτής και την καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη, ύψους 550 € (η σχετική διάταξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης μαζί με την ουσία της υπόθεσης) είναι αβάσιμος, διότι η καταδίκη της αναιρεσείουσας από την προσβαλλόμενη απόφαση στην δικαστική δαπάνη, ύψους 600 €, είναι απόρροια της ήττας της στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, που διέδραμε η προκειμένη δίκη για τον τερματισμό της.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός, κατά το ίδιο μέρος του, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για την ουσία της υπόθεσης είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του νόμου, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως .... ".
Με το ανωτέρω άρθρο, κατά το μέρος που θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση, τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποιά δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση της άνω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί της προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΑΠ 910/2023).
Επομένως, ενόψει αυτών, με την τυχόν διάπραξη νομικών σφαλμάτων από το Εφετείο δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης της Ρώμης, αλλά για τα σφάλματα αυτά χορηγείται το ένδικο μέσο της αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 143/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον υπό στοιχείο Δ λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ συνδυαστικά με τους αριθμούς 10 και 11 του ίδιου άρθρου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα της διατάξεως του άρθρου 6Α της ΕΣΔΑ και διατείνεται ότι η λήψη υπόψη περιστατικών, παρερμηνεύοντας τα έγγραφα και χωρίς καμία προς τούτο απόδειξη και η μη λήψη υπόψη πασίδηλων γεγονότων και των διδαγμάτων κοινής πείρας (δεν εξειδικεύονται) συνιστούν παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφερόμενος σε παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεν διαλαμβάνεται μεν στις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, παραδεκτά προβάλλεται δε για πρώτη φορά στην αναιρετική δίκη, εφόσον τα επικαλούμενα θεμελιωτικά πραγματικά περιστατικά του λόγου αυτού στηρίζονται εν μέρει στις πληττόμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης.
Όμως, πέρα από τις απαραδέκτως προβαλλόμενες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα εκτιθέμενα στον λόγο αυτό της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, δεν θεμελιώνουν την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως είναι απαράδεκτος. Οι δε αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλονται αορίστως, διότι δεν αναφέρονται οι ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί που έγιναν δεκτοί χωρίς απόδειξη και ούτε απαριθμούνται τα αποδεικτικά στοιχεία που δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επομένως ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Κατόπιν αυτών, μετά την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις κατά παραδοχή του σχετικού τους αιτήματος, σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-8-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 42/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ...
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ