Legislator Case Law & Legislation
673/2020 AI generated

Supreme Court allows partial appeal, remands case to lower court to award interest on principal sum.

Case Number 673/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment from the Thessaloniki Court of Appeal. The lower court had previously accepted the plaintiff's claim while the defendant was absent, and the Supreme Court found no legal ground for the lower court to retry the case on the merits. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal to issue a final judgment ordering the defendant to pay interest on the principal amount awarded in the lower instance.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(a) and 564(3) of the Code of Civil Procedure; When an appeal leaves no procedural ground for the lower court to retry the case, the Supreme Court may issue a final judgment directly without remitting the case for a new trial.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural grounds interest on principal remand for judgment finality of judgment civil procedure absence of defendant

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 22(2) of Law 3693/1957
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 673 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 673/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΗΜΟΥ ..." και τον διακριτικό τίτλο "...." που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μακρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", λυθείσας και τελούσας υπό εκκαθάριση, που έδρευε στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Βασιλειάδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4345/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 1907/2014 μη οριστική και 363/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/7/2016 αίτησή του και τους από 28/8/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον από 28-8-2017 πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο οποίος ασκήθηκε παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 7-9-2017, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα αρχικά ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης (16-10-2017), προσβάλλεται η 363/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν έγινε δεκτή και κατ' ουσία η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 4345/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, είχε δεχθεί ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την από 11-3-2004 αγωγή αυτής, δικάζοντας δε ακολούθως το Εφετείο την αγωγή δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, πρέπει δε να συνεκδικαστούν μεταξύ τους λόγω της συνάφειας αυτών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για το ορισμένο του πιο πάνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, α) ποιά είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, να προσδιορίζεται δε το περιεχόμενό τους, β) ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που δεν το επιτρέπει ο νόμος και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 702/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2112/2007, ΑΠ 1588/2007).

Τούτο διότι, για την ίδρυση του λόγου αυτού, πρέπει να μπορεί να κριθεί ότι το αποδεικτικό μέσο το οποίο λήφθηκε υπόψη μολονότι δεν το επιτρέπει ο νόμος, είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη κρίσιμων γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό ουσιώδη και λυσιτελή για την έκβαση της δίκης, δηλαδή ισχυρισμό που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1982, ΑΠ 1126/2015, ΑΠ 1850/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη της αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και συγκεκριμένα τους προσκομισθέντες με επίκληση από την αναιρεσίβλητη ισολογισμούς των ετών 2000-2002, που δεν αποτελούν έγγραφο, καθόσον δεν συντάχθηκαν και δεν υπογράφηκαν, όπως απαιτείται από το νόμο, ήτοι από το λογιστή και τον Πρόεδρο του Δ.Σ.

της ίδιας, ούτε εγκρίθηκαν από το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αγίου Παύλου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 223 του π.δ. 410/1995, αλλά τούτους συνέταξε παράνομα η αναιρεσίβλητη, και στερούνται αποδεικτικής δύναμης. Ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ούτε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, τουλάχιστον κατά το κρίσιμο μέρος τους, ούτε ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί οι ισολογισμοί αυτοί υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν πράγματι αυτά τα έγγραφα ήταν χρήσιμα για την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών ουσιώδους ισχυρισμού και λυσιτελούς που επέδρασε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε εκτίθεται πως επέδρασε το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών στο σχηματισμό του πορίσματος του Εφετείου.

Το άρθρο 64 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ ορίζει, ότι τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί. Η παράσταση στο δικαστήριο του νομικού προσώπου δια του νομίμου εκπροσώπου του αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, η έλλειψη της οποίας, ερευνώμενη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας κατά πάσα στάση της δίκης, καθιστά απορριπτέα ως απαράδεκτη τη διαδικαστική πράξη (ΑΠ 430/2008, ΑΠ 269/2003, ΑΠ 129/2002).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 741, 766, 767, 777 - 783 ΑΚ, 18 και 20 ΕμπΝ, συνάγεται, ότι η λύση προσωπικής εμπορικής εταιρείας, όπως είναι και η ομόρρυθμη εταιρεία, αορίστου, αλλά και ορισμένου χρόνου, δεν θίγει την ικανότητα της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της έννομης σχέσης της δίκης.

Μετά τη λύση της ακολουθεί υποχρεωτικά και αυτοδίκαια το στάδιο της εκκαθάρισης, και η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες της και προς το σκοπό της εκκαθάρισης (ΑΠ 750/1995). Από τη λύση της, παύει η εξουσία των διαχειριστών εταίρων και αρχίζει η εξουσία των εκκαθαριστών (ΑΠ 1648/2014, ΑΠ 1417/2012, ΑΠ 206/2010).

Εκκαθαριστές, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο, είναι οι ίδιοι οι εταίροι, οι οποίοι, εάν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ενεργούν από κοινού, και έχουν εφεξής την εξουσία εκπροσώπησης δικαστικώς και εξωδίκως της εταιρίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 εδ.

α' ΚΠολΔ, παρίσταται με αυτούς στο δικαστήριο (ΑΠ 989/2014, ΑΠ 1749/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος, αυτός δεν ιδρύεται, όταν παραβιαστούν κανόνες δικονομικού δικαίου, δηλαδή κανόνες που καθορίζουν τη διαδικασία, τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 1687/2013, ΑΠ 739/2013, ΑΠ 1186/2012, ΑΠ 608/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά την δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στην δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο. Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 2084/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκτίμηση του λόγου αυτού, διότι δεν έκρινε απαράδεκτη την παράσταση της αναιρεσίβλητης, στη δίκη ενώπιόν του, μολονότι δεν προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία, τελούσα υπό εκκαθάριση, εκπροσωπήθηκε στη δίκη δια των δύο μοναδικών προ της λύσεώς της ομόρρυθμων μελών, υπό την ιδιότητά τους ως εκκαθαριστών αυτής.

Συνεπώς, προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι εκ του αρ. 1 που αναγράφει το αναιρεσείον). Όμως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό που στηρίζει το λόγο, είχε προτείνει στο δικαστήριο της ουσίας. Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.

α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συντάσσεται κάτω απ' αυτό έκθεση.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφαση που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν.

Αντίθετα πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν, είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιοριστεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητά κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 2060/2013, ΑΠ 684/2013).

Ως αναγκαίως δε συνεχόμενα κεφάλαια θεωρούνται και τα κεφάλαια με τα οποία επιδικάζονται κεφάλαιο και τόκοι επί αυτού, αφού αξίωση προς καταβολή τόκων δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αξίωση προς καταβολή κεφαλαίου (ΑΠ 1699/1991, ΑΠ 1563/1990). Εξάλλου, στη διάταξη του άρθρου 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με το άρθρο 109 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ, ορίζεται ότι, "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου.

Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Ανάλογη ρύθμιση θεσπίζει και η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.". Επιπλέον, στη διάταξη του άρθρου 276 του "Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ν. 3463/2006), ορίζεται, εκτός άλλων, και το εξής: "1. Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,...., οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο, τέλος, δικαστικό ένσημο και εισφορά υπέρ οποιουδήποτε ταμείου ...και από κάθε δικαστικό τέλος στις δίκες τους...

Επίσης, έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο. Απαλλαγές που προβλέπονται υπέρ του Δημοσίου από το παράβολο για άσκηση ένδικων μέσων, για την εισφορά υπέρ του ταμείου χρηματοδότησης δικαστικών κτιρίων, για το δικαστικό ένσημο αντιγράφων..

ισχύουν και για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και λοιπά νομικά πρόσωπα... 2. ... 3. Ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής των Ο.Τ.Α. ανέρχεται στο ποσοστό που ορίζεται για τις αντίστοιχες οφειλές του Δημοσίου". Επομένως, ο νόμιμος καθώς και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή των Ο.Τ.Α.

και των λοιπών αναφερόμενων στις άνω διατάξεις νομικών προσώπων αυτών, ιδρυμάτων τους και κοινωφελών επιχειρήσεων ορίζεται σε 6% ετησίως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003).

Με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998).

Οι προπαρατεθείσες διατάξεις, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη κάθε Κράτους από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που λειτουργούν με τη μορφή αυτή, τα οποία από τη φύση και το καταστατικό τους ή το νόμο, έχουν αποστολή και έργο να εξυπηρετούν, αδιακρίτως, τους πολίτες με την παροχή των υπηρεσιών τους και στων οποίων την περιουσία και την οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες, με την καταβολή φόρων.

Συνεπώς, η ρύθμιση του άρθρου 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", εντεύθεν δε και η διάταξη του άρθρου 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που προσδιορίζουν τον τόκο υπερημερίας που πρέπει να καταβάλουν για τις οφειλές τους το Δημόσιο και οι Ο.Τ.Α. σε 6% ετησίως, θεσπισθείσες για λόγους δημόσιου συμφέροντος, συνδεόμενους με την εκπλήρωση των σκοπών των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ.

ΑΕΔ 25/2012, ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 2/2014, ΑΠ 157/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου του Δήμου Νεάπολης Συκεών να της καταβάλει από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και την καταγγελία αυτής, τα αναφερόμενα αναλυτικά χρηματικά ποσά για τις συγκεκριμένες αιτίες, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 4345/2008 απόφαση, αφού δίκασε ερήμην του αναιρεσείοντος, δέχθηκε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε έφεση και το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε αυτήν ως βάσιμη και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 131.035,47 ευρώ, το οποίο υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Το αναιρεσείον με τον πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, επικαλούμενο πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 του δ/τος της 26.6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, διότι το υποχρέωσε να καταβάλει το επιδικασθέν ποσό με το νόμιμο τόκο που ισχύει για όλους τους διαδίκους, ενώ έπρεπε να υποχρεώσει τούτο να καταβάλει τόκο με επιτόκιο 6% ετησίως, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές.

Με τις παραπάνω παραδοχές η αναιρεσιβαλλόμενη παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 "Κώδικα νόμων δικών του Δημοσίου" και 276 παρ. 3 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και επιδίκασε το προαναφερόμενο ποσό υπέρ της αναιρεσίβλητης και σε βάρος του αναιρεσείοντος με το νόμιμο τόκο και όχι με 6% από την επίδοση της αγωγής.

Τούτο διότι, ενόψει της μη αντιθέσεως των διατάξεων αυτών στη συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ.1 και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το αναιρεσείον, ως κοινωφελούς χαρακτήρα δημοτική επιχείρηση του Δήμου Νεάπολης Συκεών, για τις οφειλές της επιβαρύνεται με τόκο 6% ετησίως και όχι με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.

Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται σχετική, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, παραδεκτά προβαλλόμενος, αφού στηρίζεται σε σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ), είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή αυτού του πρόσθετου λόγου της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδίκασης τόκων υπερημερίας, επί του συνολικά επιδικασθέντος αμετάκλητα με αυτήν ποσού, με το νόμιμο τόκο που ισχύει για όλους τους άλλους διαδίκους, αλλά και κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.

Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1846/2017, ΑΠ 1620/2014) .

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ειδικότερα, ενόψει του ότι το αίτημα της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής είναι βάσιμο, το δε Εφετείο με την παραπομπή της υπόθεσης σ' αυτό δεσμεύεται από την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το ύψος του τόκου, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης.

Κατ' ακολουθία, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτής, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η από 11-3-2004 αγωγή κατά το μέρος αυτό και να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Υπηρεσιών Δήμου Νεάπολης Συκεών" να καταβάλει στην ενάγουσα τόκους επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των εκατόν τριάντα μίας χιλιάδων τριάντα πέντε ευρών και σαράντα επτά λεπτών (131.035,47 ευρώ) για το χρονικό διάστημα μετά την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, με επιτόκιο 6% ετησίως.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της μερικής νίκης και ήττας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 3693/1957, αλλά και του άρθρου 179 ΚΠολΔ, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 363/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 11-3-2004 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος.

Δέχεται αυτήν εν μέρει. Υποχρεώνει το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Υπηρεσιών Δήμου Νεάπολης Συκεών" να καταβάλει στην ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.", η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, τόκους επί του επιδικασθέντος αμετάκλητα με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσού των εκατόν τριάντα μίας χιλιάδων τριάντα πέντε ευρών και σαράντα επτά λεπτών (131.035,47 ευρώ) για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, με επιτόκιο 6% ετησίως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ