Greek Supreme Court partially allows appeal against state judgment, ordering interest payment from filing date to April 2019.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the state's appeal against a lower court judgment, overturning the portion regarding interest calculations. The plaintiffs argued for interest from the filing date, while the state contended the timeline was incorrect. The court ruled that the lower court was bound by its own findings on the interest period and ordered the state to pay interest from the lawsuit's filing date until April 2019.
Legislator headnote
AI generatedArticles 11 of the Code of Laws on Public Proceedings and 11(2) of the Code of Organization of Courts and Judicial Service: When a public entity appeals, the appellate court may rule on the merits without remanding the case, provided the lower court's findings on the disputed period are binding.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 704 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 704/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Μαρί Δεργαζαριάν και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Κάντζια, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Λ. του Μ., κατοίκου Λ. Η., 2) Λ. Λ. του Μ., κατοίκου Η., 3) Ε. Λ. του Ι., κατοίκου Λ. Η. και 4) Σ. Λ. του Β., κατοίκου Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παρασκευή Χριστάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-9-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρί Δεργαζαριάν, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10-7-1944 " Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως το εδ. α' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006, ορίζεται ότι "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων. Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών...". Εξάλλου με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 130 του ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚΑ 109) ορίζεται ότι "οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ. αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και, συνεπώς, και της αίτησης αναίρεσης, για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 347/2021, ΑΠ 564/2017, ΑΠ 415/2016).
Με την από 9-9-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 54/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και εν μέρει κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 94/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία κρίθηκε νόμιμη (πλην των αιτημάτων για καταβολή νομίμων τόκων με το ισχύον κοινό επιτόκιο και κήρυξης προσωρινώς εκτελεστής της απόφασης) και έγινε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η από 16-1-2018 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και υποχρεώθηκε το τελευταίο να καταβάλει:
α) ποσό 104.904,80 ευρώ σε έκαστο από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων (ήδη πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων) και β) ποσό 209.809,60 ευρώ σε έκαστο από τους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων (ήδη τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων), με επιτόκιο 6% ετησίως, από την 9-12-2014 μέχρι την παρακατάθεση. Με την πληττόμενη απόφαση εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, μόνον ως προς το κεφάλαιο της τοκοφορίας της αξίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε το ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε έκαστο εξ αυτών τα προαναφερόμενα ποσά, α) με επιτόκιο 6% ετησίως από την 9-12-2014 και μέχρι την 30-4-2019 και β) με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν.4607/2019 από την 1-5-2019 μέχρι την παρακατάθεση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 13-9-2021, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ), από την 16-9-2021, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επιδόθηκε στο ήδη αναιρεσείον στις 4-8- 2021, ήτοι κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, όπως το τελευταίο επικαλείται χωρίς να αμφισβητείται, στην οποία (προθεσμία) δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 4-8-2021 έως 15-9-2021, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.
Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 "Περί Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων" και 11 παρ. 3 του ισχύοντος "Κώδικος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" (ν. 2882/2001), ως ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατ' έφεση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη, τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ' ου η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του, λόγω της δέσμευσης που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.
Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις που οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτρίωσης που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ως μη γενομένη, αν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημίωσης, ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτρίωσης.
Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ' ου η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (ΑΠ 1132/2003).
Επίσης, με την 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ, που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου Επικρατείας (αριθ. 3689/2009), έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ' ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης προθεσμίας του ενάμισι έτους.
Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.
Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, που άρθηκε αυτοδίκαια, λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.
Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδάφ. στ' και ζ' του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί, λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος (27-10-2011) του ν. 4024/2011(ΦΕΚ 226/Τεύχος Α/27-10-2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι την 31-12-2012.
Έτσι, με την επαναφορά σε ισχύ, με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 διάταξης παρεμφερούς του άρθρου 11 παρ. 3 ν.δ. 797/1971, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ν. 212/1975 (ΑΕΔ 26/2010, Ολ.ΣτΕ 922/2014), η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε περιληφθεί, αρχικά, στο ν. 2882/2001, διευκολύνεται η διάσωση της απαλλοτρίωσης και η εκτέλεση έργων δημόσιας ωφέλειας, με την συναίνεση, όμως, των θιγόμενων ιδιοκτητών, προκειμένου να μην πλήττεται το άξιο προστασίας συμφέρον τους (βλ.
σελ. 23 της αιτιολογικής έκθεσης του νόμου 4024/2011), οι οποίοι και μόνο, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση των δεκαοκτώ μηνών, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Πάντως, με τις προεκτεθείσες διατάξεις ενεργοποιείται πλέον η επιβολή περιορισμών στην περιουσία του ενδιαφερομένου για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης ιδιοκτήτη.
Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης επεμβαίνει, αφενός μεν στο ανώτατο ύψος της ήδη καθορισμένης αποζημίωσης, αποκλείοντας στον καθ' ου τη δυνατότητα να ζητήσει τον δικαστικό επανακαθορισμό της σε μεγαλύτερο ύψος με βάση την επίκαιρη αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου του, αφετέρου δε, τους τόκους υπερημερίας που θα οφείλοντο σε περίπτωση έγερσης, εκ μέρους του, καταψηφιστικής αγωγής για την επιδίκαση της αποζημίωσης, με δικαιολογητικό λόγο την επιδίωξη του νομοθέτη να περιοριστεί το πρόσθετο οικονομικό κόστος, εξαιτίας της επανακήρυξης της απαλλοτρίωσης και του καθορισμού αυξημένων, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, τιμών μονάδος, χωρίς να παραβλέπεται και η μείωση του κύρους του Δημοσίου ή άλλων δημοσίων φορέων, υπέρ των οποίων κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και οι οποίοι κατέλαβαν τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, δίχως να πληρώσουν την αποζημίωση, όπως αυτά διατυπώνονται στην ίδια 23η σελίδα της αιτιολογικής αυτής έκθεσης (ΑΠ 275/2016).
Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρύθμισης καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από την δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από την λήξη της προθεσμίας του προηγουμένου εδαφίου πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον, χωρίς άλλο, δεκτό, αλλά υπόκειται στην διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, αποφασίζει επ' αυτού κυριαρχικά (ΑΠ 209/2020).
Η απόφαση της διοίκησης για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, κατ' εφαρμογή της νέας διάταξης, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα, αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου (ΑΠ 1630/2018). Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ. 3α ν. 4024/2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από τον θιγόμενο ιδιοκτήτη δήλωσης για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτρίωσης, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, χωρίς, πάντως, να τίθεται κάποια προθεσμία μέσα στην οποία η διοίκηση θα πρέπει να γνωστοποιήσει την απάντησή της στον αιτούντα, οπότε θα ισχύει η προθεσμία των πενήντα (50) ημερών του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφ.
α' του ν. 2690/1999 (Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) και ε) αν το αίτημα του καθ' ου η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας. Η υποβολή της ως άνω αίτησης στη διοίκηση απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξεως για την άρση της απαλλοτρίωσης, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (Ολ.ΑΠ 7/2007).
Ωστόσο, η προαναφερόμενη αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, με βάση τη γενικευμένη παραδοχή ότι αποβλέπει αποκλειστικά στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η απαλλοτρίωση (που κηρύχθηκε σε βάρος του) επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, εξαιτίας της δέσμευσης της ιδιοκτησίας του, μόνο απ' αυτόν μπορεί να προταθεί, όχι όμως και από εκείνον υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση ή τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης (Ολ.
ΑΠ 12/2018). Κατά συνέπεια, η προθεσμία αυτή (του ενός έτους από την παρέλευση της παραπάνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας) ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρέλευσής της, επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημίωσης από την πιο πάνω αιτία για το δικαιούχο, που όχι μόνο δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της εν λόγω αποζημίωσης που έχει καθοριστεί ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη αυτής (Ολ.
ΑΠ 12/2018, βλ. και Ολ. ΑΠ 7/2007, ΑΠ 209/2020, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 1630/2018, ΑΠ 498/2017, ΑΠ 754/2011).Περαιτέρω, με το άρθρο 131 παρ. 1 του ν. 4070/ 2012 (ΦΕΚ 82/τεύχος Α'/10-4-2012) προστέθηκε η παράγραφος 10 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νόμιμα, κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης.
Στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012 προσδιορίζεται ποίες από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (παρ. 1) και ποίες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 9). Στις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιημένο άρθρο 20 του ν. 2882/2001 (Ολ.
ΑΠ 12/2018, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 1630/2018). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, γι' αυτό, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 810/2020, ΑΠ 209/2020, ΑΠ 1630/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραβίασε: α) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 11 παρ.3 του ν.2882/2001, κρίνοντας ότι δεν εδικαιούτο (το αναιρεσείον) να προβάλλει τον ισχυρισμό, περί αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης, που κηρύχθηκε με την υπ' αριθ. 1150731/5309/Δ0010/23-12-2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, β) τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 10 του ν.2882/2001 κρίνοντας ότι η παράλειψη υποβολής εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων εντός της ενιαύσιας προθεσμίας, ήτοι έως την 28-12-2015, αίτησης για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, μετά την παρέλευση της 18μηνης προθεσμίας για την παρακατάθεση της καθορισθείσας προσωρινής αποζημίωσης, δεν στέρησε από αυτούς (αναιρεσίβλητους) το δικαίωμα άσκησης της ένδικης καταψηφιστικής αγωγής, λόγω μη αναδρομικής ισχύος της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 10 του ν.2882/2001 και γ) τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 10 του ν.2882/2001, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 131 του ν. 4070/2012 σε συνδυασμό με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ιδίου νόμου, κρίνοντας ότι δεν έχει αναδρομική ισχύ.
Το Μονομελές Εφετείο Κέρκυρας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με τη με αριθ. 1150731/53009/Δ0010/23-12- 2011 Κοινή Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Δ' 375/30-12-2011 και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 281 με αύξ.
αριθ. 298 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Η., κηρύχτηκε ... συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κατασκευή του έργου "Ν. Λ. Η. ‘Γ. «Φ., έκτασης συνολικού εμβαδού 12.121,46 τ.μ., που βρίσκεται στο Δήμο Η., Π..Ε.. Θ.... Στην απαλλοτριωθείσα έκταση ...
περιλαμβάνονταν και οι εξής ιδιοκτησίες: α) η με αριθ. Κ.Π. ... ιδιοκτησία, εμβαδού 2.116,67 τ.μ., με φερόμενους ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους) ... και β) η με αριθ. Κ.Π. ... ιδιοκτησία, εμβαδού 1.373,81 τ.μ., με εσφαλμένα φερόμενο ιδιοκτήτη στον κτηματολογικό πίνακα το Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον).
Οι ιδιοκτησίες αυτές με αριθ. Κ.Π. ... και ... ήταν συνεχόμενες και αντιστοιχούσαν σε ένα αγροτεμάχιο, το οποίο ανήκε στη συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή των εναγόντων κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από τους α' και β' από αυτούς και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από τους γ' και δ' από αυτούς ..., που βρίσκεται στη θέση ...
του Δήμου Η.... Το Εφετείο, επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε και τα εξής: α) ότι με την υπ' αριθ. 18/28-6-2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία εκδόθηκε επί των συνεκδιασθεισών από 11-5-2012 (αριθ. κατ. ...) και 3-1- 2013 (αριθ. κατ. ...) αιτήσεων των διαδίκων, διατάχθηκε η διόρθωση του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα και η με αριθ.
Κ.Π. ... ιδιοκτησία, εμβαδού 1.373,81 τ.μ., περιελήφθη στην απαλλοτριούμενη έκταση, ως ανήκουσα στη συγκυριότητα των εναγόντων, κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, καθενός από τους α' και β' και, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, καθενός από τους γ' και δ', β) ότι με τις υπ' αριθ. 18/28-6-2013 και 147/8-12-2014 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας καθορίστηκε προσωρινή και οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης αντιστοίχως, για το σύνολο της απαλλοτριούμενης έκτασης (και των επικειμένων τους) καθώς, επίσης, ότι με την πρώτη (απόφαση) οι ήδη αναιρεσίβλητοι αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης (προσωρινής και μέλλουσας να καθοριστεί οριστικής), γ) ότι με την υπ' αριθ. ...
απόφαση του αναπληρωτή Διευθυντή της Διεύθυνσης Απαλλοτριώσεων και Τοπογραφήσεων (Δ12) του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η οποία μεταγράφηκε νομίμως, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Η., το με αριθ. Κ.Π. ... ακίνητο, προσαρτήθηκε στο με αριθ. Κ.Π. ... ακίνητο και προέκυψε ενιαίο ακίνητο με αριθμό Κ.Π. ..., συνολικού εμβαδού 3.490,48 τ.μ., με φερόμενους ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα τους ήδη αναιρεσίβλητους, δ) ότι καθορίστηκε για το ως άνω (ενιαίο) ακίνητο η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης στο ποσό των 160 ευρώ/τ.μ.
και συνολικώς στο ποσό των 558.476,80 ευρώ για δε τα επικείμενα οι αναφερόμενες για έκαστο τιμές και ε) ότι η συνολική αποζημίωση, η οποία προσδιορίσθηκε οριστικά με την ως άνω απόφαση, για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία με τα επικείμενά της ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 629.428,80 ευρώ, από το οποίο αντιστοιχεί επιμέρους ποσό 104.904,80 ευρώ σε καθέναν από τους α' και β' και ποσό 209.809,60 ευρώ σε καθέναν από τους γ' και δ' των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων).
Το Εφετείο, επίσης, δέχθηκε και τα εξής: α) ότι το αναιρεσείον δεν κατέβαλε στους αναιρεσίβλητους το ποσό της προσωρινώς καθορισθείσης αποζημίωσης, εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης (στις 28-6-2013), της με αριθ. 18/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ήτοι έως την 28-12-2014, ούτε και μέχρι τη συζήτηση της ένδικης από 16-1-2018 αγωγής και ότι στο διάστημα που μεσολάβησε οι ενάγοντες δεν προέβησαν ως την 28-12-2015, δηλαδή εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 11παρ.3 εδ.
γ' του ν.2882/2001 ενιαύσιας προθεσμίας από την παρέλευση του δεκαοκταμήνου, στην υποβολή αίτησης-υπεύθυνης δήλωσης προς την εκδούσα την απαλλοτριωτική πράξη αρχή, δηλαδή προς τους Υφυπουργούς Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή σε αυτούς της δικαστικά καθορισθείσας αποζημίωσης και β) ότι, ωστόσο, η παράλειψή τους αυτή δεν τους στέρησε το δικαίωμα να ασκήσουν την ένδικη αγωγή ...με την αιτιολογία: "καθόσον στην ένδικη περίπτωση δεν εφαρμόζεται αναδρομικά η διάταξη του τροποποιηθέντος με το ν. 4070/2012 άρθρου 20 του ν. 2882/2001, η οποία εφαρμόζεται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις, που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (10-4-2012) και όχι σε εκείνες που είναι εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του, όπως η ένδικη, η οποία κηρύχθηκε στις 23-12-2011, δηλαδή ότι η συγκεκριμένη παράλειψη των εναγόντων ...
δεν ασκεί έννομη επιρροή, με την έννοια ότι η άρση της απαλλοτρίωσης δεν μπορεί να προβληθεί από το εναγόμενο...". Περαιτέρω, το Εφετείο, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "...οι ενάγοντες κατέθεσαν την 16-1-2018 την ένδικη αγωγή τους, επιδιώκοντας την επιδίκαση της καθορισθείσας -υπέρ αυτών, ως δικαιούχων- ανωτέρω αποζημίωσης, για την οποία το εναγόμενο εκθέτει ...
με τον τρίτο και τον τέταρτο λόγο της έφεσής του ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα απέρριψε σιωπηρά τους ισχυρισμούς ότι αφενός μεν έχει γίνει επανέλεγχος από την αρμόδια Υπηρεσία των απαλλοτριώσεων της Β' και της Γ' Φάσης του Ν. Λ. Η. και διαπιστώθηκε ότι οι ενάγοντες έχουν ήδη αποζημιωθεί για την έκταση της ιδιοκτησίας τους που πραγματικά απαλλοτριώθηκε, ενώ, αν λάβουν και την αιτούμενη αποζημίωση, θα αποζημιωθούν για έκταση μεγαλύτερη της πραγματικής ιδιοκτησίας τους, θα πλουτίσουν, δηλαδή, μη νόμιμα σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, αφετέρου δε ότι δεν οφείλει το επιδικασθέν με την εκκαλουμένη ποσό, επειδή στους ενάγοντες έχει ήδη καταβληθεί το ποσό των (2.116,70 τ.μ.
Χ 254,80 =) 539.328 ευρώ, ως ιδιαίτερη αποζημίωση για το ακίνητο με αριθ. Π.Κ. ... της ιδιοκτησίας τους, όπως είχε πριν την προσάρτηση του με αριθ. Π.Κ. ..., στο πλαίσιο της κύριας απαλλοτρίωσης του έργου "Ν. Λ. Η. - Β. Φ., καθόσον είχε κριθεί ότι η ιδιοκτησία αυτή, ως εναπομείνασα μετά την απότμηση του εκεί απαλλοτριωθέντος τμήματος, υπέστη μείωση της αξίας της.
Αναφορικά με τους ανωτέρω λόγους έφεσης ...όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 24-4-2018 προτάσεων που το εναγόμενο είχε καταθέσει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κανένας από τους ανωτέρω ισχυρισμούς δεν προβλήθηκε κατά το χρόνο εκείνον, παρά μόνο στο δικόγραφο της προσθήκης - αντίκρουσης συμπεριλήφθηκε παράγραφος με το εξής κείμενο: "...
Για την επίδικη απαλλοτρίωση αφορώσα την κατασκευή έργων της Γ' φάσης λ. Η. υπεγράφη βεβαίωση αυτοδίκαιης άρσης του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών (ΦΕΚ 170/2017 Τ ΑΑΠ), λόγω επανελέγχου των διοικητικών πράξεων και των δεδομένων της εν λόγω απαλλοτρίωσης και του ορισμού Επιτροπής Πραγματογνωμόνων από την Εισαγγελία Θεσπρωτίας, καθόσον οι αντίδικοι, εάν ελάμβαναν την ζητούμενη αποζημίωση, θα είχαν αποζημιωθεί για έκταση μεγαλύτερη της ιδιοκτησίας τους (ήδη έχουν λάβει ποσό άνω των 500.000€ για συνεχόμενη με την επίδικη έκταση, καθότι τα όρια των δύο απαλλοτριώσεων είναι συνεχόμενα)... ".
Με αυτό το περιεχόμενο, όμως, ο ανωτέρω ισχυρισμός, πέραν του ότι προτάθηκε απαραδέκτως για πρώτη φορά με το δικόγραφο της προσθήκης - αντίκρουσης, παρίσταται παντελώς αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, μη δυνάμενος να εκτιμηθεί ούτε ως ένσταση εξόφλησης, δεδομένου ότι το ενάγον δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένο τρόπο και χρόνο καταβολής ούτε τον λόγο για τον οποίο αυτή τυχόν έλαβε χώρα, αντίθετα στο δικόγραφο των προτάσεών του είχε κάνει εκτενή αναφορά στην -κατ' αυτό- αυτοδίκαιη άρση της επίδικης απαλλοτρίωσης, λόγω ακριβώς της μη καταβολής της ορισθείσας γι' αυτήν αποζημίωσης.
Ήδη με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της ένδικης έφεσής του το εκκαλούν - εναγόμενο επιχειρεί -κατά τα προεκτεθέντα- να συγκεκριμενοποιήσει τον ίδιο ισχυρισμό του, προσδιορίζοντας σε τι συνίσταται η -κατ' αυτό- "εξόφληση" των εναγόντων, πλην όμως, εφόσον αυτός (ισχυρισμός) δεν είχε προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απαραδέκτως επιχειρείται να προβληθεί το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη και είναι - ως εκ τούτου- απορριπτέος, δεδομένου ότι δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις που ρητά και περιοριστικά απαριθούνται στη διάταξη του άρθρ. 527 ΚΠολΔ...
Πέραν τούτων, όμως, πρέπει για λόγους πληρότητας της παρούσας απόφασης να παρατηρηθεί και το ότι, όπως προκύπτει από τα επαναπροσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα και δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο, με τη με αριθ. 1042835/2687/0010/22-4-2008 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Χωροταξίας και Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 170/13-5-2008 τεύχ.
Δ'), κηρύχθηκε για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Ν. Λ. Η. ‘Β. «Φ. αναγκαστική απαλλοτρίωση έκτασης εμβαδού 13.552,58 τ.μ. Μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων περιλαμβανόταν και η ιδιοκτησία με αριθ. Κ.Π. 1 του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα, συνιδιοκτησίας των εναγόντων, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 25/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας.
Με αυτήν καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος σε 490 ευρώ ανά τ.μ., ενώ συγχρόνως για τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου των εναγόντων, εμβαδού 2.116,67 τ.μ., καθορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 52% της αξίας του, καθόσον επί απαλλοτρίωσης ακινήτου η αποζημίωση πρέπει να περιλαμβάνει, πέραν της αξίας του απαλλοτριουμένου τμήματος, και τη ζημία που υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που απομένει γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.
Έτσι, η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης του εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου τους προσδιορίσθηκε σε ποσό [(490 ευρώ Χ52% =) 254,80 ευρώ ανά τ.μ. Χ 2.116,67 τ.μ. =) 539.328 ευρώ, το οποίο και πράγματι καταβλήθηκε από το εναγόμενο, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες. Στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, κηρύχθηκε η ένδικη συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση για την κατασκευή του έργου "Ν.
Λ. Η. ‘Γ. «Φ. και μεταξύ των απαλλοτριουμένων ακινήτων, περιλαμβανόταν και η ιδιοκτησία με αριθ. Κ.Π. ..., εμβαδού 2.116,67 τ.μ., δηλαδή το εναπομείναν εκτός της προηγούμενης απαλλοτρίωσης τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, γεγονός το οποίο, μάλιστα, συνεκτιμήθηκε από το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας στη με αριθ. 147/2014 απόφασή του για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την επίδικη (διάφορη της πρώτης) αναγκαστική απαλλοτρίωση και ορίστηκε αυτή (οριστική τιμή μονάδος) για ακίνητο μη οικοδομήσιμο [βλ. 11° φύλλο αυτής: "... 1) την αριθ. 25/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία για όμορα και συνεχόμενα με τα επίδικα, τα οποία απαλλοτριώθηκαν για την κατασκευή του έργου "Ν.
Λ. Η. ‘Β. «Φ., καθορίσθηκε... Μάλιστα η εκ των επιδίκων ιδιοκτησία με αριθμό Κ.Π. ..., εμβαδού 2.116,67 τ.μ., με φερόμενους ιδιοκτήτες τους Π., Λ., Ε. και Σ. Λ., απετέλεσε εναπομείναν εκτός της ως άνω απαλλοτρίωσης τμήμα μη άρτιο και οικοδομήσιμο της απαλλοτριωθείσας άρτιας και οικοδομήσιμης ιδιοκτησίας για την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης στο ποσό των 490 ευρώ ανά τ.μ.
Επί τη βάσει δε αυτού καθορίσθηκε με την ίδια απόφαση ιδιαίτερη αποζημίωση για το προεκτεθέν εναπομείναν εκτός της απαλλοτρίωσης τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας σε ποσοστό 52% τούτου, και δη στο ποσόν των 254,80 ευρώ (490 Χ 52%)..."]. Από τα ως άνω αναλυτικά εκτιθέμενα προκύπτει, δηλαδή, ότι το ποσό αυτό των 539.328 ευρώ που καταβλήθηκε στους ενάγοντες από το εναγόμενο αφορούσε αποκλειστικά την επιδικασθείσα σε αυτούς ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος του ακινήτου τους, εμβαδού 2.116,67 τ.μ., για την απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την Κ.Υ.Α. 1042835/2687/0010/22-4-2008 για το έργο "Ν.
Λ. Η. ‘Β. «Φ.. Ως εκ τούτου ουδόλως ταυτίζεται ή συμπίπτει κατά ένα μέρος του με εκείνο που επιδικάστηκε μεταγενέστερα σε αυτούς με τη με αριθ. 147/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, το οποίο αφορούσε την αποζημίωσή τους για τη -λόγω της συμπληρωματικής απαλλοτρίωσης- απώλεια από αυτούς της κυριότητάς τους επί του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου τους και του οποίου υπόχρεο σε καταβολή είναι το εναγόμενο, καθόσον, σε διαφορετική περίπτωση, οι ενάγοντες δεν θα λάβουν την "πλήρη αποζημίωση" που δικαιούνται με βάση το άρθρ. 17παρ.2-4 του Συντάγματος...".
Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το παρεπόμενο αίτημα της ένδικης αγωγής για καταβολή τόκων δέχθηκε τα εξής: "...Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούταν να καταβάλει στους ενάγοντες την ... ορισθείσα οριστικά αποζημίωση, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου τους, με επιτόκιο 6% από την 9-12-2014, επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 147/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης, μέχρι την 30-4-2019 και με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρ. 45παρ. 1 του ν. 4607/2019 από την 1-5-2019 μέχρι την παρακατάθεση, και όχι με επιτόκιο 6% για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, όπως εσφαλμένα δέχτηκε η εκκαλουμένη.
Επομένως, πρέπει κατά μερική παραδοχή του πέμπτου λόγου αυτής, να γίνει κατά ένα μέρος της δεκτή η ένδικη έφεση και να εξαφανιστεί μόνο κατά το συγκεκριμένο κεφάλαιο η εκκαλουμένη απόφαση, ακολούθως δε πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί, κατά το μέρος της αυτό, από το παρόν Δικαστήριο και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει το ποσό των 104.904,80 ευρώ σε καθέναν από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων και το ποσό των 209.809, 60 ευρώ σε καθέναν από τους τρίτο και τέταρτο από αυτούς με το νόμιμο τόκο, προσδιοριζόμενο κατά τις ανωτέρω διακρίσεις...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε, εν μέρει κατ' ουσίαν, την από 20-10-2019 έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας (με την οποία, κατά τα προαναφερθέντα, είχε γίνει δεκτή η ένδικη από 16-1-2018 καταψηφιστική αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του Ελληνικού Δημοσίου και υποχρεώθηκε αυτό να καταβάλει :
α) ποσό 104.904,80 ευρώ σε έκαστο από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων (ήδη πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων) και β) ποσό 209.809,60 ευρώ σε έκαστο από τους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων (ήδη τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων), με επιτόκιο 6% ετησίως, από την 9- 12-2014 μέχρι την παρακατάθεση), την οποία και εξαφάνισε, μόνον ως προς το κεφάλαιο της τοκοφορίας της αξίωσης των εναγόντων, στη συνέχεια δε, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς το άνω κεφάλαιο και υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον να καταβάλει σε έκαστο των εναγόντων τα ως άνω επιδικασθέντα ποσά, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και α) με επιτόκιο 6% από την 9-12-2014 και μέχρι την 30-4-2019 και β) με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν.4607/2019 από την 1-5-2019 μέχρι την παρακατάθεση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, α) τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 11 παρ.3 του ν.2882/2001, δεχόμενο ότι δεν παρέχεται δικαίωμα στο υπέρ ου και υπόχρεο προς καταβολή της καθορισθείσης αποζημίωσης αναιρεσείον προβολής ισχυρισμού, περί αυτοδίκαιης άρσης της κηρυχθείσης απαλλοτρίωσης, λόγω μη συντέλεσής της, αλλά μόνον από τους καθ'ών η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων (ήδη αναιρεσίβλητους), β) τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 20 του ν.2882/2001, δεχόμενο ότι η παράλειψη των αναιρεσιβλήτων προς υποβολή εντός της ενιαύσιας προθεσμίας, ήτοι έως την 28-12-2015, αίτησης και υπεύθυνης δήλωσης περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης, μετά την παρέλευση της 1 δμηνης προθεσμίας για την παρακατάθεση της καθορισθείσας προσωρινής αποζημίωσης, δεν στέρησε από τους τελευταίου το δικαίωμα άσκησης της ένδικης καταψηφιστικής αγωγής, λόγω μη αναδρομικής ισχύος της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 10 του ν.2882/2001 και γ) τη διάταξη της παραγράφου 10 του άρθρου 20 του ν.2882/2001, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 131 του ν. 4070/2012, εφαρμοζόμενη αποκλειστικά και μόνον στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του (10-4- 2012), δεχόμενο ότι η εν λόγω διάταξη δεν ετύγχανε εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση, διότι η ένδικη αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρύχθηκε στις 30-12-2011, [δημοσίευση στο ΦΕΚ 375/30-12-2011 (Τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων), της υπ' αριθ. 1150731/5309/Δ0010/23-12-2011 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων] (ήτοι πριν την έναρξη ισχύος, την 10-4-2012, του ως άνω νόμου).
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα του δικαιούμενου να προβάλει την αυτοδίκαιη άρση της μη συντελεσμένης απαλλοτρίωσης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι ουδόλως αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης το δικονομικό απαράδεκτο, που κήρυξε ή δεν κήρυξε το δικάσαν δικαστήριο.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν ουσιαστικό ή δικονομικό δικαίωμα, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Δεν είναι "πράγματα", όμως με την πιο πάνω έννοια, η άρνηση της αγωγής ή ένστασης, αιτιολογημένη ή όχι, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 511/2016). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1068/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο: α) δεν ερεύνησε αν έχει επέλθει άρση της απαλλοτρίωσης (δεύτερος λόγος, πρώτο σκέλος), β) δεν ερεύνησε τον προταθέντα ισχυρισμό, περί μη καταλήψεως του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων (δεύτερος λόγος, δεύτερο σκέλος) και γ) δεν έλαβε υπόψη και απέρριψε σιωπηρά τον τρίτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο προέβαλε ότι έχει γίνει επανέλεγχος από την αρμόδια Υπηρεσία Απαλλοτριώσεων της Β' και Γ' Φ.
του Ν. Λ. Η. και διαπιστώθηκε ότι έχουν ήδη έχουν αποζημιωθεί (σημ. οι αναιρεσίβλητοι) για την έκταση της ιδιοκτησίας τους που πραγματικά απαλλοτριώθηκε, σε περίπτωση δε λήψης και της αιτούμενης αποζημίωσης θα αποζημιωθούν για έκταση μεγαλύτερη της πραγματικής ιδιοκτησίας τους, δηλαδή θα πλουτίσουν μη νομίμως σε βάρος αυτού.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέτασε το ζήτημα της αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης δεχόμενο, κατά τις ήδη εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι "από την εκ μέρους των καθ' ων η απαλλοτρίωση έγερση της ένδικης καταψηφιστικής αγωγής για επιδίκαση της αποζημίωσης συνάγεται σαφώς η βούλησή τους όχι μόνον να μην ασκήσουν το δικαίωμα που θεσπίστηκε για το συμφέρον τους, να καταστήσουν δηλαδή ανίσχυρη την επίδικη απαλλοτρίωση, επικαλούμενοι την αυτοδίκαιη άρση της, αλλά αντίθετα η βούλησή τους να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση της θεωρείται ότι δεν έγινε.
Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, εκ του νόμου δεν τίθεται ως προϋπόθεση η κατάληψη ή μη του απαλλοτριούμενου ακινήτου προκειμένου να είναι παραδεκτή εκ μέρους του καθ'ου η απαλλοτρίωση η δικαστική διεκδίκηση ικανοποίησης της αξίωσής του για καταβολή της αποζημίωσης της οποίας αναγνωρίστηκε δικαιούχος με τελεσίδικη απόφαση.
Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο τρίτος λόγος αναίρεσης, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα με τρίτο λόγο έφεσης ισχυρισμό, (περί αποζημίωσης των αναιρεσιβλήτων για την πραγματικά απαλλοτριωθείσα έκταση της ιδιοκτησίας τους) και τον απέρριψε ως απαράδεκτο, με την προεκτεθείσα αιτιολογία (προβολή με το δικόγραφο της προσθήκης - αντίκρουσης και όχι με τις κατατεθείσες από 24-4-2018 προτάσεις του εναγομένου και λόγω αοριστίας).
Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες και επικουρικές), από τις οποίες η κάθε μία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.
ΑΠ 25/2003, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 478/2021, ΑΠ 753/2020). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την προβληθείσα ένσταση εξόφλησης (κατά το ποσό των 539.328 ευρώ), με την αιτιολογία ότι προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (με τον τέταρτο λόγο έφεσης).
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι, το αναιρεσείον ουδόλως πλήττει με λόγο αναίρεσης τη δεύτερη επάλληλη (επικουρική) αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης (απόρριψη της ένστασης ως ουσία αβάσιμης), και, επομένως, ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτού, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμησή του αναιρετικού αυτού λόγου δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης, το διατακτικό της οποίας πλήρως στηρίζει η μη πληττόμενη ως άνω επικουρική αιτιολογία αυτής, με την οποία ο ανωτέρω λόγος έφεσης απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 4 εδάφ. δ' του Συντάγματος και 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001 που προπαρατέθηκαν, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 346 ΑΚ (που αναφέρεται σε δικονομικούς και όχι σε τόκους υπερημερίας), με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή...
για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας)...", προκύπτει ότι, όταν πρόκειται για αναγκαστική απαλλοτρίωση, από τότε που επιδίδεται στον υπόχρεο σε αποζημίωση η ασκούμενη από τον καθ' ου η αναγκαστική απαλλοτρίωση αγωγή, η οποία έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά από το Εφετείο για την αναγκαστική απαλλοτρίωση, οφείλονται από τον εναγόμενο με την αγωγή αυτή οι προβλεπόμενοι από τις πιο πάνω διατάξεις δικονομικοί τόκοι επί του ποσού που αποτέλεσε αντικείμενο της εν λόγω αγωγής, δηλαδή της αποζημίωσης που από τον προσδιορισμό της από το Εφετείο αποτελεί, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 εδάφ.
δ' του Συντάγματος, την "πλήρη αποζημίωση" για την αναγκαστική απαλλοτρίωση και, συνακόλουθα, την από την αιτία αυτή οφειλή του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι του καθ' ου η απαλλοτρίωση, του οποίου η αξίωση είναι πλέον ληξιπρόθεσμη και απαιτητή (ΑΠ 1630/2018, ΑΠ 975/2010, ΑΠ 1636/2005, ΑΠ 117/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας επί του πέμπτου λόγου έφεσης του εναγομένου εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε, αναφορικά με το παρεπόμενο αίτημα της ένδικης αγωγής, περί καταβολής νομίμων τόκων, τα ακόλουθα: "...Με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν - εναγόμενο ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ...
εσφαλμένα έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμο το παρεπόμενο αίτημα της ένδικης αγωγής των εφεσιβλήτων - εναγόντων, με το οποίο ζητήθηκε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει νόμιμους τόκους με επιτόκιο 6% ετησίως από την επόμενη έκδοσης της με αριθ. 147/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, δηλαδή από την 9-12- 2014, και μέχρι την παρακατάθεση, καθόσον τέτοιοι τόκοι υπερημερίας οφείλονταν από αυτό μόνο από την κοινοποίηση της ένδικης αγωγής στον Υπουργό Οικονομικών (29-1-2018) και εντεύθεν, με επιτόκιο 6% μέχρι την 30-4-2019 και 3% για το μετέπειτα χρονικό διάστημα και μέχρι την παρακατάθεση.
Πλην όμως, ...η αξίωση των καθ' ων η αναγκαστική απαλλοτρίωση - εναγόντων προς αποζημίωση είναι ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από τότε που δημοσιεύτηκε η δικαστική - εφετειακή απόφαση για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης...και, συνεπώς, με την καταψηφιστική αγωγή για επιδίκαση της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά αυτοί δικαιούνται να ζητήσουν και νόμιμους τόκους από το ανωτέρω χρονικό σημείο... ".
Στη συνέχεια, υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες την ορισθείσα με την υπ' αριθ. 147/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας οριστικά αποζημίωση, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου τους, με επιτόκιο 6% από την 9-12-2014 (επομένη της δημοσίευσης της με αριθ. 147/2014 απόφασης), μέχρι την 30-4-2019 (και με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45παρ.1 του ν. 4607/2019 από την 1-5-2019 μέχρι την παρακατάθεση, κεφάλαιο μη πληττόμενο).
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, καθόσον με την καταψηφιστική αυτή αγωγή για επιδίκαση της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά οι καθ' ων η απαλλοτρίωση - ενάγοντες δικαιούνται να ζητήσουν και νόμιμους τόκους από την επίδοσή της (καταψηφιστικής αγωγής), αφού η αξίωσή τους προς αποζημίωση είναι, όπως έχει προεκτεθεί, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από τότε που δημοσιεύτηκε η δικαστική - εφετειακή απόφαση για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης.
Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο πέμπτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, επιδίκασε τόκους από 9-12- 2014 (αντί από την επομένη της επίδοσης της ένδικης από 16-1-2018 καταψηφιστικής αγωγής).
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως τόκων επί των επιδικασθέντων αμετάκλητα με αυτήν προεκτεθέντων ποσών και επιτόκιο, για το από 9-12-2014 έως 30-4-2019 χρονικό διάστημα, καθώς και κατά τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτό την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1101/2019, ΑΠ 1287/2018).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ειδικότερα, ενόψει του ότι το (επικουρικό) αίτημα των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής είναι βάσιμο, το δε Εφετείο, με την παραπομπή της υπόθεσης σ' αυτό, δεσμεύεται από την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το χρονικό διάστημα της τοκοφορίας της αξίωσης, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης, με βάση την έκταση της αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτής, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί, μόνον κατά το μέρος αυτό, η από 16-1-2018 και με αριθ. κατ.21/18-1-2018 αγωγή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τόκους επί των αμετακλήτως επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσών και καθορισθέν επιτόκιο [των εκατόν τεσσάρων χιλιάδων εννιακοσίων τεσσάρων ευρώ και ογδόντα λεπτών (104.904,80€) σε καθέναν από τους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων και το ποσό των διακοσίων εννιά χιλιάδων οκτακοσίων εννιά ευρώ και εξήντα λεπτών (209.809,60€) ευρώ σε καθέναν από τους τρίτο και τέταρτο των εναγόντων] με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, με επιτόκιο 6% ετησίως] από την επίδοση της (από 16-1-2018) αγωγής μέχρι την 30-4-2019.
Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των ηττηθέντων αναιρεσίβλητων (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 2 εδάφ. β' ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, εν μέρει, τη με αριθμό 54/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, κατά το μέρος που επιδίκασε στους ενάγοντες τόκους επί των επιδικασθέντων ποσών και καθορισθέν επιτόκιο για το από 9-12-2014 μέχρι την 30- 4-2019, χρονικό διάστημα.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την από 20-10-2019 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 94/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Εξαφανίζει, εν μέρει, τη με αριθμό 54/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας και δη κατά το μέρος που, κατά την ως άνω διάταξη, αναιρείται.
Δικάζει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Δέχεται αυτή εν μέρει.
Υποχρεώνει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα επιδικασθέντα με την υπ' αριθ. 54/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας χρηματικά ποσά και το καθορισθέν επιτόκιο 6% ετησίως, από της επιδόσεως της από 16-1-2018 (με αριθ. κατ.21/18-1-2018) καταψηφιστικής αγωγής μέχρι την 30-4-2019.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσης δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ