Legislator Case Law & Legislation
702/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that expropriation caused no benefit to adjacent property owners.

Case Number 702/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a First Instance Court ruling that expropriation provided no benefit to adjacent landowners. The lower court found the remaining property lacked the required 4,000 square meters of buildable area, violating the presumption of benefit under Article 1 of Law 653/1977. The Court rejected the State's argument that the appeal was inadmissible because the First Instance Court correctly applied the statutory criteria for assessing property utility and buildability.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 3, and 4 of Law 653/1977; Article 33 of Law 2971/2001: The presumption of benefit for adjacent properties is rebuttable if the expropriation renders the remaining land unbuildable or significantly reduces its utility, as determined by the First Instance Court's assessment of the specific facts.

Keywords

AI generated
expropriation benefit presumption adjacent property rights buildable area requirement rebuttable presumption of benefit State compensation liability property utility assessment inadmissible appeal grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 1, paragraphs 1, 3 and 4 of Law 653/1977
Article 62, paragraphs 9 and 10 of Law 947/1979
Article 1, paragraph 1 of the First (Supplementary) Protocol to the ECHR
Article 28, paragraph 1 of the Constitution
Article 33 of Law 2971/2001
Article 1, paragraph 1 of the Presidential Decree of 24/31-5-1985
Article 10, paragraph 1 of Law 3212/2003
Article 33, paragraph 4 of Law 2971/2001
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957
Articles 5, paragraph 12 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 702 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 702/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Ρ. του Β. και 2) Π. Ρ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2005 αίτηση του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 (Μη συνδρομή Τεκμηρίου Ωφελείας) των ήδη αναιρεσιβλήτων (μετά την έκδοση της 326/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας.

Εκδόθηκε η 146/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-11-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 13-5-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 146/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α’ του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977, κατ’ άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ. 7/2013, 11/ 2004 και 10/ 2004).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/ 2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.

α’ του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 423/2016, ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α’ 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/ 1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος που αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, αν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή της απόφασης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός. Μετά τη λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται, προκειμένου να εξεταστεί από τριμελή (διοικητική) επιτροπή, αποτελούμενη από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου πρόσωπα.

Η επιτροπή αυτή, μέσα σε προθεσμία, το αργότερο, τριών μηνών από τότε που της διαβιβάστηκε η αίτηση, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για τη βασιμότητα της αίτησης. Ακολούθως, η αίτηση μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο πιο πάνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για το αν υπάρχει ή όχι ωφέλεια από το έργο στο τμήμα του ακινήτου που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση.

Κατά της απόφασης του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας (ΑΠ 1363/2015, ΑΠ 34/2015).

Οι προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αν ληφθεί υπόψη το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει τη μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και έχουν εφαρμογή, όπως προεκτέθηκε, και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (ΑΠ 1258/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ. 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη 146/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε επί της από 20-12-2005 αιτήσεως, κατ’ άρθρ. 33 του ν. 2971/2001, των αναιρεσιβλήτων, την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή δέχθηκε την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας της εδαφικής έκτασης που απέμεινε μετά την αναφερόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση του ...

ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, διαλαμβάνοντας, όμως, ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι δεν αποσαφηνίζει, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στο αναιρετήριο: "α) ...πρωτίστως, εάν, πριν την απαλλοτρίωση, το επίδικο ακίνητο είχε άμεση πρόσβαση στην Εθνική Οδό ή σε οποιαδήποτε οδό, αφού η ύπαρξη πρόσοψης (η οποία... δεν ανατρέπει το τεκμήριο ωφέλειας) δεν συνεπάγεται αυτομάτως και δυνατότητα πρόσβασης στην Εθνική Οδό και β) εάν, αν το εναπομείναν τμήμα της ιδιοκτησίας με αρ. ..., η οποία, μετά την απαλλοτρίωση, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, δεν είναι άρτια και οικοδομήσιμη, έχει, μετά την απαλλοτρίωση, πρόσωπο σε οδό και ποία, ούτε ποίο είναι αυτό, ούτε το βάθος, ούτε κατά ποίον χρόνο υφίσταντο, δεδομένου ότι μόνον η αναφορά του εμβαδού του εναπομείναντος τμήματος δεν αρκεί ώστε να του προσδώσει την ιδιότητα του μη αρτίου και του μη οικοδομησίμου...".

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα αυτό, παρά μόνο ορισμένες αποσπασματικές και επιλεκτικές φράσεις από το σύνολο των παραδοχών, στις οποίες το αναιρεσείον στηρίζει, σύμφωνα με τις αιτιάσεις του λόγου τούτου, την ανεπάρκεια, κατά την άποψή του, των αιτιολογιών (ΑΠ 1069/2015, ΑΠ 1474/2011).

Εν πάση, όμως, περιπτώσει, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι α) κατά την οικεία παραδοχή, το απαλλοτριωμένο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων είχε και πριν από την απαλλοτρίωση πρόσοψη στην εθνική οδό Λαμίας - Θεσσαλονίκης (6η σελίδα της απόφασης), ενώ ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ως προς το αν το ακίνητο αυτό είχε τότε "άμεση πρόσβαση" στην εν λόγω εθνική οδό και όχι απλώς πρόσοψη, είναι αλυσιτελής, διότι η υπόψη απαλλοτρίωση αφορά, κατά τη σχετική παραδοχή, χωρίς, άλλωστε, τούτο να αμφισβητείται από το αναιρεσείον, "βελτίωση - διαπλάτυνση του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ στο τμήμα Λαμία - Ράχες" και, άρα, ως αυτοκινητόδρομος ("κλειστός"), σύμφωνα και με το άρθρο 2 ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), δεν εξυπηρετεί τις ιδιοκτησίες που συνορεύουν με αυτόν και δεν διασταυρώνεται ισόπεδα με άλλη οδό, μονοπάτι, σιδηροδρομική ή τροχιοδρομική γραμμή, ούτε, βέβαια, η κατάσταση αυτή άλλαξε μετά την επίδικη απαλλοτρίωση και β) το Εφετείο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κριτήριο της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας, οι οποίες στηρίζουν, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, οι οποίες, όπως έχει προαναφερθεί, είναι εφαρμοστέες για την κρίση, σχετικά με την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ακινήτου και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, με κριτήρια, καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας αυτού, που αφορούν, κυρίως, τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και της διαπλατυνόμενης με αυτή εθνικής οδού στην αρτιότητα και στην οικοδομησιμότητα του παραπάνω τμήματος της απαλλοτριωμένης ιδιοκτησίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι η απαλλοτριωμένη επίδικη ιδιοκτησία δεν αποκόμισε καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη βελτίωση - διαπλάτυνση της πιο πάνω εθνικής οδού και ότι δεν υφίσταται γι’ αυτήν τεκμήριο ωφέλειας από την απαλλοτρίωση και τη διαπλάτυνση της εν λόγω οδού, κατ’ ανατροπή του μαχητού πλέον, όπως έχει προεκτεθεί, τεκμηρίου ωφέλειας, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει το αναιρεσείον.

Η αιτίαση αυτού, όπως προπαρατέθηκε υπό στοιχ. β’ , ότι, κατ’ εκτίμηση του αναιρετηρίου, παραβιάστηκαν, εκ πλαγίου, οι διατάξεις του προεδρικού διατάγματος της 24/31-5-1985 (που, πάντως, δεν μνημονεύεται), με το οποίο ορίζονται οι όροι και προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό ενός ακινήτου ως "εκτός σχεδίου" ή ως κατά παρέκκλιση άρτιου και οικοδομήσιμου, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτη, αφού το Εφετείο δέχεται, για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, ένα από τα προβλεπόμενα στη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 ν. 2971/ 2001 κριτήρια (δηλαδή της αρτιότητας και οικοδομησιμότητας) και, συγκεκριμένα, ότι το τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων (αρχικού εμβαδού 4.277,64 τετραγωνικών μέτρων, από το οποίο απαλλοτριώθηκαν 495,59 τετρ.

μέτρα) που απέμεινε από την αναγκαστική απαλλοτρίωση, εμβαδού 3.782,05 τετρ. μέτρων, δεν είναι πλέον άρτιο και οικοδομήσιμο "λόγω της απώλειας της ελάχιστης εκτάσεως αρτιότητας των 4.000 τετρ. μέτρων", σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. α’ του πιο πάνω π.δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 ν. 3212/2003, έστω και αν το Εφετείο δεν παρέθεσε στην πληττόμενη απόφασή του τη διάταξη αυτή, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται επιπλέον περιστατικά.

Εξάλλου και το αναιρεσείον δεν είχε επικαλεστεί στη δίκη του Εφετείου τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του π.δ/τος της 24/31-5-1985. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της ...8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Νοεμβρίου 2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ...-11-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 146/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ