Legislator Case Law & Legislation
719/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming violation of interpretation rules regarding fictitious contracts and evidence evaluation.

Case Number 719/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed against a final judgment regarding gas distribution contracts. The appellants argued that the lower court violated interpretation rules by failing to recognize fictitious contracts and by improperly evaluating evidence. The court ruled that the lower court's findings on the parties' true intent were factual determinations based on evidence assessment, which are not subject to appellate review unless specific statutory interpretation rules were breached.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The appellate court cannot review the substantive judgment of the court of first instance on the fictitious nature of a legal act formed by the evaluation of evidence and referring to the true intent of the parties, unless the interpretive rules of Articles 173 and 200 of the Civil Code were violated.

Keywords

AI generated
fictitious contract appellate review interpretation rules evidence evaluation true intent Civil Code Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1, 8, 11, and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 719 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθ. 173 και 200 ΑΚ) ως αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ - άρθ. 138 ΑΚ: η εικονικότητα σύμβασης μπορεί ν΄ αναφέρεται και στο πρόσωπο του πράγματι συμβαλλομένου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την εικονικότητα μιάς δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παμαβιάσθηκαν οι ερμηνεντικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η κρίση αυτή δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ΄ αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων- λόγοι αναίρεσης από τους αριθ. 8 και 11 περ. γ’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ (απορρίπτει αίτηση για αναίρεση της ΕφΑθ 1618/2007).

Αριθμός 719/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - υπέρ ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) … και 22) … Εκπροσωπήθηκαν όλοι, πλην των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου και 20ου αναιρεσειόντων που δεν παραστάθηκαν, από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Άρι Καζάκο και Σοφία Καζάκου.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση: 1) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΕΡΙΟΥ ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ" (ΔΕΣΦΑ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου της ΔΕΠΑ ΑΕ, αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου (ΕΣΦΑ). Η 1η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Ελευθέριο Τσαχάλη και η 2η από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Ζερδελή και Σοφία Μιχελάκη.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΓΣΕΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Καζάκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2111/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 2517/2006 μη οριστική και 8662/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-11-2009 αίτησή τους και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 15-3-2011 πρόσθετη παρέμβασή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 23-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσειόντων και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις επίδοσης 9552Β, 9548Β, 9549Β, 9551Β και 9550Β/2-2-2011 της δικαστικής επιμελήτριας Σερρών Ε. Α. και 1684στ/1-2-2011 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Τ., ακριβές και νόμιμα επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της απόφασης αυτής δικασίμου (5-4-2011) και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε κάθε έναν από τους μη παραστάντες καθοιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 5ο και 20ο αναιρεσείοντες με επιμέλεια των λοιπών, νόμιμα παρισταμένων, αναιρεσειόντων και επομένως η συζήτηση πρέπει να χωρήσει παρά την απουσία τους, σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες (άρθ. 576 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά κατ' άρθ. 558 ΚΠολΔ στρέφεται και κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ΑΕ" (Δ.Ε.Σ.Φ.Α. ΑΕ) που συστήθηκε με το άρθρο πρώτο του ΠΔ 33/2007, με το οποίο εγκρίθηκε και το καταστατικό της, καθόσον σ' αυτήν μεταβιβάσθηκε με απόσπαση από την πρώτη αναιρεσίβλητη ΔΕΠΑ ΑΕ ο κλάδος του ΕΣΦΑ (Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου), με την μεταβίβαση δε αυτήν, που εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, η ΔΕΣΦΑ ΑΕ υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ΔΕΠΑ ΑΕ αναφορικά με τον μεταβιβασθέντα κλάδο (άρθ. 7 §§ 3 και 4 περ. στ' και ζ' ν. 3428/2005, άρθ. 41 του ως άνω καταστατικού).

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθ. 80, 81 και 215 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ κάποιου διαδίκου από εκείνον που επικαλείται και αποδεικνύει έννομο προς τούτο συμφέρον ασκείται και κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου εκκρεμή δίκη, ειδικά δε επί εργατικών διαφορών σύμφωνα με το άρθ. 669 αριθ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναίρεση (άρθ. 675Α ΚΠολΔ), αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση.

Επομένως, η από 15-3-2011 και νομίμως ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" (ΓΣΕΕ) υπέρ των αναιρεσειόντων που είναι μέλη της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στο Φυσικό Αέριο" που και αυτή είναι μέλος της δευτεροβάθμιας "Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Σερρών", μέλους της παρεμβαίνουσας, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν συνεκδικαζομένη με την αίτηση αναίρεσης, ενώ σε κάθε περίπτωση η παρεμβαίνουσα ΓΣΕΕ, που είχε παρέμβει και στην δευτεροβάθμια δίκη υπέρ των αναιρεσειόντων και εκεί εφεσιβλήτων, έχει κληθεί κατ' άρθ. 81 § 3 ΚΠολΔ και στην δίκη αυτή (βλ.

με αριθ. 1176στ/2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Π. Τ.).

ΙV. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο αναιρετικός λόγος της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπιστώνει κατά τρόπο ανέλεγκτο, έστω και έμμεσα (όπως, όταν προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης καταφεύγοντας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την μορφή και το περιεχόμενό της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής), την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και συνακόλουθα την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.

Εξάλλου, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία).

Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 138 ΑΚ που ορίζει ότι δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη και ότι άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της, σε συνδυασμό με το άρθ. 180 ΑΚ προκύπτει ότι η εικονικότητα της δικαιοπραξίας, και δη της σύμβασης, είναι απόλυτη, όταν αυτή δεν καλύπτει άλλη δικαιοπραξία, δηλ.

όταν οι δικαιοπρακτούντες δεν ήθελαν να επέλθει με αυτήν καμία έννομη συνέπεια, ενώ σχετική είναι η εικονικότητα, όταν η εικονική δικαιοπραξία καλύπτει άλλη δικαιοπραξία. Η κάλυψη μπορεί να είναι πλήρης, αν η ηθελημένη δικαιοπραξία είναι διαφορετική από την εικονική, ή μερική, αν η καλυπτομένη δικαιοπραξία είναι ίδιου τύπου με την εικονική, αλλά περιέχει διαφορετικούς όρους.

Η εικονικότητα είναι δυνατόν να αναφέρεται στο πρόσωπο του συμβαλλομένου, στην περίπτωση δε αυτή ουσιώδες στοιχείο είναι η συμφωνία μεταξύ όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι η σύμβαση θα συναφθεί όχι με τον εμφανιζόμενο ως συμβαλλόμενο, αλλά με τον καλυπτόμενο απ' αυτόν αληθινό, ως προς τον οποίο είναι έγκυρη και ισχύει κατά την θέληση των συμβαλλομένων.

Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με το άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την (απόλυτη ή σχετική) εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ.

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, εάν η ως άνω κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο (έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ.

αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ' ουσίαν. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. (Β) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της 1ης αναιρεσίβλητης, επί αγωγής των αναιρεσειόντων (και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη), με την προσβαλλομένη 8662/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η (1η) αναιρεσίβλητη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία "Δημόσια Επιχείρηση Αερίου ΑΕ" (ΔΕΠΑ ΑΕ) λειτουργεί για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, ανήκει στον δημόσιο τομέα, καθόσον το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει το 65% του μετοχικού κεφαλαίου της, και κύριος σκοπός της είναι η απόκτηση, αποθήκευση, μεταφορά και διανομή φυσικού αερίου, προερχομένου από εγχώρια κοιτάσματα ή εισαγομένου από το εξωτερικό, ως εταιρεία δε του δημόσιου τομέα προσλαμβάνει προσωπικό σύμφωνα με το ν. 2190/1994, ότι από την ίδρυσή της η ΔΕΠΑ ΑΕ για την υλοποίηση του έργου της (κατασκευή του δικτύου μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου, διαχείριση - project management, συντήρηση αγωγών και εγκαταστάσεων κ.λπ.) χρησιμοποιεί και υπηρεσίες εργολάβων εταιρειών που επιλέγονται με διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναλαμβάνουν την εκτέλεση διαφόρων επιμέρους έργων και υπηρεσιών τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα, ότι στα πλαίσια της πρακτικής αυτής η εναγομένη έχει συνάψει, ύστερα πάντοτε από διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς, μεγάλο αριθμό εργολαβικών συμβάσεων, μεταξύ δε αυτών και τις αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη, με τρίτες εταιρείες - εργολάβους, οι οποίες ανέλαβαν την παροχή προς αυτήν υπηρεσιών τεχνικής και διοικητικής υποστήριξης χρησιμοποιώντας δικό τους προσωπικό, ότι στο προσωπικό που χρησιμοποίησαν οι εταιρείες αυτές για την εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων περιλαμβάνονται και οι ενάγοντες, από τους οποίους, κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, άλλοι είχαν προσληφθεί από την εταιρεία "ΕΝΒΙΤ Α.Τ.Ε" και άλλοι από την εταιρεία "PROJECT SOLUTIONS AE" που είχαν καταρτίσει με την εναγομένη συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, η αρχική διάρκεια των οποίων (από 1/3 έως 31/12/2003) παρατάθηκε στην συνέχεια με τα από 6-10-2003 παραρτήματα αυτών ύστερ' από απόφαση του ΔΣ της εναγομένης μέχρι 31-12-2004 και έπειτα μέχρι 30-4-2005, με τις έγγραφες δε αυτές συμβάσεις η εταιρεία "ΕΝΒΙΤ Α.Τ.Ε." ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης και η εταιρεία "PROJECT SOLUTIONS AE" την παροχή υπηρεσιών διοικητικής υποστήριξης προς την εναγομένη, ότι ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ενάγοντες, με διαδοχικές συμβάσεις που κατάρτιζαν κάθε φορά με κάποιες από τις ανωτέρω εταιρείες, απασχολήθηκαν συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής στις διάφορες εγκαταστάσεις και τα εργοτάξια της εναγομένης, κατά την αρίθμηση και την σειρά του αναιρετηρίου, (1) ο 1ος από 1-9-1999 (2) ο 2ος από 1-10-2001 (3) ο 3ος από 20-3-2000 (4) ο 4ος από 21-4-1998 (5) ο 5ος από 3-1-2000 (6) η 6η από 23-6-2000 (7) ο 7ος από 12-7-1999 (8) ο 8ος από 22-11-1999 (9) ο 9ος από 18-8-1997 (10) ο 10ος από 1-2-2002 (11) η 11η από 27-5-1996 (12) ο 12ος από 6-10-1998 (13) ο 13ος από 30-8-1999 (14) ο 14ος από 1-11-1996 (15) ο 15ος από 1-7-1999 (16) ο 16ος από 1-2-2001 (17) ο 17ος από 16-8-1999 (18) ο 18ος από 1-7-1998 (19) ο 19ος από 6-11-2000 (20) ο 20ος από 14-7-1999 (21) ο 21ος από 2-1-2000 και (22) ο 22ος από 7-2-2001, ότι ουδόλως αποδείχθηκε από τα μνημονευόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα ότι τόσο οι αρχικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών που καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγομένης και των τρίτων εργολάβων εταιρειών, όσο και οι ατομικές διαδοχικές συμβάσεις εργασίας που καταρτίσθηκαν στην συνέχεια μεταξύ των εταιρειών αυτών και των εναγόντων ήσαν εικονικές, ότι δηλ.

δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και ότι στην πραγματικότητα οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων έγιναν με την συμφωνία των συμβαλλομένων και της εναγομένης να επέλθουν τα αποτελέσματά τους όχι υπέρ των ανωτέρω εταιρειών αλλά υπέρ της εναγομένης, ώστε αυτή να είναι με την θέλησή της ο πραγματικός εργοδότης των εναγόντων, ότι αντίθετα αποδείχθηκε από τα ίδια αποδεικτικά μέσα ότι (1) οι ως άνω συμβάσεις μεταξύ της εναγομένης και των τρίτων εταιρειών ήσαν αληθινές και πραγματικές, αφορούσαν δε την παροχή εκ μέρους τους πραγματικών υπηρεσιών διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης προς την εναγομένη (2) στην συνέχεια και προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που απέρρεαν από τις συμβάσεις αυτές οι τρίτες εταιρείες προσλάμβαναν εκάστοτε το κατάλληλο προσωπικό που αναγκαστικά πλέον απασχολείτο στις εγκαταστάσεις και εργοτάξια της εναγομένης (3) από τις παραπάνω συμβάσεις οι τρίτες εταιρείες αποκόμιζαν ικανοποιητικό κέρδος, αφού πέραν του συνολικού κόστους για το απασχολούμενο προσωπικό καταβαλλόταν επιπλέον ποσό, συνήθως ποσοστό επί του συνολικού κόστους κάθε μισθωτού, για τις αμοιβές δε που ελάμβαναν για την παροχή των υπηρεσιών τους προς την εναγομένη εξέδιδαν προς αυτήν σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (4) οι εταιρείες αυτές επέλεγαν οι ίδιες το προσωπικό που προσλάμβαναν, χωρίς η εναγομένη να το υποδεικνύει ή να παρεμβάλλεται με οποιονδήποτε τρόπο στην διαδικασία πρόσληψής του και οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που συνήπταν οι ενάγοντες με τις προαναφερόμενες εταιρείες ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των δύο μερών, χωρίς η εναγομένη να έχει οποιαδήποτε ανάμειξη σ' αυτή, μεταξύ μάλιστα των εργολάβων υπήρχαν και διαφορές στην ακολουθούμενη τακτική ως προς τους όρους αμοιβής των απασχολουμένων σ' αυτές, δεδομένου ότι κάποιες απ' αυτές χορηγούσαν στο προσωπικό τους πρόσθετες παροχές (τροφή, ιδιωτική ασφάλιση κ.λπ.), τις οποίες άλλες εργολάβοι δεν χορηγούσαν (5) καθόλη την διάρκεια της απασχόλησής τους οι ενάγοντες περιλαμβάνονταν στις καταστάσεις προσωπικού και εμισθοδοτούντο από τις εργολάβους εταιρείες, οι οποίες και ασφάλιζαν αυτούς στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς και τους χορηγούσαν βεβαιώσεις των ετήσιων αποδοχών τους (6) για τις ζημίες που τυχόν θα υφίστατο η εναγομένη από την πλημμελή εκτέλεση εκ μέρους των εναγόντων της εργασίας τους, είχε συμφωνηθεί ότι θα ευθύνονται προς αυτήν οι ως άνω εταιρείες που επέλεξαν, προσέλαβαν και χρησιμοποίησαν το συγκεκριμένο προσωπικό (7) οι εταιρείες εργολάβοι ήσαν υποχρεωμένες να λαμβάνουν όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα για την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζομένων σ' αυτές, η δε Επιθεώρηση Εργασίας τις παρατηρήσεις της σχετικά με την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας ως προς τους ενάγοντες απηύθυνε προς τις εργολάβους εταιρείες και όχι προς την εναγομένη, ενώ ειδικότερα οι 1ος και 5ος των εναγόντων στο από 26-3-2003 δελτίο ελέγχου της Επιθεώρησης Εργασίας δήλωσαν ως εργοδότη τους την εταιρεία ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ και όχι την εναγομένη (8) η απασχόληση των εναγόντων στις εγκαταστάσεις της εναγομένης και στους άλλους τόπους, όπου εκτελούνταν έργα της, η συνεργασία με το προσωπικό της και η επίβλεψή τους από υπαλλήλους της δεν μπορεί να καταστήσει τις συμβάσεις αυτές εικονικές και να μεταβάλει τους ενάγοντες σε προσωπικό της εναγομένης, καθόσον οι ενέργειες αυτές, όπως και η πρόσληψή τους, είχαν σχέση με την εκτέλεση των συμβάσεων που είχαν καταρτισθεί μεταξύ των τρίτων εταιρειών και της εναγομένης, που ανέθετε σ' αυτές τμήματα ή και ολόκληρες δραστηριότητες και λειτουργίες της επιχείρησής της, αναγκαία δε συνέπεια της συνεργασίας μεταξύ της εναγομένης και των εργολάβων εταιρειών, όπως αυτή απέρρεε από τις μεταξύ τους συμβάσεις, ήσαν και η παρακολούθηση από τους ενάγοντες εκπαιδευτικών προγραμμάτων που η εναγομένη διοργάνωνε για το προσωπικό της, η χορήγηση σ' αυτούς βεβαιώσεων προϋπηρεσίας, η υπογραφή από υπαλλήλους της των εντύπων σχετικά με την παρουσία τους και την λήψη αδειών, από τα περιστατικά, όμως, αυτά δεν συνάγεται εικονικότητα των ενδίκων συμβάσεων, ούτε από το γεγονός ότι οι εταιρείες που αναλάμβαναν διαδοχικά (ύστερ' από διεθνείς μειοδοτικούς διαγωνισμούς) την εκτέλεση διαφόρων έργων της εναγομένης επέλεγαν συνήθως το προσωπικό τους από εκείνους που είχαν προηγουμένως απασχοληθεί σε άλλους εργολάβους, αφού αυτό δεν γινόταν με προτροπή της εναγομένης, αλλά οφειλόταν στην προσπάθειά τους ν' ανταποκριθούν με τον καλύτερο τρόπο στις υποχρεώσεις τους προς αυτήν, και γι' αυτό επεδίωκαν να προσλαμβάνουν άτομα που είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από προηγούμενους εργολάβους, δεδομένου ότι λόγω της εμπειρίας που είχαν αποκτήσει από την προηγούμενη απασχόλησή τους μπορούσαν ν' ανταποκριθούν πιο αποτελεσματικά στα καθήκοντά τους (9) αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλοί από τους εργαζομένους αυτούς να απασχολούνται και μετά την πρόσληψή τους από άλλον εργολάβο στην ίδια θέση εργασίας και με τους ίδιους όρους, αφού και οι συμβάσεις που κατάρτιζε η εναγομένη με τις εργολάβους εταιρείες ήταν πανομοιότυπες, ενώ η πρόσληψη από τους νέους εργολάβους κατά κανόνα του παλαιού προσωπικού δικαιολογεί και την, μερικές φορές, συνέχιση της απασχόλησης των εναγόντων και κατά στο μεσοδιάστημα μεταξύ της λήξης της σύμβασης με τον προηγούμενο εργολάβο και της κατάρτισης νέας με τον επόμενο, ο οποίος ήταν εύλογο να υπόσχεται στην εναγομένη την επικείμενη πρόσληψη απ' αυτόν κάποιων από το ήδη απασχολούμενο προσωπικό (10) τόσο κατά την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων εργασίας όσο και καθόλη την διάρκεια της απασχόλησης των εναγόντων στην εναγομένη, προς εκτέλεση των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, ούτε οι εργολάβοι ούτε η εναγομένη εξεδήλωσαν ποτέ την βούληση να καταστεί η τελευταία εργοδότης των εναγόντων, καθ' υποκατάσταση των εταιρειών, από τις οποίες αυτοί είχαν προσληφθεί και όταν κάποιοι εργαζόμενοι στην εναγομένη, με βάση τις προαναφερόμενες συμβάσεις, και το σωματείο "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εργαζομένων στο Φυσικά Αέριο" διαμαρτυρήθηκαν για απόλυση συναδέλφου τους προς την εναγομένη, αυτή αρνήθηκε ότι συνδεόταν με αυτούς με οποιαδήποτε συμβατική σχέση (11) όταν την 2-10-2003 απεστάλη στην εναγομένη ανακοίνωση του παραπάνω σωματείου για την πραγματοποίηση στάσεων εργασίας, η εναγομένη κάλεσε την εταιρεία ΕΝΒΙΤ ΑΤΕ να προβεί σε όλες τις νόμιμες ενέργειες προκειμένου να εξασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία των εγκαταστάσεων της επιχείρησης, επισημαίνοντάς της την συμβατική ευθύνη της σε περίπτωση ζημίας της εναγομένης από τις στάσεις εργασίας, ενώ ενισχυτικό της μη εικονικότητας των ενδίκων συμβάσεων είναι και το γεγονός ότι οι ενάγοντες μετά την έναρξη ισχύος του ΠΔ 164/2004 υπέβαλαν στην εναγομένη αιτήσεις για μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου, οι οποίες, όμως, απορρίφθηκαν με την 823/2004 απόφαση του ΔΣ αυτής με την αιτιολογία ότι "δεν συνδέονταν με την ΔΕΠΑ ΑΕ με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή σχέση, η οποία υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας", η απόφαση δε αυτή επικυρώθηκε με την 134/2005 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., ότι οι ενάγοντες απασχολούντο στις εγκαταστάσεις της εναγομένης αποκλειστικά και μόνο προς εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, ήτοι προς εκπλήρωση των υποχρεώσεων που οι εταιρείες αυτές είχαν αναλάβει έναντι της εναγομένης και δεν προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στα πλαίσια (μη γνησίων) συμβάσεων δανεισμού μεταξύ της εναγομένης και των τρίτων εταιρειών, και ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατά την διάρκεια της απασχόλησής τους στην εναγομένη κατάρτισαν με αυτή ιδιαίτερη συμφωνία να παρέχουν σ' αυτήν ευθέως και αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους στα πλαίσια μιας πλήρους εργασιακής σχέσης.

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατ' αμφότερες τις ως άνω βάσεις της, κύρια (περί εικονικότητας των ως άνω συμβάσεων) και επικουρική, και ως προς τους αναιρεσείοντες. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο: (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθ. 138 ΑΚ, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ενώ έλαβε υπόψη και τον προταθέντα με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των ανειρεσειόντων εναγόντων ισχυρισμό, ότι η εναγομένη ασκούσε το διευθυντικό δικαίωμα, τον οποίο απέρριψε με αντίθετες προς αυτόν παραδοχές και δη ότι εργοδότης της ενάγουσας δεν ήταν η εναγομένη, αλλά οι προαναφερθείσες εταιρείες, με τις οποίες οι ενάγοντες συνήψαν τις επίμαχες συμβάσεις.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 1, 8 και 19 ΚΠολΔ ως προς όλα τα αντίστοιχα σκέλη του, ενώ ο ίδιος λόγος καθόσον αναφέρεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ), ειδικότερα δε απαράδεκτος είναι ο λόγος αυτός και ως προς την προβαλλομένη, αορίστως πάντως και ασαφώς, πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής, αφού υπό την επίφαση του αναιρετικού αυτού λόγου πλήττεται στην πραγματικότητα η αιτιολόγηση του σαφώς διατυπωθέντος σχετικού αποδεικτικού πορίσματος. (Β) Ουδόλως παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που περιέχονται στα άρθ. 173 και 200 ΑΚ μη καταφεύγοντας σε αυτούς, όπως προβάλλεται, αν και έμμεσα δέχθηκε την ύπαρξη αμφιβολίας στην βούληση των δικαιοπρακτούντων μερών στις επίδικες συμβάσεις, καθόσον, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, η κρίση του Εφετείου περί μη εικονικότητας των ως άνω συμβάσεων δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλ' αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση. Τέλος, από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, στην οποία μάλιστα περιέχονται παραδοχές σε σχέση με ζητήματα, στα οποία αφορούν τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, παρά την μη ρητή (ειδική) μνεία τους, λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα που αναφέρονται στον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ.

γ' του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο οποίος κατά συνέπεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα, καθώς και η υπέρ των αναιρεσειόντων πρόσθετη παρέμβαση, χωρίς να καταδικασθεί η προσθέτως παρεμβάσα στα δικαστικά έξοδα των καθών η παρέμβαση, αφού σ' αυτές δεν προκλήθηκε πρόσθετη δαπάνη από την παρέμβαση αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-11-2009 αίτηση των … κ.λπ., καθώς και την υπέρ αυτών πρόσθετη παρέμβαση της τριτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ" για αναίρεση της 8662/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ