Legislator Case Law & Legislation
708/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding lawyer representation and evidentiary standards.

Case Number 708/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the husband and parents against Alpha Bank regarding a property transfer to their minor daughter. The appellants argued that the bank's claim lacked proof, but the court found the lower court properly evaluated witness testimony and documents without violating evidentiary rules. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's decision was based on a full assessment of evidence rather than unproven assertions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 10: The Supreme Court dismisses an appeal when the Court of First Instance or Court of Appeal has reached its evidentiary conclusion by fully evaluating the evidence presented, rather than accepting claims as true without proof.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evidentiary assessment lawyer representation property transfer minor child custody bank dispute proof requirements

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraphs 2 and 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 708 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 708/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο, και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Χ. του Α., συζύγου Β. Τ., 2) Θ. Χ. του Α. και Β. Τ. του Κ., ατομικά και ως ασκούντων την γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Σ. Τ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHΑ BANK", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Γιαβή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/5/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9509/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2236/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/11/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1,3 και 104 εδ.α' ΚΠολΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στα πολιτικά δικαστήρια, διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο (94παρ.1). Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο (96 παρ.1).

Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση (96 παρ. 3). Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (104 εδ.

α). Τέλος, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς όμως ν' αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (άρθρο 104 εδ. β' ΚΠολΔ), τότε ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ως μη παριστάμενος.

Στη συνέχεια ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και αν η κλήση για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν επιδόθηκε καθόλου σ' αυτόν ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, τότε κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση αυτής. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία αυτού.

Στην προκείμενη περίπτωση η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων. Κατά τη συζήτηση αυτής, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με δήλωση της δικηγόρου Ελένης -'Ελλης Φ.Γιαβή κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Η τελευταία, προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς της, δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.

Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας (άρθρο 96 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη θεωρείται ότι δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Αυτή, όμως, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ..../12-03-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Α.

Ν. Θ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να εμφανιστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση να συζητηθεί, παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.

Με την κρινόμενη από 15-11-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ.2236/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 24-09-2014 έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 9509/20014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , η οποία, είχε δεχθεί την με αριθ. καταθ. 21860/8-6-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς την επικουρική της βάση, ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 479 ΑΚ, αναγνωρίζοντας ότι η εκπροσωπούμενη από τους ήδη αναιρεσείοντες γονείς της ανήλικη ευθύνεται σωρευτικά με αυτούς μόνο ως προς το ποσό της αξίας του μεταβιβασθέντος σε αυτήν από την πρώτη αναιρεσείουσα μητέρα της ακινήτου, για τα χρέη της τελευταίας. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠοΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 479 εδ. α' και β' ΑΚ, που ορίζει "αν με σύμβαση μεταβιβάσθηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για τα χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει ...", προκύπτει ότι ο νομοθέτης θέλησε να θεσπίσει σωρευτική αναδοχή χρέους, υποχρεωτική από το νόμο.

Με τον όρο "περιουσία" νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, ειδικώς όμως η ανωτέρω διάταξη, που ομιλεί περί μεταβιβάσεως περιουσίας, νοεί τη μεταβίβαση του ενεργητικού αυτής (ΑΠ 487/1997 ). Η εν λόγω διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου και με αυτήν ιδρύεται παθητική εις ολόκληρον ενοχή (άρθρο 481 ΑΚ), μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος, για τα χρέη του πρώτου που είχαν δημιουργηθεί πριν από τη μεταβίβαση (ΑΠ 1695/1998).

Μάλιστα, ο μεν μεταβιβάζων εξακολουθεί να ευθύνεται απεριορίστως και με ολόκληρη την προσωπική του περιουσία, ο δε αποκτών έως την αξία των μεταβιβαζομένων (περιορισμένη ευθύνη) και με την προσωπική του περιουσία, αλλά και αυτουσίως δια των μεταβιβαζομένων (ΑΠ 451/2012, ΑΠ 1948/2008). Περαιτέρω, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και σε περίπτωση μεταβιβάσεως ενός μόνον αντικειμένου, όταν αυτό είναι το μόνο ή το πλέον σημαντικό στοιχείο της περιουσίας του μεταβιβάζοντος, εκείνος δε που αποκτά γνωρίζει το γεγονός αυτό κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως ήτοι γνωρίζει, ότι το αντικείμενο που μεταβιβάζεται αποτελεί το όλο ή σημαντικό μέρος της περιουσίας του μεταβιβάζοντος χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζει και τα χρέη που βαρύνουν την περιουσία που μεταβιβάζεται, τα οποία πρέπει οπωσδήποτε να υπήρχαν κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως της περιουσίας ή επιχειρήσεως και να μην γεννήθηκαν μεταγενεστέρως, εκτός αν προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής που υπάρχει κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως (ΑΠ 1384/2005).

Η γνώση αυτή θεωρείται υπάρχουσα όταν, από τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η μεταβίβαση, αυτός που αποκτά γνώριζε τη γενική περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι αυτό που μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο ή το σημαντικό μέρος της περιουσίας του. Περαιτέρω, τα "χρέη" στα οποία αναφέρεται η ανωτέρω διάταξη μπορεί να είναι οιασδήποτε φύσεως και να πηγάζουν είτε από σύμβαση είτε από τον νόμο είτε από αδικοπραξία κ.λπ.

Γεννημένα κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως χρέη νοούνται, εκτός από τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, και εκείνα που τελούν υπό προθεσμία ή αναβλητική αίρεση, καθώς και εκείνα που στηρίζονται σε έννομη σχέση, από την οποία πηγάζει υποχρέωση προς παροχή. Πρέπει δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά της γενέσεως του χρέους γεγονότα κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, αρκεί δε κατά τον χρόνο της πρώτης επ' ακροατηρίου συζητήσεως της αγωγής να έχει καταστεί αυτό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (ΟλΑΠ 709/1974 ).

Εξάλλου, χρέος της μεταβιβαζόμενης από τον οφειλέτη περιουσίας αποτελεί και το κατάλοιπο του προβλεπόμενου από τα άρθρ. 874 ΑΚ, 112 Εισ.Ν.ΑΚ και 64 - 67 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε για την εξυπηρέτηση παροχής στον πρωτοφειλέτη πίστωσης από τράπεζα, για το οποίο συμβλήθηκε ο οφειλέτης ως εγγυητής, εφόσον η σχετική πιστωτική σύμβαση καταρτίστηκε πριν από τη μεταβιβαστική σύμβαση και αυτό ανεξάρτητα από το αν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού έγινε από την πιστώτρια τράπεζα μετά την κατάρτιση της μεταβιβαστικής σύμβασης, αφού και στην περίπτωση αυτή η γενεσιουργός αιτία της απαίτησης της πιστώτριας τράπεζας υπήρχε ήδη κατά το χρόνο της μεταβίβασης και μόνον τα κονδύλια των πιστωχρεώσεων του λογαριασμού είχαν αποβάλει, με την καταχώρησή τους σ` αυτόν, την αυτοτέλεια τους και είχαν έκτοτε καταστεί κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό να είναι πλέον το κατάλοιπο που προκύπτει από το κλείσιμο του λογαριασμού.

Με διαφορετική εκδοχή θα υπήρχε το άτοπο να είναι ελεύθερος ο πιστούχος και ο εγγυητής, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή την ύπαρξη σε βάρος τους χρεωστικού υπολοίπου από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πίστωσης και χρέωσης του λογαριασμού, να προβαίνουν αζημίως σε μεταβίβαση όλων των περιουσιακών τους στοιχείων πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βλάπτοντας έτσι το δανειστή τους.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 214 Α.Κ. " τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδραση τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 213, 215 Α.Κ συνάγεται, ότι στην άμεση αντιπροσώπευση, επειδή ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας δική του βούληση και δεν μεταφέρει ως άγγελος τη βούληση του αντιπροσωπευόμενου, τα ελαττώματα της βουλήσεως, η έννοια του περιεχομένου της δηλώσεως, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδραση τους στην δικαιοπραξία όταν ο νόμος συνδέει τον αποκλεισμό ορισμένων εννόμων συνεπειών κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, εκτός αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευόμενου, οπότε δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεσθεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (ΑΠ 961/2017, ΑΠ 30/2010).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...", συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, οι επικαλούμενες δε ελλείψεις της μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση ( Α.Π. 903/2010).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών, ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει ή πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως (αρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της .../29-3-2007 σύμβασης πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, που η ενάγουσα τραπεζική εταιρία είχε συνάψει με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." (ως πιστούχο), η ενάγουσα χορήγησε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 2.400.000,00 ευρώ.

Με την από 11-3-2008 σύμβαση εγγύησης στην ανωτέρω σύμβαση πίστωσης και στην πρόσθετη και αυξητική αυτής πράξη, συμβλήθηκε ως εγγυήτρια η πρώτη εναγόμενη, η οποία εγγυήθηκε την πιστή εκπλήρωση των όρων της μέχρι του ως άνω ποσού, καθώς και την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου σε βάρος της ως άνω πιστούχου εταιρίας, ευθυνόμενη αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με αυτήν ως αυτοφειλέτρια, αποδεχόμενη ρητά όλους τους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στην ανωτέρω σύμβαση, δεσμευόμενη από τις αναγνωρίσεις υπολοίπων εκ μέρους αυτής (πιστούχου) και παραιτούμενη ρητά και ανεπιφύλακτα, μεταξύ άλλων δικαιωμάτων και από την ένσταση διζήσεως.

Η πίστωση αυτή, σε εκτέλεση της προαναφερόμενης σύμβασης, κινήθηκε λογιστικά στα πλαίσια των υπ' αριθμ. ... λογαριασμών, οι οποίοι από την έναρξη της σύμβασης πίστωσης και το άνοιγμα τους, μέχρι τις 30-9-2009, εμφάνισαν χρεωστικό υπόλοιπο..... συνολικά (639.474,50 + 546.667,49, 1.186.141,99 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε η ως άνω πιστούχος εταιρία με την από 1-10-2009 δήλωση αναγνώρισης.

Με την από 4-2-2010 εξώδικη δήλωση της προς τους υπόχρεους της σύμβασης η ενάγουσα γνωστοποίησε σ' αυτούς ότι προέβη, στις 6-11-2009, οριστικά στο κλείσιμο των παραπάνω λογαριασμών, με χρεωστικό συνολικά υπόλοιπο 1.198.670,90 ευρώ, καλώντας αυτούς να το εξοφλήσουν έντοκα, από 7-11-2009 με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.

Στη συνέχεια, η τελευταία προχώρησε στην έκδοση της υπ' αριθμ. 13562/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, οι ενεχόμενοι υπόχρεοι από την επίδικη σύμβαση, μεταξύ των οποίων και η 1η εναγομένη, διατάχθηκαν να καταβάλουν στην ενάγουσα τράπεζα, εις ολόκληρον και αλληλεγγύως, το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως από 7-11-2009 μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης, καθώς και 18.722 ευρώ για δικαστική δαπάνη έκδοσής της.

Ακριβές αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στην 1η εναγομένη στις 3-5-2010 (...), με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα είχε στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα...

Το ανωτέρω ακίνητο, και ενώ τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά, η επίδικη σύμβαση αλληλοχρέου λογαριασμού, όπως προαναφέρθηκε, είχαν συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγεννημένη και πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών και την επιδίκαση της με διαταγή πληρωμής, η πρώτη εναγομένη μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη ανήλικη θυγατέρα της, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../10-10-2008 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ε.

Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό .... Η αντικειμενική αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, όπως προκύπτει από τη συμβολαιογραφική πράξη, ανερχόταν κατά το χρόνο της μεταβίβασης, (10-10-2008), στο ποσό των 118.260,66 ευρώ, ενώ η εμπορική του αξία κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κρίσης που επηρέασε μειωτικά τις αξίες των ακινήτων, κρίνεται ότι δεν έχει διαφοροποιηθεί από την αντικειμενική του αξία, χωρίς να προσκομίζεται σχετικά κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι, το ως άνω ακίνητο αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της 1ης εναγομένης, καθώς, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής, δεν διέθετε άλλη περιουσία, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την ίδια. Η δε γνώση της 2ης εναγομένης, ανήλικης κατά το χρόνο της μεταβίβασης, περί του ότι μεταβιβάζεται σ' αυτήν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της 1ης εναγομένης, μητέρας της, είναι αυταπόδεικτη, ως κρινόμενη, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, στο πρόσωπο των ασκούντων τη γονική της μέριμνα γονέων της, δηλαδή της ίδιας της 1ης εναγομένης μητέρας της και του Β.

Τ., πατέρα της, εκπροσώπων της στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη. Η δε γνώση του ανωτέρω, Β. Τ., περί του ότι μεταβιβάζεται το σύνολο της περιουσίας της 1ης εναγομένης είναι πρόδηλη, καθώς είναι σύζυγος της, απορριπτόμενων των σχετικών λόγων έφεσης. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, η αξία του παραπάνω ακινήτου που μεταβιβάστηκε στην 2η εναγόμενη, κατά το χρόνο μεταβιβάσεως του στην τελευταία, (2008), αλλά και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 118.260,66,00 ευρώ, ως εκ τούτου, μέχρι την αξία του ευθύνεται έναντι της ενάγουσας-εφεσίβλητης για τα χρέη της 1ης εναγομένης εκκαλούσας (οφειλέτιδας της τελευταίας), εις ολόκληρον και η 2η εναγόμενη-εκκαλούσα, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, έχει επέλθει αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρέους και ιδρύθηκε παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ της παραπάνω οφειλέτιδας της ενάγουσας-εφεσίβλητης τράπεζας (1ης εναγομένης) και της 2ης εναγομένης-εκκαλούσας για τα χρέη της περιουσίας της πρώτης, που είχαν δημιουργηθεί έως την επίδικη μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου, μέχρι της αξίας του μεταβιβασθέντος ακινήτου, χωρίς να απαιτείται γνώση των χρεών αυτών από τη δεύτερη, απορριπτόμενου του σχετικού λόγου έφεσης.

Περαιτέρω, οι λοιποί λόγοι της έφεσης, οι οποίοι αναφέρονται α) στην άρνηση του δόλου των εκκαλούντων σχετικά με τη ματαίωση της οφειλής της εφεσίβλητης, διότι κατά το χρόνο της ένδικης μεταβίβασης η ένδικη σύμβαση εξυπηρετούνταν με συνέπεια από την ,πιστούχο εταιρία, η οποία προέβαινε σε καταβολές, ο δε σύζυγος της 1ης εκκαλούσας, επίσης εγγυητής, "ήταν πεπεισμένος ότι θα επιτύγχανε την ολοσχερή εξόφληση του υπολοίπου του λογαριασμού, β) στην έλλειψη της γνώσης της 1ης εκκαλούσας για το ύψος της οφειλής προς την εφεσίβλητη, λόγω της ιδιότητας της ως εκπαιδευτικού και γ) στην ύπαρξη περιουσιακού στοιχείου, ακινήτου αξίας 900.000 ευρώ στην κυριότητα της πιστούχου εταιρίας, από την εκποίηση του οποίου θα μπορούσε αυτή να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της, αλυσιτελώς προβάλλονται στη δίκη αυτή, ελεγχόμενοι υπό το πρίσμα της επικουρικής βάσης της αγωγής, της ερειδόμενης στη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, κατά την οποία μεταβιβάζεται η υπόθεση με την ένδικη έφεση, καθώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν ασκούν επιρροή στη νομική αυτή βάση και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν, διότι, το ζήτημα της εξέτασης του δόλου (καταδολιευτικού σκοπού) του μεταβιβάζοντος και της γνώσης του καταδολιευτικού σκοπού της ως άνω μεταβίβασης εκ μέρους του αποκτώντος, αποτελεί προϋπόθεση διάρρηξης της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και ερευνάται μόνο υπό το πρίσμα της αγωγής του άρθρου 939 ΑΚ, η οποία εν προκειμένω δεν ερευνάται, αφού η εκκαλουμένη απόφαση εφεσιβάλλεται μόνο κατά το μέρος, κατά το οποίο έκρινε νόμω και ουσία βάσιμη την αγωγή κατά την επικουρική της βάση και όχι κατά το μέρος της κύριας βάσης αυτής, της διάρρηξης της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί την αγωγή κατά την επικουρική από το άρθρο 479 ΑΚ βάση της και είχε αναγνωρίσει ότι η εκπροσωπούμενη από τους γονείς της ανήλικη ευθύνεται σωρευτικά με την πρώτη εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα μητέρα της μόνο ως προς το ποσό της αξίας του μεταβιβασθέντος σε αυτήν ακινήτου.

Έτσι που έκρινε το εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, ενόψει ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στην εν λόγω διάταξη, όπως αυτή αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.

Ειδικότερα, υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, κατά το χρόνο της μεταβίβασης του ακινήτου στην ανήλικη είχαν συντελεστεί τα γεγονότα της γενέσεως του χρέους, εφόσον η σχετική πιστωτική σύμβαση καταρτίστηκε πριν από τη μεταβιβαστική σύμβαση και αυτό, ανεξάρτητα από το αν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, έγινε από την πιστώτρια τράπεζα μετά την κατάρτιση της μεταβιβαστικής σύμβασης, αφού και στην περίπτωση αυτή η γενεσιουργός αιτία της απαίτησης της πιστώτριας τράπεζας υπήρχε ήδη κατά το χρόνο της μεταβίβασης, ώστε η απαίτηση να είναι γεγεννημένη και πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών και την επιδίκασή της με διαταγή πληρωμής.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ και ειδικότερα ως προς την ύπαρξη του χρέους, κατά το χρόνο της μεταβίβασης του ακινήτου από την πρώτη αναιρεσείουσα στην ανήλικη θυγατέρα της λόγω γονικής παροχής και ως προς τη γνώση των αναιρεσειόντων, ασκούντων από κοινού τη γονική μέριμνα αυτής γονέων της, που συμβλήθηκαν στη σύμβαση μεταβίβασης του άνω ακινήτου ως αντιπρόσωποι αυτής ότι, κατά το χρόνο μεταβίβασης, το μεταβιβασθέν ακίνητο αποτελούσε το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της περιουσίας της πρώτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας μητέρας της ανήλικης.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς τα ανωτέρω κρίσιμα ζητήματα, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, καθώς και με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του κανόνα δικαίου, που κατά τα εκτεθέντα εφάρμοσε, τον οποίο δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση αιτιολογιών, που αφορούσαν τον καταδολιευτικό σκοπό της πρώτης αναιρεσείουσας και τη γνώση του καταδολιευτικού σκοπού της μεταβίβασης του ακινήτου εκ μέρους των αναιρεσειόντων γονέων της ανήλικης, καθώς και στην ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων και εξασφαλίσεων στο πρόσωπο της πιστούχου προς ικανοποίηση της απαίτησης, αφού αυτά αποτελούν προϋποθέσεις για τη διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας και ερευνώνται μόνο υπό το πρίσμα της αγωγής του άρθρου 939 ΑΚ η οποία όμως είχε, απορριφθεί πρωτοδίκως και δεν είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι` αυτά" με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ.

του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).

Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 1209/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.

Επομένως, το εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν δέχθηκε ως αληθινούς, χωρίς απόδειξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, ότι το μεταβιβασθέν στην ανήλικη θυγατέρα των αναιρεσειόντων ακίνητο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της πρώτης αναιρεσείουσας μητέρας της και ότι οι αναιρεσείοντες που την εκπροσώπησαν στο μεταβιβαστικό συμβόλαιο είχαν γνώση του στοιχείου αυτού, αλλά, με πλήρη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε σ` αυτό και ο αντίθετος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης (που από παραδρομή, αναγράφεται ως 2ος) είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς διερεύνηση, πρέπει, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος των αναιρεσειόντων, αφού η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και ως εκ τούτου δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2236/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης .

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ