Legislator Case Law & Legislation
708/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor wage judgment due to insufficient and vague reasoning in the lower court decision.

Case Number 708/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the municipality's appeal against a labor court judgment awarding unpaid wages to an employee. The appellant argued the lower court's reasoning was insufficient and contradictory under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected this claim because the appeal failed to specify the exact factual premises or legal contradictions requiring review, rendering the grounds for appeal too vague to be examined.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, 19 KPolD; An appeal must specify the exact factual premises and legal contradictions in the lower court's reasoning; vague references without identifying specific grounds are inadmissible.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory arguments appeal admissibility labor wage dispute code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 KPolD
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 648 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD
Art. 281 para. 2 of Law 3463/2006
Art. 285 of Law 3852/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 708 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 708/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Καλλιόπη Πανά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία «Δήμου Οιχαλίας», που εδρεύει στο Μελιγαλά Μεσσηνίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μουσαμά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε στο ακροατήριο ότι διορθώνει το όνομα του αναιρεσιβλήτου στις προτάσεις του αυτές.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Γ., κατοίκου … Μεσσηνίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σωτηρακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07.10.2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 85/2017 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης με την από 25/5/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων – αναιρεσίβλητος, με την από 07.10.2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, την οποία απηύθυνε κατά του αναιρεσείοντα Δήμου – εναγομένου ζήτησε, ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματός του, να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει το ποσό των 40.128,99 ευρώ νομιμοτόκως για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα άδειας, Χριστουγέννων και Πάσχα και έξοδα κίνησης για το χρονικό διάστημα από 01.10.2009 έως 15.05.2011, επίδομα Χριστουγέννων 2009, 2010, επίδομα Πάσχα 2010, 2011, επίδομα άδειας 2010 και έξοδα κίνησης από 01.07.2008 ως 16.05.2011 και ν’ αναγνωριστεί ότι του οφείλει 20.051,01 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 01.07.2008 έως 30.09.2009, επίδομα Χριστουγέννων 2008, επίδομα Πάσχα 2009 και επιδόματα άδειας 2008 και 2009.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 94/2013 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα 24.445,26 ευρώ, νομιμοτόκως και αναγνώρισε ότι του οφείλει άλλες 18.596,76 ευρώ για όλες τις άνω αιτίες, εκτός του κονδυλίου των εξόδων κίνησης το οποίο απέρριψε. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του εναγομένου (από 08.11.2013), από το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 85/2017 (προσβαλλόμενη) απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση. Κατά της απόφασης αυτής, ο εναγόμενος Δήμος –εκκαλών – αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη (από 25.05.2018) αίτηση αναίρεσης, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της.

[II] Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 20/2005).

[III] Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και από το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε τη κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μη μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ο όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Κατά την έννοια αυτή αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίσταται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 9/2016, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 117/2017, ΑΠ 77/2018).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο εκτός από τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη της νόμιμης βάσης της απόφασης και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ποία δηλαδή, αναγκαία στοιχεία για την επάρκειά τους λείπουν και σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των αιτιολογιών και από ποιά αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτουν (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 638/2019, 1389/2018, 77/2018, 117/2017). Εξ άλλου, περαιτέρω, δεν επιτρέπεται η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005).

[IV] Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 648 επομ. ΑΚ, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά την εφαρμογή της άνω ουσιαστικής διάταξης κανόνα δικαίου, αλλά και σχετικά με την ένσταση περί μερικής εξόφλησης του αναιρεσείοντα-εναγομένου.

Όμως ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι προαναφερόμενες αναιρετικές πλημμέλειες είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος όσο αφορά την εφαρμογή του νόμου γιατί αναφέρει εντελώς επιγραμματικά το συμπέρασμα του δικαστηρίου κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της, χωρίς όμως να διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου επί ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσίαν αποδοχή της αγωγής του ενάγοντα – αναιρεσίβλητου – εφεσίβλητου, ούτε εκτίθεται σε τι συνίσταται η παραβίαση, ούτε επισημαίνεται στο αναιρετήριο, με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές, η κατά το αναιρεσείον υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επί πλέον, δεν αναφέρεται το σύνολο των παραβιασθέντων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Τα αναφερόμενα δε στην αναίρεση δεν επαρκούν ώστε να ελεγχθεί με βάση το περιεχόμενό του αναιρετηρίου, η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των αναφερομένων ως παραβιασθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

[V] Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η υπ' αριθμ. 14/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 85/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας (όπως προκύπτει από την εκτίμηση του αιτήματος της αναίρεσης ως προς τον αριθμό της προσβαλλόμενης, από το σύνολο του περιεχομένου της). Η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του, μειωμένη όμως κατ’ άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μεωμένα όμως κατ’ άρθρο 281 παρ. 2 του ν.3463/2006, σε συνδυασ. με άρθρο 285 του ν. 3852/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.05.2018 (αριθ. καταθ. 14/2018 αίτηση για αναίρεση της 85/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος την δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ