Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's rejection of notice of objection by non-borrower. The court ruled the appeal was inadmissible due to the appellant's failure to appear at the hearing despite valid summons.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision, which had rejected the appellant's notice of objection. The appellant argued that as a lender in a forced auction, they were entitled to file the objection, but the lower court held that only the borrower or the borrower's guarantors could exercise this right. The court upheld the lower court's ruling, noting that the appellant failed to appear at the scheduled hearing despite receiving a valid summons, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 933, 992, 1017 of the Code of Civil Procedure; The notice of objection under Article 933 of the Code of Civil Procedure is not admissible when filed by a lender who is not a borrower or a guarantor of the borrower.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 6 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 6/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπιμπλή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Συκαρά, που ανακάλεσε την από 14/11/2014 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, συμπαραστάθηκε στο ακροατήριο με τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Τσενέ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ο. Κ. του Ά., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/11/2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5893/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/3/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 3/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5/3/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 5893/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚπολΔ αν ο διάδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα με αριθμό 851/Γ/24-4-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ν. Ν., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη προσδιορισμού για την ανωτέρω δικάσιμο (17-11-2014) και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε. Επομένως, πρέπει παρά την παρουσία του να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω κατά τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1017 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού πράγματος κινητού ή ακινήτου υπάρχει ευθύνη για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος μόνο εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνο αν αυτός γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται ευθύνη και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί κάθε δικαίωμα τρίτου, το οποίο βαρύνει το πράγμα και μπορεί να προβληθεί και εναντίον του υπερθεματιστή, εμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος και την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από αυτήν. (ΑΠ 580/2006), αφού με τον πλειστηριασμό δεν εξαλείφονται τα δικαιώματα των τρίτων στο πράγμα, αλλά παραμένουν και ο υπερθεματιστής αποκτά κατά το άρθρο 1005 ΚΠολΔ το δικαίωμα μόνο στην έκταση που το είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Συνεπώς ο υπερθεματιστής, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε εντούτοις το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον καθ' ού η εκτέλεση ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες, δικαιούται αφενός μεν να στραφεί εναντίον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και να ασκήσει κατ' αυτού, εφόσον, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ο ίδιος μεν αγνοούσε, εκείνος όμως γνώριζε και όχι απλώς αγνοούσε, έστω από υπαιτιότητά του, την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος (Ολ.
ΑΠ 1177/1984, ΑΠ 470/2013), όσα δικαιώματα του παρέχονται από τις διατάξεις των άρθρων 514-516, 380, 382 του ΑΚ, που ρυθμίζουν την ευθύνη του πωλητή για νομικά ελαττώματα του πωλούμενου πράγματος (ΑΠ 1313/2009), αφού ο πλειστηριαμός είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, ενεργούμενη υπό το κύρος της αρχής και τελειούμενη με την κατακύρωση (ολ.
ΑΠ 12/2008, ΑΠ 866/2004, 1022/2009, 1036/2009), αφετέρου δε να ασκήσει τις αξιώσεις του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εναντίον όποιου ενέχεται προς απόδοσή του κατά τις διατάξεις των άρθρων 904-913 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες προϋπόθεση για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου.
Στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 2266/2013).
Ειδικότερα ο υπερθεματιστής δικαιούται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 380 ΑΚ, στην οποία παραπέμπει το άρθρο 382 του ίδιου κώδικα, να θεωρήσει, σε περίπτωση νομικού ελαττώματος του πράγματος, ότι έχει απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του πλειστηριάσματος και με βάση τη διάταξη του άρθρου 389 παρ. 2 του ίδιου επίσης Κώδικα να αρνηθεί την καταβολή του και να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν το έχει ήδη καταβάλει (ΑΠ 872/1973, 453/2006), χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο να επιδιώξει προηγουμένως την ακύρωση του πλειστηριασμού, εφόσον γίνει δεκτή η άποψη ότι δικαιούται να ζητήσει για την αιτία αυτή την ακύρωσή του.
Έτσι αν έχει ήδη γίνει η διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές, υπόχρεοι να επιστρέψουν στον υπερθεματιστή το πλειστηρίασμα που κατέβαλε αυτός για πράγμα βαρυνόμενο με νομικό ελάττωμα, δεν είναι οι δανειστές, αφού αυτοί εισέπραξαν μεν από το πλειστηρίασμα εν όλω ή εν μέρει τις απαιτήσεις τους κατά του καθ'ού η εκτέλεση, με αντίστοιχη όμως απόσβεση των απαιτήσεών τους (αρθρ. 416, 417 ΑΚ) και συνεπώς υπό την έννοια αυτή δεν κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του επισπεύδοντος, όπως αντίθετα έγινε ο καθ'ού η εκτέλεση, αφού με τη διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές του και την απόσβεση έκτοτε εν όλω ή εν μέρει των εναντίον του απαιτήσεών τους απαλλάχθηκε αντίστοιχα του χρέους του προς αυτούς, έναντι όμως ανύπαρκτου ή κατώτερου από μέρους του ανταλλάγματος, γι' αυτό ο ίδιος και όχι οι δανειστές του νομιμοποιείται παθητικά στην ασκούμενη από τον υπερθεματιστή αγωγή επιστροφής του πλειστηριάσματος (ΑΠ 1523/2006, ΑΠ 110/1982).
Ο καθ'ού η εκτέλεση νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενος και όταν δεν έχει συνταχθεί ακόμη πίνακας κατάταξης δανειστών ή οι δανειστές δεν έχουν εισπράξει ακόμη τις απαιτήσεις τους από το πλειστηρίασμα, αφού, κατά την ορθότερη και κρατούσα γνώμη, με την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή στο συμβολαιογράφο που διενήργησε τον πλειστηριασμό, αυτό αποτελεί έκτοτε στοιχείο της περιουσίας του καθ'ού η εκτέλεση και η απόφαση που τον υποχρεώνει να το επιστρέψει στον υπερθεματιστή ισχύει και μπορεί κατά τα άρθρα 325 αρ. 3 και 919 αριθμ. 1 ΚΠολΔ να εκτελεστεί και κατά του συμβολαιογράφου, που κατέχει το πλειστηρίασμα για λογαριασμό του καθ'ού η εκτέλεση ως θεματοφύλακας.
Με δεδομένο, ωστόσο, ότι με την οριστική κατάταξη των δανειστών στο σχετικό πίνακα αυτοί αποκτούν κατά του συμβολαιογράφου του πλειστηριασμού και κατ' επέκταση και κατά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να καταθέσει κατά το άρθρο 965 παρ. 4 ΚπολΔ το πλειστηρίασμα, ενοχική αξίωση προς απόδοση σ' αυτούς του μέρους του πλεστηριάσματος, στο οποίο οι ίδιοι κατατάχθηκαν.
Ορθά επίσης υποστηρίζεται ότι αυτοί γίνονται κατά την εν λόγω αξίωση και μέχρι την είσπραξη της, οπότε τότε μόνον αποσβήνεται η αντίστοιχη απαίτησή τους κατά του καθού η εκτέλεση, αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του επισπεύδοντος και δικαιούται, συνεπώς, αυτός να στραφεί και εναντίον τους και να ζητήσει να του εκχωρήσουν την ως άνω αξίωσή τους με καταδίκη τους σε σχετική δήλωση βουλήσεως κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση ο υπερθεματιστής έχει μεν έννομο συμφέρον, επικαλούμενος την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο πράγμα που πλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε σ'αυτόν, να ζητήσει, στρεφόμενος κατά του καθού η εκτέλεση, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του τελευταίου να του επιστρέψει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος που αδικαιολόγητα, λόγω του νομικού ελαττώματος, κατέβαλε, δεν δικαιούται, όμως στρεφόμενος κατά των δανειστών που κατατάχθηκαν στο σχετικό πίνακα, να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα είσπραξης του πλειστηριάσματος για το οποίο κατατάχθηκαν, ενόσω δεν έχει ακόμη εκχωρηθεί η αξίωσή τους σ' αυτόν.
Αντίστοιχα δεν δικαιούται να ζητήσει με την ανακοπή του αρθρ. 583 Κ.Πολ.Δ την ακύρωση του πίνακα κατάταξης των δανειστών, χωρίς να έχει ήδη ακυρωθεί ο πλειστηριασμός ή να ζητείται παράλληλα η ακύρωσή του, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των αρθρ. 970, 971, 974-980 ΚΠολΔ, ο συμβολαιογράφος δεν δικαιούται, για όσο εξακολουθεί να είναι σε ισχύ ο πλειστηριασμός, να παρακρατήσει και να μην διανείμει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος, με σκοπό να επιστραφεί αυτό ακολούθως στον υπερθεματιστή, εφόσον αυτός με την ανακοπή του δεν το διεκδικεί συγχρόνως από τον καθού η εκτέλεση ως αχρεωστήτως καταβληθέν ή δεν έχει ήδη βεβαιωθεί τελεσίδικα η σχετική αξίωσή του, οπότε και χωρίς τυπική ακύρωση ο πίνακας είναι έκτοτε ανενεργός.
Όμως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν αποκλείεται και η αδικοπρακτική ευθύνη του επισπεύδοντος ή τρίτου εφόσον συντρέχουν σχετικά οι όροι των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ(ΑΠ 1022/2009, ΑΠ470/2013). Εξάλλου από το περιεχόμενο του άρθρου 933 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ συνάγεται ότι σε άσκηση ανακοπής με αντιρρήσεις νομιμοποιούνται τα αναφερόμενα σ' αυτή περιοριστικώς πρόσωπα, δηλαδή εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστής που έχει έννομο συμφέρον.
Ο υπερθεματιστής δεν δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά του πλειστηριασμού, από τον οποίο έχει δικαίωμα, σύμφωνα με την ορθότερη και κρατούσα νομολογιακά άποψη. Και τούτο διότι η ανακοπή του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση λόγους, που αναφέρονται στα ελαττώματα της απαίτησης, για την οποία έγινε η εκτέλεση, την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου και των διαδικαστικών πράξεων της εκτέλεσης.
Ο πλειστηριασμός, που έγινε σε αντικείμενο, που έχει νομικά ελαττώματα δεν πάσχει δικονομικά, αλλά δεν υπάρχει η δυνατότητα μεταβιβάσεως του αντικειμένου που κατασχέθηκε. Καταβάλλεται θεωρητικώς προσπάθεια για λόγους τελολογικούς και προστασίας του υπερθεματιστή να δικαιολογηθεί η παροχή δυνατότητας προσβολής του πλειστηριασμού, διότι χωρίς προσβολή και ακύρωση δια δικαστικής αποφάσεως, διαπλαστικής φύσεως, ο πλειστηριασμός παράγει τις συνέπειές του και δεσμεύει του υπερθεματιστή, υποχρεούμενου να καταβάλει το πλειστηρίασμα αλλά μη δικαιούμενου να λάβει το αντικείμενο του πλειστηριασμού.
Επιβάλλεται κατά τη θεωρητική αυτή άποψη η διασταλτική ερμηνεία των λόγων της ανακοπής του άρθρου933 ΚΠολΔ., εις τρόπον ώστε να παρασχεθεί στον υπερθεματιστή η δυνατότητα προσβολής του πλειστηριασμού προς ακύρωση με λόγο την ύπαρξη νομικών ελαττωμάτων επί του πλειστηριασθέντος πράγματος ή δικαιώματος πλην όμως και κατά την θεωρητική αυτή άποψη επισημαίνεται ότι η δυνατότητα ασκήσεως της εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπής εκ μέρους του ως δανειστή θεωρούμενου-υπερθεματιστή συναντά δυσχέρειες μεταξύ των θεωρητικών, χωρίς να γίνεται αποδεκτή η άποψη αυτή από την μέχρι τούδε νομολογία, (I.
Μπρίνια αρ. 1017 παρ. 657, Φραγκίσκου-Γέσιου-Φαλτσή Δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης II. Ειδικό μέρος 1983 παρ. 61, Μπέη ΔΙΚΗ 9. 579, ΑΠ 82, 83/2014, ΑΠ 1306/2006, ΑΠ 453/2006).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων-ανακόπτων ισχυρίζεται ότι στις 14-1-2004 σε πλειστηρισμό, που έγινε στο Δημοτικό κατάστημα του Δήμου Γέρακα, πλειοδότησε και κατακυρώθηκε σ' αυτόν ακίνητο, που φερόταν ότι ανήκε στην κυριότητα του δευτέρου των καθών η ανακοπή Ο. Κ., επέσπευδε δε τον πλειστηριασμό αυτό η δανείστρια του ανωτέρω οφειλέτη, πρώτη καθής η ανακοπή Α.Ε με την επωνυμία Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος.
Ότι αυτός στις 20-1-2004 κατέβαλε στη συμβολαιογράφο Βαρβάρα Σγούρα το συνολικό ποσό του πλειστηριάσματος ύψους 74.330 Ευρώ. Ότι στη συνέχεια ζήτησε από την ανάδοχο του ΟΚΧΕ "ΦΑΣΜΑ ΑΕΜ" κτηματολογικό απόσπασμα του κατακυρωθέντος ακινήτου, με σκοπό την έκδοση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης και μεταγραφή αυτής.
Από το κτηματολογικό απόσπασμα πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι το ακίνητο αυτό είχε δηλωθεί ως ιδιοκτησία του Π. Π., ο οποίος είχε προσκομίσει ως τίτλο κτήσεως κυριότητας στην ως άνω υπηρεσία το υπ' αριθμ. .../1968 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ερμίνας Συλλαίου-Κομίνη και το πιστοποιητικό μεταγραφής αυτού, με αποτέλεσμα να μη εκδοθεί περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και ότι το πλειστηρίασμα δεν έχει διανεμηθεί ακόμα.
Ζήτησε δε, για την αιτία αυτή να ακυρωθεί ο παραπάνω πλειστηριασμός. Το Εφετείο δέχθηκε ότι με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η ανακοπή αυτή, για τη θεμελίωση της οποίας ο ανακόπτων επικαλείται τα άρθρα 933, 992 παρ. 1, 1017 Κ.Πολ.Δ δεν είναι νόμιμη, αφού ο υπερθεματιστής δεν είναι ανάμεσα στα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται προς άσκηση της ανακοπής αυτής ούτε ο υπερθεματιστής είναι "δανειστής" του καθού η εκτέλεση ως προς το πλειστηρίασμα.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε η ανακοπή, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης του είχε αποφανθεί αντίθετα. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ως άνω, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 933, 992 και 1017 Κ.Πολ.Δ και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης που ερείδεται στο άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ ως αβάσιμος και να επιβληθεί εις βάρος του αναιρεσείοντος η δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσιβλήτου κατ' αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ, και για τις προτάσεις του κατέθεσε, διαταχθεί δε η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 12 Ν 4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-3-2014 (αριθμ. καταθ. 165/2014) αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 5893/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβολή στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει του αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ