Supreme Court allows appeal against non-payment ruling, remanding case for further fact-finding on insolvency status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by the Deposit and Loan Fund against a final judgment of the Athens Peace Court. The Fund argued that the plaintiff's inability to pay was not absolute, as she could satisfy all creditor claims, thereby excluding the application of the 2010 insolvency law. The court accepted this argument, noting its duty to independently verify facts under the inquisitorial system, and declared the appeal admissible. Consequently, the contested judgment was annulled, and the case was remanded to the original court for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; In cases of voluntary jurisdiction, the court exercises inquisitorial powers to independently verify facts affecting the outcome, and if an appeal raises a valid ground regarding the existence of insolvency, the judgment is annulled and the case remanded for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 707 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 707/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αλεξανδρή, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 902/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. (ΑΠ 44/2023, ΑΠ 423/2023, ΑΠ 1191/2023). Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 904/2022, ΑΠ 1544/2021, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 199/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 418/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ` αριθμ. ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Α., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 4-1-2022 (αριθμ.
κατ. 1/5-1-2022), αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή παρούσας δικάσιμο (20-10-2023) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής , επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα. (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ).
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της (της 20ης-10-2023). οι προαναφερόμενες δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον οι ως άνω δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά την προκειμένη δικάσιμο αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο , πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ). Η κρινόμενη από 4-1-2022, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/5-1-2022 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", κατά της υπ`αρ. 902/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ, με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ερήμην της δεύτερης των καθών η αίτηση και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης , ως προς την οποία όμως η συζήτηση της υπόθεσης χώρησε σαν να ήταν και αυτή παρούσα ( αρθ.764 παρ. 2 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ.
σε συνδυασμό και με το άρθρο 741 και 769 του ΚΠολΔ, και 14 του Ν.3869/2010). Ειδικότερα από την προσβαλλόμενη πρωτόδικη υπ'αριθμ. 902/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία επιτρεπτά επισκοπείται (αρθ.561 αρ.2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση αναίρεσης, προκύπτει ότι η πιο πάνω απόφαση δημοσιεύτηκε στις 7-1-2018.
Επίδοση της απόφασης αυτής δεν προκύπτει (στην αίτηση αναίρεσης αναφέρεται ότι η απόφαση αυτή δεν επεδόθη). Η αίτηση δε, για την αναίρεση της πιο πάνω απόφασης, ασκήθηκε στις 5-1-2022, όπως προκύπτει από την από 1/5-1-2022 έκθεση κατάθεσης δικογράφου αναίρεσης, του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, αφού είχε παρέλθει η καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους των ηττηθέντων πρώτης και δεύτερης των καθών η αίτηση και του τρίτου των καθών ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, των δύο (2) ετών, από της δημοσιεύσεως της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 518 παρ.2 του ΚΠολ.Δ, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1, του νόμου 4335/2015, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δημοσιεύτηκε, μετά τη δημοσίευση του ως άνω νόμου.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, μετά την πάροδο τεσσάρων (4) ετών από τη δημοσίευση της, σύμφωνα με τα άρθρα 518 παρ. 2 και 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύουν για τα ένδικα μέσα που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1και άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν.4335/2015), (ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 810/2018) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.1 και 3 του ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αριθμ.2 του Κ.ΠολΔ.), αναφορικώς με την διαδικαστική πορεία της υποθέσεως, προκύπτει ότι η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την από 28-12-2015 (με αριθμό κατάθεσης 6160/28-12-2015) αίτηση της, με την οποία, επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της προς τους καθών η αίτησή της, ήτοι το ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών Δανείων", τις δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες ανώνυμες τραπεζικές εταιρείες, με τις επωνυμίες "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", αντιστοίχως, ζήτησε τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών της προς τους άνω πιστωτές της, κατά το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας της, κατά το άρθρο 9 του ιδίου νόμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 902/2018 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ'ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προσδιορίζοντας μηνιαίες καταβολές, επί τρία χρόνια, ποσού 250 ευρώ , συμμέτρως διανεμόμενο προς τους άνω πιστωτές, εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της και επέβαλε στην τελευταία, για την διάσωση της κύριας κατοικίας της, να καταβάλει προς τους πιστωτές της συμμέτρως συνολικά το ποσό των 21.150,72 ευρώ , ήτοι την καταβολή ποσού 117,50 ευρώ σε μηνιαίες δόσεις (117,50 ευρώ Χ180 μήνες), για χρονικό διάστημα δέκα πέντε ετών.
Με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν.4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις (28-12-2015), της ένδικης, από 28-12-2015, αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 ν.3869/2010, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν.3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά χρέη (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατά τα άρθρα 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν.3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 550/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019).
Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 606/2023, ΑΠ 540/2022, ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019). Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).
Με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσίαν εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται.
Με τις διατάξεις των άρθρων 1389 επ. του ΑΚ ορίζεται, ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους και κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους. Κατά δε το άρθρο 1486 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα διατροφής έχει, μεταξύ άλλων, και το ενήλικο τέκνο, που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του.
Ως εκ τούτου το ενήλικο τέκνο, που δεν δύναται να αυτοσυντηρηθεί, εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους. Αντίθετα, δεν εμπίπτει στην έννοια αυτή το ενήλικο τέκνο, που είναι υγιές, δεν σπουδάζει και δεν βρίσκεται σε κατάσταση δικαιολογημένης ή χρόνιας ανεργίας. (ΑΠ 550/2023, ΑΠ 786/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ' άρθρον 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολομ. Α.Π. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπ' όψιν διατάξεως του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.
Α.Π. 9/2016, ΑΠ 1325/2023, Α.Π. 20/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 1162/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, προσάπτει στην απόφαση την αιτίαση ότι, εντελώς αναιτιολόγητα , άλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αιτούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη),περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών της.
Ότι συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως εκτίθεται, άλλως δεν προσδιορίζεται με πληρότητα και σαφήνεια : 1) Το χρονικό σημείο συνομολόγησης όλων των δανείων της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, 2) Τα καθαρά εισοδήματα της αιτούσας κατά τον χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων, τόσο με το αναιρεσείον, όσο και με τις λοιπές πιστώτριες Τράπεζες, 3) Το ακριβές ύψος των ατομικών εισοδημάτων της αιτούσας, κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησής της (2015) έως και το χρόνο συζήτησης αυτής (2017), καθόσον τα αναφερόμενα στην απόφαση μηνιαία εισοδήματα ποσού 1.000 και 780 ευρώ αντίστοιχα, ουδόλως προκύπτει με σαφήνεια αν είναι καθαρές αποδοχές και σε ποιο ακριβώς έτος αντιστοιχούν, 4) για ποιο λόγο ο ενήλικος υιός της αιτούσας ανήκει στα προστατευόμενα μέλη και ότι επομένως η αιτούσα έχει υποχρέωση διατροφής αυτού, καθόσον δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση , η ηλικία του ενηλίκου τέκνου της , εάν η αναπηρία του ποσοστού 50% (η οποία κρίθηκε κατά το έτος 2009), κρίθηκε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή εάν έχρηζε επανεξέτασης, καθώς και εάν λόγω της αναπηρίας του δικαιούται αναπηρικής σύνταξης ή επιδόματος από αρμόδιο κοινωνικοασφαλιστικό φορέα, καθόσον δεν αναφέρεται στην απόφαση χρονολογημένη γνωμάτευση από τα αρμόδια όργανα, περί του είδους της αναπηρίας του και εάν για τον λόγο αυτό καθίσταται πρόσκαιρα ή μόνιμα ανίκανος προς εργασία 5) ποιο είναι το μηνιαίο κόστος διαβιώσεως της αιτούσας, και εάν σε αυτό συμπεριλαμβάνονται και οι μηνιαίες δαπάνες του ενηλίκου τέκνου της, για την κάλυψη των ιατρικών αναγκών αυτού, 6) Η εξέλιξη των εισοδημάτων της αιτούσας από τον χρόνο δανεισμού έως την συζήτηση της αιτήσεως στο ακροατήριο και 7) Ποια είναι η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας της αιτούσας σε σχέση με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται όπως προεκτέθηκε οι αυξημένες δαπάνες της αιτούσας , λόγω του σοβαρού τραυματισμού κατά το έτος 2005 του ενήλικου υιού της, ένεκα του οποίου κρίθηκε ανάπηρος κατά το έτος 2009.
Ότι συνεπεία των προαναφερόμενων ελλείψεων στην αιτιολογία , παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αφού δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρη αιτιολογία εάν τα εισοδήματα της αιτούσας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), ήταν επαρκή ή όχι για την εξυπηρέτηση των δανειακών της υποχρεώσεων.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με την μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της πρώτης αναιρεσίβλητης τα εξής, περιστατικά : "Η αιτούσα (πρώτη αναιρεσίβλητη) ηλικίας 51 χρόνων, είναι διαζευγμένη από τον 12ο του έτους 2003 ενώ από το γάμο αυτό απέκτησε δύο τέκνα , ενήλικα σήμερα.
Εργάζεται για περισσότερο από είκοσι χρόνια ως προσωπικό καθαριότητας στη Δ.Ο.Υ Ηλιούπολης με μηνιαίες πλέον αποδοχές της τάξης των 780 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων και των δόσεων προς το ΤΠ&Δ ήδη αναιρεσείον). Παλαιότερα τα εισοδήματά της υπερέβαιναν τα 1.000 ευρώ μηνιαίως ενώ από τον 9ο του έτους 2013 τέθηκε σε διαθεσιμότητα από την εργασία της για οκτώ μήνες εισπράττοντας τα 3/4 των αποδοχών της.
Επαναπροσλήφθηκε το καλοκαίρι του έτους 2014 μετά από δικαστική διεκδίκηση της θέσης της. Οι δανειακές υποχρεώσεις που δημιούργησε η αιτούσα ύψους κατά κεφάλαιο, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης, 65.000 ευρώ, αφορούν κυρίως δύο δάνεια προς το ΤΠ&Δ τα οποία έλαβε τα έτη 2007 και 2010 και ένα προς την Άλφα Τράπεζα, μέρος των οποίων χρησιμοποιήθηκαν για ιατρικές ανάγκες συνεπεία του σοβαρού τραυματισμού του γιου της Κ.
Θ. τον μήνα ... του έτους 2005 (ακρωτηριασμός δείκτη και αντίχειρα της δεξιάς άκρας χειρός) που κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 50% το έτος 2009 και ο οποίος κατοικεί μαζί της ευρισκόμενος χωρίς εργασία. Η μηνιαία δόση των οφειλών της ανέρχονταν αρχικά στα 400 ευρώ, μετά δε το έτος 2010 στα 700 ευρώ μηνιαίως- όπως προκύπτει από το 10% των τελευταίων ενήμερων δόσεων- την οποία κάλυπτε , προβαίνοντας σε ρυθμίσεις το έτος 2011 με το ΤΠ&Δ και το έτος 2014 με την Άλφα Τράπεζα, (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) διαμορφώνοντας έτσι το ύψος της δόσης της στα 600 ευρώ μηνιαίως την οποία τήρησε μέχρι και τα τέλη περίπου του έτους 2015, ευρισκόμενη έκτοτε , χωρίς δική της υπαιτιότητα , λόγω των οικογενειακών προβλημάτων, σε αδυναμία προσήκουσων καταβολών , κατάσταση η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, απορριπτομένης έτσι της σχετικής περί δόλου ενστάσεως που προβλήθηκε από τις παριστάμενες πιστώτριες , ο οποίος δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα διαθέτει από ακίνητη περιουσία κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 100% ένα διαμέρισμα του ισογείου, επιφανείας 51 τ.μ. που βρίσκεται στην Ηλιούπολη (οδός ...) ενώ δε διαθέτει κινητή περιουσία ...Σε χρόνο δε προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη .......συγκεκριμένα: 1) την Άλφα Τράπεζα Α.Ε.
δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφείλει με τόκους για την αιτία αυτή μέχρι και 6-12-2015, 18.504,50 ευρώ και δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας οφείλει με τόκους για την αιτία αυτή μέχρι και 14-12-2015, 41,28 ...2) Από την Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ (ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) δυνάμει της με αριθμό ...
σύμβασης πιστωτικής κάρτας οφείλει με τόκους για την αιτία αυτή μέχρι και 11-12-2015 1.459,86 ευρώ ...και 3) Από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης επισκευαστικού ενυπόθηκου δανείου οφείλει μέχρι και 25-10-2017, 35.314€ και δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης επισκευαστικού δανείου οφείλει υπόλοιπο δανείου με ημερομηνία 31-12-2015, 13.421,08 ευρώ ...
Το συνολικό λοιπόν ποσό που οφείλει στις πιστώτριες τράπεζες η αιτούσα ανέρχεται στα 68.740,72 ευρώ...". Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών της πρώτης αναιρεσίβλητης ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζεται το ύψος των καθαρών μηνιαίων αποδοχών της αιτούσας, (αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη ότι οι μηνιαίες αποδοχές της αιτούσας που παλαιότερα υπερέβαιναν τα 1000 ευρώ μηνιαίως, μειώθηκαν σε 780 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζεται ποιο συγκεκριμένο έτος αφορούν και ιδίως αν αφορούν το έτος 2017, που έλαβε χώρα η συζήτηση επίδικης αίτησης).
Επίσης δεν προσδιορίζεται το ύψος των βιοτικών αναγκών της αιτούσας, καθώς και του προστατευόμενου ενήλικου υιού της, ο οποίος το έτος 2009 κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 50%, (λόγω του κατά το έτος 2005 τραυματισμού του, και του ακρωτηριασμού δείκτη και αντίχειρα της δεξιάς άκρας χειρός του ).Επιπρόσθετα δεν προσδιορίζεται εάν ο ενήλικος υιός της αιτούσας, λόγω του ανωτέρω τραυματισμού του κατέστη πρόσκαιρα ή οριστικά ανίκανος προς εργασία καθώς και εάν ένεκα της αναπηρίας του λαμβάνει αναπηρική σύνταξη ή επίδομα από αρμόδιο κοινωνικοασφαλιστικό φορέα, ώστε να είναι δυνατός ο συνυπολογισμός των μηνιαίων εξόδων του στο σύνολο των βιοτικών αναγκών της αιτούσας.
Εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων στην αιτιολογία , δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί , από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων της αιτούσας που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και του προστατευόμενου μέλους της οικογένειας της , ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως προεκτέθηκε, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 550/2023, ΑΠ 1678/2022, ΑΠ 552/2020), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η αιτούσα και ήδη πρώτη η αναιρεσίβλητη μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ή αν, αντιθέτως τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρον 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακριβώσεως πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 552/2020, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 636/2017).
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης , πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του προαναφερόμενου λόγου της, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της πληττόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του, και να αναιρεθεί η απόφαση αυτή.
Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατ' άρθρον 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 550/2023, ΑΠ 144/2023, Α.Π. 1047/2021, Α.Π. 930/2021).
Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3, εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ.
β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. Α.Π. 4/2023,ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 550/2023, Α.Π. 1683/2022, Α.Π. 785/2022, Α.Π. 658/2022).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 902/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ