Legislator Case Law & Legislation
870/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property judgment due to clerical error not violating substantive law.

Case Number 870/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a lower court's property ownership judgment. The appellant argued the trial court violated substantive law and ignored expert evidence, but the court found the lower court's decision was substantively correct despite a clerical error in its wording. Since this error did not violate substantive law or fall under statutory grounds for appeal, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 576, 556 of the Code of Civil Procedure; A clerical error in a judgment does not constitute a ground for appeal if it does not violate substantive law or affect the outcome.

Keywords

AI generated
clerical error substantive law violation appeal grounds property ownership clerical mistake legal costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Articles 1094, 1193, 1198 and 1846 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 870 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 870/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. συζύγου Κ. Γ., το γένος Ρ. Π., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κριθαρά.

Των αναιρεσίβλητων:1)Ά. συζύγου Γ. Π., το γένος Γ. Ρ., κατοίκου ...,2)Κ. συζύγου Η. Π., το γένος Γ. Ρ., κατοίκου ... και 3)Ι. Π. του Γ., κατοίκου .... Οι 1η και 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Λιάπα, η 2η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-1973 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Γ. Ρ. του Νικολάου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σητείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:48/1973 μη οριστική 16/1979 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/1983, 77/2000, 268/2001 μη οριστικές, 7/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, δικάσαντος ως Εφετείο. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Κασιώλας ανέγνωσε την από 22-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παρισταμένων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λασιθίου Κ. Δ., επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την στο τέλος αυτής πράξη, με την οποία ορίσθηκε ως ημέρα για συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, καθώς και κλήση για συζήτηση, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία της. Επειδή, κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ ο διάδικος που νίκησε έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση μόνο αν έχει έννομο συμφέρον το οποίο και πρέπει να επικαλείται στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του τρίτου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, όως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, είχε ασκήσει κυρία παρέμβαση στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία παρέμβαση και απορρίφθηκε, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού η αναιρεσείουσα νίκησε με την απόρριψη της κύριας παρέμβασης και δεν επικαλείται έννομο συμφέρον που να δικαιολογεί την άσκησή της κατά του ηττηθέντος κυρίου παρεμβάντος.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 215 και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η άσκηση της αγωγής, δια της καταθέσεως του περί αυτής δικογράφου, έχει ως συνέπεια την εκκρεμοδικία. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 225 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα που ορίζουν ότι η επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν στερεί τους διαδίκους από την εξουσία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα ή να συστήσουν εμπράγματο δικαίωμα, ότι η μεταβίβαση του επίδικου πράγματος ή η σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος δεν επιφέρει καμία μεταβολή στη δίκη και ότι ο ειδικός διάδοχος έχει δικαίωμα να ασκήσει παρέμβαση, προκύπτει ότι παρέχεται κατ' αρχήν η δυνατότητα στους διαδίκους και μετά την εκκρεμοδικία να μεταβιβάσουν το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, υπό τους όρους και προϋποθέσεις του ουσιαστικού δικαίου.

Όμως, η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης, που έγινε μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης, διότι αυτή δεν αποβαίνει αναγκαίο παρακολούθημα της ουσιαστικής έννομης σχέσης, αλλά συνεχίζεται μεταξύ των ίδιων διαδίκων εωσότου περατωθεί νομίμως. Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 εδ.

α' και 287 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της κατ' έφεση δίκης, αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση πεθάνει κάποιος διάδικος, η δίκη διακόπτεται, η διακοπή δε αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως.

Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου νοείται ο κληρονόμος αυτού, ο οποίος υπεισέρχεται αυτοδικαίως στην έννομη σχέση της δίκης, χωρίς να είναι αναγκαία για το έγκυρο της επαναλήψεως η προηγουμένη μεταγραφή της δηλώσεως περί αποδοχής της κληρονομίας του αποβιώσαντος, αφού με τη δίκη που επαναλαμβάνεται το δικαίωμα του αποβιώσαντος η οποία τυχόν περιλαμβάνει ακίνητο, ήλθε σε κρίση ενώπιον του δικαστηρίου, ο δε κληρονόμος του απλώς συνεχίζει την για το ίδιο αντικείμενο δίκη, υπεισερχόμενος στα δικαιώματα τούτου.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο Γ. Ρ. με την από 17-6-1973 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σητείας, όπως αυτή περιορίσθηκε κατά τη συζήτησή της, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί της σ' αυτήν περιγραφομένης εδαφικής εκτάσεως, την οποία αμφισβητούσε η εναγομένη Μ.

συζ. Κ. Γ.. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 48/1973 μη οριστική και στη συνέχεια η υπ' αριθμ. 16/1979 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ο ανωτέρω ενάγων άσκησε την από 6-4-1982 έφεσή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, το οποίο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 9/1983 απόφασή του με την οποία διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις.

Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα, ως καθολική διάδοχος της αρχικά εναγομένης, που αποβίωσε, με την από 19-5-1999 κλήση της επανέφερε για συζήτηση την παραπάνω έφεση, το δε δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 77/2000 απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως. Στη συνέχεια λόγω του θανάτου του εκκαλούντος, που επήλθε στις 12-7-1988, οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι ως μόνοι κληρονόμοι αυτού με την από 23-8-2000 κλήση τους επανέφεραν την παραπάνω έφεση για συζήτηση, ενώ ο τρίτος απ' αυτούς, ισχυριζόμενος ότι με το υπ' αριθμ. ...

δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου, Σητείας Ειρήνης Γρηγορίου ο αρχικός ενάγων μεταβίβασε το επίδικο σ' αυτόν, την οποία δωρεά και αποδέχτηκε με την υπ' αριθμ. ... δήλωσή του ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου άσκησε κύρια παρέμβαση, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επ' αυτού και να διαταχθεί η απόδοσή του σ' αυτόν.

Κατόπιν της κλήσεως αυτής το παραπάνω δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 268/2001 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ανωτέρω παρέμβαση ως απαράδεκτη, λόγω της μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων, ενώ ανέβαλε την απόφασή του επί της εφέσεως και διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις, μετά την διενέργεια των οποίων εξέδωσε την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7/2004 απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι είναι κύριοι του επιδίκου ως κληρονόμοι του αρχικώς ενάγοντος, δεχόμενο προς τούτο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Ο αρχικός ενάγων με το από 1.9.1931 ιδιωτικό συμφωνητικό αγόρασε, από την Κ. σύζυγο Ν. Ρ., το σ' αυτήν (απόφαση) και την αγωγή με λεπτομέρεια κατ' είδος, θέση και όρια περιγραφόμενο ακίνητο. Ότι το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει, κατά το έτος 1920, στη δικαιοπάροχο του αρχικώς ενάγοντος ύστερα από άτυπη παραχώρηση του πατέρα του Ιωάννη Αεράκη, του οποίου ο τελευταίος είχε αποκτήσει την κυριότητα με το, νομίμως μεταγραφέν, υπ' αριθ. 11670/1907 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σητείας Γ.

Δρακάκη, ως τμήμα μείζονος εκτάσεως. Ότι τόσον ο αρχικός ενάγων, όσο και ο δικαιοπάροχος αυτού ασκούσαν επί του παραπάνω ακινήτου τις αναφερόμενες πράξεις νομής και ότι η αρχική εναγομένη αμφισβητεί την κυριότητα αυτού επί του αναφερόμενου τμήματος του ως άνω ακινήτου, επιφανείας 25 τ.μ., ισχυριζομένη ότι αποτελεί μέρος της όμορης ιδιοκτησίας της.

Επίσης δέχθηκε ότι ο αρχικός ενάγων, κατά τη διάρκεια της δίκης, με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, το όλο ακίνητο στον τρίτο αναιρεσίβλητο και ότι αποβίωσε στις 12.7.1988, καταλείποντας μόνους πλησιεστέρους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τους δύο πρώτου αναιρεσιβλήτους. Με βάση το παραπάνω το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, έπρεπε να αναγνωρίσει τον αρχικώς ενάγοντα, που πέθανε κατά τη διάρκεια της δίκης και του οποίου οι δύο πρώτες αναιρεσίβλητες είναι αποκλειστικές και κατ' ισομοιρία συγκληρονόμοι, κύριο του επίδικου εδαφικού τμήματος (κατά τον κρίσιμο χρόνο της έγερσης της αγωγής, ως εννοείται).

Όμως, από παραδρομή κατά τη σύνταξη το διατακτικό εκείνης της αποφάσεως διατυπώθηκε ανακριβώς, κατά τα προεκτιθέμενα. Ωστόσο αυτή η ανακριβής διατύπωση δεν θεμελιώνει τον από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ούτε κανένα άλλο λόγο αναιρέσεως του ίδιου άρθρου, παρά μπορεί να διορθωθεί κατά τα άρθρα 315 επ.

ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρο υ560 ΚΠολΔ., ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που αποφάσισε παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1193, 1198 και 1846 Α.Κ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα της αυτοψίας και της πραγματογνωμοσύνης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι δεν προβλέπεται στους από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως για τους οποίους και μόνο προσβάλλονται οι αποφάσεις των Πολυμελών Πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων Ειρηνοδικείων.

Για τους λόγους αυτούς

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21 Ιουλίου 2004 αίτηση της Μ. συζ. Κ. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 7/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των πρώτης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ