Legislator Case Law & Legislation
708/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for non-consideration of facts, ruling lower court correctly rejected plaintiff's claims.

Case Number 708/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific facts about her role as a central cashier, but the court found these points were already addressed and rejected in the original judgment. Consequently, the appeal was deemed unfounded, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 11γ' of the Code of Civil Procedure; The ground for appeal under Article 559(8) is not established when the court of first instance rejects a submitted claim substantively or considers it 'in the facts', nor when the decision explicitly addresses and dismisses arguments contrary to the claim of non-consideration.

Keywords

AI generated
appeal grounds non-consideration of facts substantive rejection Code of Civil Procedure legal costs labor dispute evidence evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 11γ' of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338, 339, 340 and 346 of the Code of Civil Procedure
Article 561 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 708 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 708/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Β., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κουρκουβάτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία … ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και ήδη μετά από τροποποίησή της, …ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λασκαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από με αριθμ. καταθ. 15495/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19681/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1903/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 24-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997), δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ.

αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ` ουσίαν (ΑΠ 719/2011). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο (ΑΠ 719/2011).

Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο με την απόφασή του βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του κάθε ενός απ' αυτά στην απόφαση, εκτός εάν, όπως προαναφέρθηκε, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 156/2012, 739/2011, 719/2011).

Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 671 § 1 εδ. γ` ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση (ΑΠ 46/2011). (Β) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας σε δεύτερο βαθμό επί αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας με αντικείμενο αξιώσεις της από φερομένη ως άκυρη καταγγελία εκ μέρους της τώρα αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας (της οποίας η αρχική επωνυμία …ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" τροποποιήθηκε σε … ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ", με αριθ. 22948/12 απόφαση του Περιφερειάρχη Αττικής καταχωρισθείσα στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, ΦΕΚ 9528/2012, τ.

ΑΕ και ΕΠΕ, χωρίς μεταβολή της ταυτότητας και της νομικής προσωπικότητάς της) της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας της, με την αναιρεσιβαλλομένη 1903/2001 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ) δέχθηκε, ότι η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία, που διατηρεί επιχείρηση πολυκαταστημάτων γενικού εμπορίου σε πολλές πόλεις της Ελλάδος, τον Σεπτέμβριο του έτους 1979 προσέλαβε την ενάγουσα (αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πωλήτρια και με την ιδιότητα αυτή η τελευταία εργάσθηκε σε διάφορα καταστήματα της εναγομένης στην πόλη της …αμειβομένη αρχικά με τις αποδοχές που προβλέπονταν από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ των υπαλλήλων των εμπορικών καταστημάτων όλης της χώρας, ότι το 1989 η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα, λόγω της πολυετούς εμπειρίας και της ευδόκιμης υπηρεσίας αυτής, και τα καθήκοντα της ταμία στο κατάστημα που απασχολείτο καταβάλλοντάς της γι' αυτό αποδοχές μεγαλύτερες των νομίμων, ότι περί το τέλος του 2008 η εναγομένη για επιχειρηματικούς λόγους αποφάσισε να σταματήσει την λειτουργία του υποκαταστήματός της στην οδό …, στο οποίο υπηρετούσε τότε η ενάγουσα, να μην απολύσει, όμως, κανέναν υπάλληλο, αλλά όλους να τους τοποθετήσει σε άλλα καταστήματά της στην …, ότι ενώ ως προς τους άλλους εργαζομένους του ίδιου καταστήματος η εναγομένη αποφάσισε και τοποθετήθηκαν αυτοί σε διάφορα καταστήματά της άλλων περιοχών, η ενάγουσα αντέδρασε στην απόφαση τοποθέτησής της με την ιδιότητα της πωλήτριας σε ένα από τα καταστήματα της ανατολικής …, αρνουμένη να συμμορφωθεί σχετικά, την άρνησή της δε αυτή δικαιολογεί η ίδια, με την αγωγή της, με το γεγονός ότι ενόψει της πολυετούς και ευδόκιμης υπηρεσίας της και της μέχρι τότε εκτέλεσης καθηκόντων ταμία, έπρεπε να τοποθετηθεί ως ταμίας είτε στο κατάστημα …είτε στο κατάστημα … στο οποίο μάλιστα μετακινήθηκε νεότερη απ' αυτήν υπάλληλος, ότι κατόπιν τούτου η εναγομένη, αφού έδωσε στην ενάγουσα εύλογη προθεσμία προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφασή της, χωρίς θετικό αποτέλεσμα, την 2-2-2009 κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας της καταβάλλοντάς της τη νόμιμη αποζημίωση, ότι κατά τον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας της εναγομένης που εγκρίθηκε με την 3697/2000 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών η μετακίνηση των υπαλλήλων της από μία θέση σε άλλη και η μεταβολή των καθηκόντων τους μπορούσε να γίνει ελεύθερα μέσα στα πλαίσια της ισχύουσας κάθε φορά εργατικής νομοθεσίας, ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως πωλήτρια, αλλά για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτελούσε χρέη ταμία στο κατάστημα που εργαζόταν, το δεύτερο, όμως, αυτό αντικείμενο εργασίας της (ταμία) δεν την διαφοροποιούσε από άποψη ειδικότητας σε σχέση με την ιδιότητα, με την οποία προσλήφθηκε (πωλήτρια) και με βάση την οποία πάντοτε αμειβόταν (ΣΣΕ υπαλλήλων των εμπορικών καταστημάτων όλης της χώρας), ότι τα καθήκοντα του ταμία εκτελούσε η ενάγουσα για μόνο τον λόγο ότι ήταν έμπειρη υπάλληλος, όπως μπορούσε να τα εκτελεί οποτεδήποτε και οποιοσδήποτε άλλος έμπειρος υπάλληλος -πωλητής, χωρίς το γεγονός αυτό να την αναβαθμίζει ιεραρχικά, ενώ εξάλλου τέτοια υπηρεσιακή εξέλιξη, δηλ.

από πωλητή σε ταμία, ούτε από τον προαναφερόμενο Κανονισμό Εργασίας της εναγομένης ούτε από κάποια διάταξη νόμου ή ΣΣΕ προβλέπεται, ότι η εναγομένη έχοντας ν' αντιμετωπίσει το ανακύψαν πρόβλημα τοποθέτησης όλων των υπαλλήλων του καταστήματος της οδού … σε άλλα καταστήματά της, έκρινε και αποφάσισε, μέσα στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματός της, ότι για την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής της, έπρεπε να εκτελεί πλέον η ενάγουσα τα ειδικότερα καθήκοντα της πωλήτριας και όχι της ταμία, ενώ άλλο κίνητρο για την στάση αυτή της εναγομένης δεν αποδείχθηκε, αποκλείεται δε λογικά η περίπτωση να απέβλεπε η εναγομένη στην οικειοθελή αποχώρηση της ενάγουσας, δεδομένου ότι μετά την άρνηση της τελευταίας να συμμορφωθεί με την απόφασή της, ταυτόχρονα με την απόλυσή της κατέβαλε σ' αυτήν τη νόμιμη αποζημίωση, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν έγινε από λόγους εκδίκησης ή εμπάθειας των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης προς το πρόσωπο της ενάγουσας, αλλά λόγω της επίμονης και πεισματικής άρνησης αυτής να εκτελεί τα καθήκοντα της πωλήτριας, επικαλουμένη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε κατάσταση αργομισθίας, επειδή θεωρούσε, αβάσιμα, τα καθήκοντα αυτά υποδεέστερα εκείνων του ταμία, ενώ το αντικείμενο εργασίας του πωλητή στα καταστήματα της εναγομένης είναι αντίστοιχο και ανάλογης σπουδαιότητας με εκείνο του ταμία και επομένως η απασχόληση της ενάγουσας ως πωλήτριας και με τις ίδιες μέχρι τότε αποδοχές δεν θα επέφεραν σ' αυτήν, έμμεσα ή άμεσα, δυσμενείς υλικές και ηθικές συνέπειες, και ότι κατά συνέπεια η εκ μέρους της εναγομένης καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, είναι έγκυρη και επέφερε την λύση της ένδικης εργασιακής σχέσης, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά, αφού εξαφάνισε την τ' αντίθετα δεχθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ουδόλως υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφού απέρριψε "εν τοις πράγμασι" τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ασκούσε καθήκοντα κεντρικής ταμία, ούτε έλαβε υπόψη "πράγματα" μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη και δη ότι είχε την ειδικότητα της ταμία, καθόσον ρητά και κατ' επανάληψη διέλαβε στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης ότι η αναιρεσείουσα ενάγουσα -προσληφθείσα από την αναιρεσίβλητη εναγομένη ως πωλήτρια - ασκούσε και καθήκοντα ταμία, τα οποία δεν ήταν μεγαλύτερης σπουδαιότητας και ανώτερα εκείνων της πωλήτριας, όπως όλα τα παραπάνω προέκυψαν από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ εξάλλου η φερομένη ως εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερομένων στην αίτηση διαδικαστικών εγγράφων (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) δεν θεμελιώνει αυτοτελή λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1774/2007).

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο προς σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού πορίσματός του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, καθώς και τις ειδικά προσδιοριζόμενες με αναφορά όλων των στοιχείων τους ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και τ' αναφερόμενα στον δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις και επομένως και ο λόγος αυτός, από τον αριθ. 11γ' της ως άνω διάταξης, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Πρέπει να επισημανθεί, ότι η διάσπαρτη, κυρίως στον πρώτο λόγο αναίρεσης, αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ομολογία της αναιρεσίβλητης, περιεχόμενη σε διαδικαστικά κ.λπ. έγγραφά της, για την ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως "κεντρικής ταμία" δεν είναι ικανή να θεμελιώσει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (για μη λήψη υπόψη προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων), αφού η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει και ότι έγινε επίκληση της ομολογίας αυτής στο δικαστήριο της ουσίας.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-1-2012 αίτηση της Σ. Β. Κ. για αναίρεση της 1903/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ