Legislator Case Law & Legislation
707/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of additional grounds filed after the originally scheduled hearing date.

Case Number 707/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance and Court of Appeal decisions regarding a construction cost dispute. The appellant argued that the lower courts erred in assessing evidence without proof and improperly evaluated witness testimonies. The court rejected these claims, ruling that the additional grounds for appeal were inadmissible because they were filed after the originally scheduled hearing date, which had been postponed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 § 2 KPolD; Art. 568 § 2 KPolD: Additional grounds for appeal must be filed at least thirty days before the originally scheduled hearing date; filing them after such date renders them inadmissible.

Keywords

AI generated
additional grounds for appeal inadmissibility of appeal originally scheduled hearing procedural deadline assessment of evidence

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 § 2 KPolD
Art. 568 § 2 KPolD
Art. 559 no. 8 para. b' KPolD
Art. 559 no. 10 KPolD
Art. 561 § 1 KPolD
Art. 495 § 4 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 707 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 707/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουμπή και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ηλία Κατσαβού και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3963/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/11/2014 αίτησή του και τους από 7/12/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 24/9/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 25-11-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλονται οι υπ’ αριθμ. 181/2014 και 3963/2011 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα. Κατά την διάταξη του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή.

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από για οποιονδήποτε λόγο ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατ’ άρθρο 575 ΚΠολΔ και επομένως η άσκηση των προσθέτων λόγων μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων (ΑΠ 939/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι για την συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικά η δικάσιμος της 5-10-2015, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 7-12-2015. Η αναιρεσείουσα στις 7-12-2015, δηλ. πολύ μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της υπόθεσης, κατέθεσε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου το από 25-11-2015 δικόγραφο προσθέτων λόγων, οι οποίοι επομένως πρέπει να απορριφθούν κατ’ άρθρο 577 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών και μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, προκύπτει ότι, εάν ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αυτή (έφεση) γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, εάν μεν η έφεση γίνει δεκτή κατ’ ουσία, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και παύει να ισχύει, εάν δε η έφεση απορριφθεί κατ’ ουσία, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου (Ολομ.

ΑΠ 40/1996). Επομένως η υπό κρίση αναίρεση, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της υπ’ αριθμ. 3963/2011 συμπροσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η κατά της οποίας ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα έφεση, κρίθηκε από το Εφετείο τυπικά δεκτή και κατ’ ουσίαν βάσιμη, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και ακολούθως την κατ’ ουσίαν εν μέρει παραδοχή της ένδικης αγωγής, στην υπ’ αριθμ. 181/2014 απόφαση του οποίου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), ενσωματώθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη.

Κατά το μέρος όμως που η κρινομένη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της άνω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Έτσι, πράγμα είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος. Αν η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, υποβαλλόμενα συγχρόνως για το παραδεκτό τους κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, επαναφερόμενα νομοτύπως στο δεύτερο και συνδεόμενα με το αίτημα του ενισταμένου, αποτελούν καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η μη λήψη δε υπόψη από το Εφετείο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, που προτάθηκαν παραδεκτώς, στοιχειοθετεί τον από την τελευταία αυτή διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 38/2004).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 117/2013, ΑΠ 89/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 3-7-2009 αγωγή που άσκησε, εκτός των άλλων και κατά του ήδη αναιρεσείοντος, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του καταβάλει το υπόλοιπο της αμοιβής του, για το μέρος του έργου που του είχε αναθέσει και εκτέλεσε και παρέδωσε σ’ αυτόν (ελαιοχρωματισμός μαιζονετών), το δε Εφετείο, κρίνοντας νόμιμη και, κατά ένα μέρος, βάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή της εφέσεως που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο για την παραπάνω αιτία (υπόλοιπο αμοιβής) το ποσό των 11.460,33 ευρώ.

Ο αναιρεσείων (εναγόμενος) με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προέβαλε τον ισχυρισμό, ότι καταχρηστικώς, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, επιδιώκεται από τον ενάγοντα η άνω αμοιβή από την εκτέλεση του προρρηθέντος έργου, τον ισχυρισμό του δε αυτό επανέφερε με την έφεσή του και ενώπιον του Εφετείου, ισχυριζόμενος ειδικότερα, για τη θεμελίωσή του τα εξής: "Εσφαλμένως και ουχί ορθώς η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την ένστασή μου περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής του ενάγοντος καθόσον:

α) η εργοδότρια Μ. Π. κοινοποίησε στον αντίδικο την από 16-9-2004 εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση- πρόσκληση με την οποία μεταξύ άλλων τον καλούσε για την επιμέτρηση των εκτελεσθεισών εργασιών. Ο αντίδικος στα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους έλαβε γνώση της επιμέτρησης, καθώς επίσης και της αντιστοιχούσης στις εκτελεσθείσες εργασίες αμοιβής του, με το ποσό της οποίας δεν διαφώνησε.

Έχοντας λάβει το ποσό αυτό, ήτοι των 15.250 ευρώ, η εργοδότρια ανέμενε την έκδοση και του αντίστοιχου τιμολογίου παροχής υπηρεσιών από τον αντίδικο, β) στις 28-8-2005, ήτοι ένα έτος αργότερον, η εργοδότρια Μ. Π. κοινοποιεί και δεύτερη εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της στον αντίδικο με την οποία τον καλεί μεταξύ άλλων να της παραδώσει το ως άνω τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσού 15.250 ευρώ, το οποίο και αποτελούσε πλήρη εξόφληση του αντιδίκου για τις εργασίες που είχε εκτελέσει.

Και πάλι ο αντίδικος ούτε εναντιώνεται, ούτε απαντά στη δεύτερη αυτή εξώδικη δήλωση. Έκτοτε και έως την κοινοποίηση της αγωγής του (11-9-2009) παρήλθαν πέντε (5) έτη κατά τη διάρκεια των οποίων με ουδένα τρόπο ο αντίδικος δεν εξεδήλωσε την πρόθεσή του να αμφισβητήσει το ύψος της αμοιβής του για τις εκτελεσθείσες εργασίες.

Αντιθέτως, με τη στάση του απεδέχθη πλήρως το περιεχόμενο των δύο προαναφερομένων εξώδικων δηλώσεων της εργοδότριας. Στη συνέχεια και εντελώς ξαφνικά ο αντίδικος μετά από πέντε (5) έτη, μεταβάλλοντας τη στάση του, κατέθεσε την προαναφερόμενη αγωγή του, η οποία παρίσταται καταχρηστική και εσφαλμένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν την απέρριψε ως τοιαύτη κατά παραδοχή της άνω ενστάσεως του".

Το Εφετείο, ερευνώντας τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "η ένσταση του πρώτου εναγομένου, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, από το άρθρο 281 ΑΚ και δη ότι παρήλθε μακρό χρονικό διάστημα κατά το οποίο με τη συμπεριφορά του δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να προβεί στην ενάσκηση των αξιώσεών του, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη διότι μόνη η αδράνεια του ενάγοντος για την άσκηση του δικαιώματος του επί πέντε σχεδόν έτη και η καλόπιστη πεποίθηση του πρώτου εναγομένου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Μόνο όταν η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, μπορεί η άσκηση του δικαιώματος, η οποία επιφέρει δυσμενείς συνέπειες, χωρίς να απαιτείται να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες, να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του, προϋποθέσεις που δεν επικαλείται ο πρώτος εναγόμενος....".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα νομίμως ενώπιον του ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της εκ μέρους του ενάγοντος άσκησης της ένδικης αγωγής, αφού όλα τα θεμελιούντα την ένσταση αυτή πραγματικά περιστατικά συνίσταντο, αποκλειστικά και μόνο, στην αδράνεια του ενάγοντος για μακρό χρόνο να ασκήσει τα διακαιώματά του που απέρρεαν από την αγωγή αυτή, χωρίς να γίνεται καμιά μνεία άλλων ειδικών περιστάσεων που να συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά του ίδιου, δεν συνιστά δε τοιούτη συμπεριφορά το γεγονός ότι δεν απήντησε στις εξώδικες δηλώσεις- διαμαρτυρίες του εργοδότη για το ποσό της αμοιβής του έργου που είχε εκτελέσει και παραδώσει στον πρώτο εναγόμενο, ώστε να έχει διαμορφωθεί εκ των υστέρων ανατροπή κάποιας διαμορφωθείσας κατάστασης, που μπορούσε να καταστήσει εύλογη την πεποίθηση του πρώτου εναγομένου ότι το δικαίωμα του ενάγοντος για μεγαλύτερη της προτεινομένης αμοιβής δεν θα ασκηθεί, αφού ποτέ δεν αποδέχθηκε, ότι ο ενάγων το ποσό της αμοιβής για την εκτέλεση του έργου που πρότεινε σ’ αυτόν ο πρώτος εναγόμενος με τα ως άνω εξώδικά του, σε τρόπον ώστε μόνη η μακροχρόνια αυτή άσκηση των δικαιωμάτων του που απέρρεαν από την αγωγή να μην μπορεί να θεμελιώσει νόμιμη ένσταση καταχρηστικής ένστασης δικαιώματος, όπως ορθώς δέχθηκε και το εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελίωναν την τελευταία.

Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β’ του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Εξάλλου, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, που αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων, αλλά ούτε και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΑΠ 2166/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προβάλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς του με τους οποίους αποδείκνυε την αβασιμότητα της ένδικης αγωγής, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ότι το υπόλοιπο της οφειλόμενης αμοιβής προς τον ενάγοντα από την εκτέλεση του ανατεθέντος σ’ αυτόν έργου (ελαιοχρωματισμούς μαιζονετών), ανέρχεται στο ποσό των 11.460,33 ευρώ, ενώ ουδέν ποσόν οφείλετο προς αυτόν από την παραπάνω αιτία και, σε κάθε περίπτωση, δεν υπερέβαινε αυτό το ποσό των 1.355,72 ευρώ.

Ειδικότερα, προέβαλε τους ακόλουθους ισχυρισμούς: α) Ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθή την καταγραφή των εργασιών που προσκόμισε ο ενάγων, ισχυριζόμενος, ότι αποτελεί την επιμέτρηση που συνετάγη μεταξύ τους, και η οποία, ως ισχυρίζεται, έλαβε χώρα στα τέλη Οκτωβρίου 2004, χωρίς αντιθέτως να λάβει ουδόλως υπόψη τους δικούς του ισχυρισμούς, ότι δηλαδή εν τέλει η επιμέτρηση πράγματι έγινε, δεν είναι όμως αυτή που προσκομίζει ο ενάγων, ενώ γνωστοποιήθηκε σ’ αυτόν και του χορηγήθηκε αντίγραφο αυτής της πραγματικής καταμέτρησης χωρίς να αντιδράσει την εποχή εκείνη, σύμφωνα δε με την επιμέτρηση αυτή το ποσό των 15.250 ευρώ, που είχε λάβει ήδη ο ενάγων υπερκάλυπτε το ποσό που έπρεπε να λάβει για τις εκτελεσθείσες εργασίες του, ενώ αν λάμβανε υπόψη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την εξώδικη δήλωση που απέστειλε σ’ αυτόν στις 28-8-2005 η εργοδότρια Μ.

Π., σύμφωνα με την οποία τα ποσά που είχε λάβει ήδη ο ενάγων υπερκάλυπταν τις εργασίες που είχε εκτελέσει, δεν θα προέκυπτε κανένα ποσόν για επί πλέον αμοιβή του, πέραν του ότι οι εργασίες που εκτέλεσε παρουσίαζαν ελλείψεις και ελαττώματα, β) ότι έγινε δεκτό από το Εφετείο το αιτούμενο από τον ενάγοντα κονδύλι για τη βαφή 22 θυρών τις οποίες χρεώνει αυτός με 130 ευρώ, συνολικού κόστους 2.860 ευρώ, ενώ η βαφή των θυρών αυτών δεν συμπεριλαμβάνεται στην προσφορά του, αφού αυτές ήρθαν βαμμένες από το ξυλουργό και ο ενάγων ελαιοχρωμάτισε μόνο τα κουφώματα και σε κάθε περίπτωση η βαφή με τον τρόπο αυτό στοιχίζει 40 ευρώ και όχι 139 ευρώ, γ) ότι δέχθηκε το Εφετείο ξεχωριστά το αιτούμενο από τον ενάγοντα κονδύλι για τον ελαιοχρωματισμό του κούτελου εσωτερικά, του ίδιου κούτελου εξωτερικά και του κεραμιδιού που είναι τοποθετημένο σ’ αυτό, ενώ ο υπολογισμός γίνεται πάντα ενιαία, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται εσκεμμένα το μεγαλύτερο ποσό της αμοιβής του, δ) ότι έγιναν δεκτά τα αιτούμενα αγωγικά κονδύλια για δήθεν σοβάτισμα μερεμετιών της οικοδομής, συνολικού ποσού 1.500 ευρώ, με συνέπεια η τιμή ανά μέτρο σοβατίσματος να ανέρχεται σε 4 ευρώ και να φέρεται ότι ο ενάγων ασχολήθηκε με σοβάτισμα 375 μέτρων της οικοδομής, δηλαδή σαν να ασχολήθηκε με το σοβάτισμα όλης της οικοδομής και όχι με μερεμέτια, ε) ότι έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλομένη το αγωγικό κονδύλιο των 950 ευρώ για το στήσιμο της σκαλωσιάς, ενώ η εργασία αυτή δεν συμπεριλαμβανόταν στην προσφορά και στ) ότι τα αιτούμενα από τον ενάγοντα κονδύλια, προέκυψαν από εσφαλμένους υπολογισμούς στις προσθέσεις και τους πολλαπλασιασμούς των γενομένων επιμετρήσεων, ώστε με σωστούς υπολογισμούς να προκύπτει ως οφειλόμενο ποσό για τις εκτελεσθείσες εργασίες το ήδη καταβληθέν ποσό των 15.250 ευρώ.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον όλα τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα περιστατικά δεν συνιστούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια του αυτοτελούς ισχυρισμού, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, καθώς και επίκληση αποδεικτικών μέσων και αξιολόγηση αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, ως και επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, σε τρόπον ώστε να μην στοιχειοθετείται ο από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β’ ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο χωρίς απόδειξη, οδηγήθηκε στον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς τα κρίσιμα ζητήματα των στοιχείων της επιμέτρησης των εκτελεσθεισών εργασιών του επίδικου έργου που πραγματοποίησε ο ενάγων και του κόστους αυτών, σχετικά με το χρωματισμό των 22 θυρών των οικοδομών, καθώς και ως προς τις επικαλούμενες από τον ενάγοντα πρόσθετες εργασίες (σοβατίσματα) και ως προς το ότι οφείλεται στον ενάγοντα για τις εκτελεσθείσες εργασίες το ποσό των 25.250 ευρώ και μετά την καταβολή σ’ αυτόν του ποσού των 14.050 ευρώ να οφείλεται ακόμη στον τελευταίο το ποσό των 11.460,33 ευρώ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τα παραπάνω κρίσιμα ζητήματα από "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης και από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν".

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 § 1). Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης τους από 25-11-2015 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Κ. Π., κατοίκου ..., κατά της 181/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 3693/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ